Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

P και "όχι P" ταυτόχρονα, ήτοι: φάσκω και αντιφάσκω

Ο αιώνιος φόβος των μαθηματικών είναι η αντίφαση εκείνη που εμφανίζεται όταν μια πρόταση Ρ ισχύει και δεν ισχύει ταυτόχρονα. Γράφονται σελίδες επί σελίδων για να εξασφαλιστεί a priori πως μια τέτοια αντίφαση δε θα προκύψει ποτέ. Στην καθημερινότητά μας η σημειολογία είναι τελείως διαφορετική από αυτήν των Μαθηματικών. Συμβαίνει κάποτε, και μάλιστα με σχετική ευκολία, να εκφράζουμε την αντίφαση τού "και θέλω και δε θέλω", σε περιπτώσεις που προσμετρούμε ένα προς ένα τα υπέρ και τα κατά σε μια κατάσταση και καταλήγουμε να τα βρίσκουμε περίπου ίσα. Τότε μένουμε, ίσως, κάπως αμήχανοι, ίσως και όχι, μπροστά σε μια απόφαση και την κοιτάζουμε με μισόκλειστο μάτι και μια δόση καχυποψίας. Και ενώ στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να βρούμε τη "μέση οδό", στη χειρότερη μπορεί να περιπέσουμε σε αντίφαση. Και όσο πιο σύνθετο είναι ένα πρόβλημα στο οποίο καλούμαστε να πάρουμε απόφαση τόσο πιο δύσκολο είναι να καταλήξουμε μονοσήμαντα κάπου. Το αποτέλεσμα είναι να αυτοαναιρούμαστε και να φτάνουμε σε κείνη την περίεργη αίσθηση του μετεωρισμού. Σε εκείνη την περίεργη κατάσταση που μας κάνει να λέμε "άλλα αντί άλλων" ή "τα έχω κάνει θάλασσα", (μπορεί και "θάλασσα μαύρη"), ή ακόμη - κατά το μαθηματικότερο - "το όλο σύστημα είναι ασυνεπές και καταρρέει από το βάρος του" κλπκλπ. Για να αποφεύγουν παρόμοιες καταστάσεις και να δημιουργούν ισχυρά θεμέλια στις θεωρίες τους, οι μαθηματικοί έχουν επινοήσει τις λεγόμενες αξιωματικές μεθόδους, στις οποίες ευθύς εξαρχής οφείλει να θέσει κανείς τα αξιώματά του, τις θεμελιώδεις εκείνες προτάσεις δηλαδή, που αφενός οφείλουν ρητώς να μην είναι αντιφατικές μεταξύ τους, αφετέρου πρέπει να είναι ακριβώς τόσες, όσες χρειάζονται για να λειτουργήσει θεωρητικά το μοντέλο, το οποίο προβλέπεται να δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον "επίλυσης του προβλήματος". Και λέγοντας "πρόβλημα", μπορούμε να εννοούμε οποιαδήποτε κατάσταση έχουμε να αντιμετωπίσουμε, κι όχι κατ' ανάγκην μαθηματικοποιημένη, όπως αυτήν, ας πούμε, που έχει να κάνει με την ίδια την αντιφατικότητά μας και το πως να την εκμηδενίσουμε! Ή, αν το να την εκμηδενίσουμε είναι ανέφικτο, έστω, πως να τη θεωρητικοποιήσουμε έτσι ώστε, αξιωματικά πλέον, να τη θεωρούμε απαραίτητη και σωτήρια!!!
Η " αντίφαση" θα μπορούσε, ίσως, να γίνει ακόμη και συνώνυμη της συνέπειας, κάτω από ορισμένες συνθήκες και με την επιλογή των κατάλληλων αξιωμάτων. Αν, για παράδειγμα, ξεκινούσαμε κάνοντας παραδοχές σχετικές με τη φύση της πραγματικότητας και την αντικειμενική μας αδυναμία να την αντιληφτούμε στο σύνολό της, τότε θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε έτσι τα αξιώματά μας, ώστε να προβλέπουν κι αυτήν ακόμη την αντίφαση ως αποδεκτή και διαχειρίσιμη, κάτι που θα μας έσωζε, μάλλον, από την αμηχανία του παράδοξου και την αίσθηση της αποτυχίας. Κάτι, τέλος πάντων, που θα λειτουργούσε διορθωτικά στην αξιοπρέπεια της ανθρώπινης φύσης μας και στις αδυναμίες που την επιβαρύνουν.
Κι επειδή τέτοιες ρηξικέλευθες θέσεις, περί της συνέπειας της αντίφασης, δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές, προς επίρρωση των όσων λέω, επικαλούμαι την άποψη του Umberto Eco, αντιγράφοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο του " Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή".
Μας λέει ο Eco:

" ΑΝΤΙΦΑΣΚΩ; ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΝΤΙΦΑΣΚΩ.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει κανείς μόλις τελειώνει το γράψιμο ενός άρθρου για εφημερίδα, είναι να γράφει ένα άλλον στο οποίο να δηλώνει τα αντίθετα. Δεν το λέω για να φανώ κυνικός ή να εκφράσω τη δυσπιστία μου για τις ιδέες. Συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Οι ιδέες είναι λεπτά και πολύπλοκα εργαλεία που, πρέπει κατά κάποιον τρόπο να εξηγήσουμε την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα δε μοιάζει με σφαίρα (που όταν την κοιτάμε από τη μια μόνο πλευρά, όσο λίγη γεωμετρία κι αν ξέρουμε, μπορούμε να μαντέψουμε πώς είναι από την άλλη). Η πραγματικότητα μοιάζει με ακανόνιστο πολύεδρο με το επιβαρυντικό στοιχείο ότι αποτελείται αν όχι από άπειρες πλευρές, τουλάχιστον από ακαθόριστο αριθμό πλευρών. Είναι ένα ιρκομεγάεδρο (η λέξη αυτή, δικής μου έμπνευσης, δε σημαίνει ουσιαστικά τίποτα, αλλά κάνει εντύπωση, θα έχει επιτυχία). Επομένως από οποιαδήποτε μεριά κι αν την κοιτάξουμε, η πραγματικότητα μας αποκαλύπτει μια μόνο όψη της και αυτή η όψη αφήνει στη σκιά τις υπόλοιπες, εξίσου "πραγματικές" (αυτή, αντίθετα, δεν είναι λέξη δικής μου έμπνευσης και σημαίνει πολλά πράγματα, έτσι τείνουμε συνήθως να την παραμελούμε: της δίνουμε λιγότερη αξία από όση της πρέπει).
Ακόμη κι όταν γράφει κανείς ένα βιβλίο πεντακοσίων σελίδων, θα πρέπει πάντα έπειτα να ξαναμελετάει αυτό που η προοπτική έχει θυσιάσει. Πόσο μάλιστα ένα άρθρο που όταν είναι μεγάλο πιάνει τρεις τέσσερις στήλες. Αν προβληματιζόμαστε και προσπαθούμε να δούμε όλες τις όψεις ενός ζητήματος, καταντάμε ασαφείς. Αν είμαστε σαφείς και πειστικοί, πάει να πει ότι κάναμε μιαν επιλογή, αφήσαμε κάτι στο σκοτάδι."

Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του Eco, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα σύστημα που θα μας έδινε τη δυνατότητα να είμαστε συνεπείς ακόμη κι όταν, φαινομενικά, δεν είμαστε.
Και μάλιστα με δυο μόνο αξιώματα και τις λιγοστές συνέπειες που απορρέουν από αυτά.
Όπως για παράδειγμα:

Αξίωμα 1ο: Η πραγματικότητα είναι ένα ιρκομεγάεδρο.
Συνέπειες:
α) Αν η απόφαση χ είναι αντίθετη στην απόφαση ψ, η αντίφαση αυτή είναι "τοπικό" και "φαινόμενο" φαινόμενο, επειδή, ακριβώς, υπάρχει θέση p, σε κάποιο άλλο σημείο του ιρκομεγάεδρου, όπου το ζεύγος (χ, ψ) είναι απολύτως συνεπές.
β) Αν δεν εντοπίζουμε, άμεσα, τη θέση p, όπου οι χ και ψ παύουν να λειτουργούν ως αμοιβαίως αποκλειόμενες αποφάσεις, δε συμπεραίνουμε πως δεν υπάρχει πάνω στο ιρκομεγάεδρο η θέση p, αλλά πως οι δυνατότητες μας είναι (τοπικά ή χρονικά) περιορισμένες.

Αξίωμα 2ο: Δε θα τηρήσουμε ποτέ το 2ο αξίωμα
(και κανένα άλλο αξίωμα με αύξοντα αριθμό >2!) :)
Συνέπειες: Με δεδομένο μόνο το 1ο αξίωμα διαμορφώνουμε το "ιρκομεγάεδρο" με τρόπο τέτοιον, ώστε να περιέχει και ... δέντρα και α
λσύλια και δάση και ψηλά βουνά και ποτάμια και θάλασσες και ήλιους και ένα αστέρι (.....)φωτεινό!
Το ιρκομεγάεδρο, εν ολίγοις, περιέχει ό,τι θεωρούμε απαραίτητο για να μπορούμε,
όταν μπαίνουμε στο σπίτι μας, να δακρύζουμε ανοίγοντας το φως της βεράντας κι ύστερα να ανασαίνουμε, ξανά, χαμογελώντας.
Κι ενώ τινάζουμε τη σκόνη από το παντελόνι μας, να αψηφούμε την αβεβαιότητα ή, αν το αντέχουμε, να την ενσωματώνουμε στα όνειρά μας...

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΜΠΑΛΙΝ...

Στο τέλος του 2006 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ το βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη, "ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΥΣ, Η 17η ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ", το οποίο, τη χρονιά που ακολούθησε, για διάφορους λόγους, διάβασα περισσότερες από τέσσερις φορές σημειώνοντας σε κάθε σελίδα, υπογραμμίζοντας, βάζοντας ερωτηματικά εδώ κι εκεί και γεμίζοντας τα περιθώρια με σχόλια για μελλοντικές αναγνώσεις, αναζητήσεις και νέους προβληματισμούς. Το βιβλίο του Δοξιάδη μου άνοιξε ένα καινούριο παράθυρο, μου έδειξε ένα νέο τρόπο στην προσέγγιση της ιστορίας των Μαθηματικών, ιδωμένης σε μια τέλεια εναρμόνιση με την ιστορία των ιδεών γενικότερα. Συχνά από τότε, είτε για συζητήσεις που έγιναν σε λέσχη ανάγνωσης είτε για προσωπική μου ενημέρωση κι ευχαρίστηση ξεφύλλιζα τις 365 σελίδες του βιβλίου. Συνήθως όμως η προσοχή μου επικεντρωνόταν στο τρίτο μέρος του, ένα δοκίμιο δομημένο σε μορφή διαλόγου, πλατωνικού, όπου ο συγγραφέας απαντάει στις ερωτήσεις του Γ.Ε., ενός επινοημένου συνομιλητή που παίζει τον ίδιο ρόλο που παίζει ο Συμπλίκιος στο διάλογο του Γαλιλαίου, "Πού βρίσκεται το κέντρο του Σύμπαντος;", επειδή κάποιος τέλος πάντων θα πρέπει πάντα να θέτει τα ερωτήματα, ειδικά στην περίπτωση που τα απαντήματα, ωσάν αρτοποιήματα, έχουν τρόπον τινά "προπαρασκευαστεί", έχουν "ροδοψηθεί" και είναι πλέον έτοιμα προς βρώσιν και τέρψιν.(!)
(είναι σαν κι αυτό που λέει ο ποιητής: "...ήρθε η ώρα που οι απαντήσεις είναι έτοιμες πια να ερωτηθούν..." ).
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, θα επανέλθω με μια - τουλάχιστον- επόμενη ανάρτηση, κάτι που θεωρώ αναγκαίο, προκειμένου να τακτοποιήσω στο κεφάλι μου όλες τις σκέψεις και τον ευρύτερο προβληματισμό που μου έχει προκύψει με την ανάγνωση του βιβλίου αυτού και που παρά το ό,τι έχουν περάσει ήδη τρία χρόνια από εκείνη την πρώτη εντύπωση που μου δημιούργησε, παραμένει στη σκέψη μου και προκαλεί συνεχώς νέα ερεθίσματα, ανοίγοντας όλο και περισσότερα παράθυρα που, ίσως, διαφορετικά, παρέμεναν ερμητικά κλειστά.

Αυτό που θα ήθελα να σχολιάσω τώρα είναι το πρώτο μέρος του βιβλίου, ένα σύντομο "δοκίμιο", τριάντα σελίδων, που θα έλεγα πως έχει τη μορφή ημερολογίου, από αυτά που συνηθίζουν να κρατούν οι συγγραφείς κατά τη διάρκεια της "αναμέτρησής" τους με ένα έργο τους.
Είναι ένα τριαντασέλιδο, που αποτελεί μάλλον μια αναλυτική καταγραφή των προβληματισμών του συγγραφέα, για τον τρόπο που θα προσεγγίσει το θέμα, το οποίο ένα βράδυ του Δεκέμβρη, του 2000, εμπνεύστηκε, από την επίσκεψη της μούσας, καθώς διάβαζε ένα θεατρικό έργο του Χάρολντ Πίντερ. Ο Α.Δ. σε ένα μονόλογο με τον εαυτό του απαντάει, μάλλον, σε ερωτήματα που του έχουν γίνει, κατά καιρούς, για τον Θείο Πέτρο και για τη σχέση του με τα Μαθηματικά.
Στον διερευνητικό-απαντητικό του αυτόν μονόλογο ο Α.Δ. αναφέρεται σε βιβλία άλλων συγγραφέων, για τα οποία κάνει ένα σύντομο, πλην συγκριτικό, σχολιασμό. Μεταξύ των βιβλίων αυτών είναι και του Στέφαν Τσβάιχ "Σκακιστική Νουβέλα", για το οποίο γράφει:

"Το βιβλίο μου είναι "για" τα μαθηματικά μόνο με τον τρόπο που η μεγαλειώδης Σκακιστική νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ είναι "για" το σκάκι - που δεν είναι. Το σκάκι λειτουργεί στον Τσβάιχ ως μεταφορά, ως βάση ενός μύθου - ακριβώς όπως τα μαθηματικά στον Θείο Πέτρο."

Είχα διαβάσει, όσο ακόμη ήμουν στο Λύκειο , το "ΑΜΟΚ", όπως και το "24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας" κι ενώ θυμάμαι πως το δεύτερο με είχε ενθουσιάσει, μόνο από το πρώτο έχουν μείνει κάποιες εικόνες στο μυαλό μου. Η γενική αίσθηση πάντως ήταν το απόλυτο πάθος που περιγράφει ο Τσβάιχ στα ψυχογραφήματά του, γιατί περί ψυχογραφημάτων πρόκειται, όπου με έναν τρόπο θαυμαστό διεισδύει στα σκοτεινά άδυτα της ψυχής και της σκέψης των ηρώων του, εκεί που οι διαδρομές από τη λογική στην τρέλα και, ξανά, πίσω ή, καλύτερα, από την παράνοια στους αλγόριθμους και τούμπαλιν, συντελούνται σα να είναι αναπόφευκτες, σα να είναι οι προδιαγεγραμμένες, μοναδικές, διαδρομές, στις οποίες ωθείται κανείς όταν φτάνει στην εσχατιά του τίποτε και λίγο παραπέρα.

Καθώς, λοιπόν, είμαι σε μια φάση, ας πούμε, κλεισίματος παλιών και νέων λογιαριασμών, διάβασα επιτέλους και τη Σκακιστική νουβέλα, που στο οπισθώφυλλο γράφει "το τελευταίο αριστούργημα του Στέφαν Τσβάιχ, δημοσιεύτηκε το 1943 στη Στοκχόλμη. Μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, τον τόπο όπου πήγε το 1940 αυτοεξόριστος. Θεωρούσε την καταστροφή της Ευρώπης στη δεκαετία του '40 ως την καταβαράθρωση όλου του του έργου. Η Σκακισική νουβέλα αποτελεί μια μόλις καλυμμένη εξομολόγηση...[ ]... Ο συγγραφέας αναπτύσσει με μεγαλειώδη τρόπο το θέμα του πνευματικού εγκλεισμού που δεν μπορεί να βρει διέξοδο παρά μόνο στην τρέλα..."

Ο δρ. Μπ., ο ήρωας του βιβλίου, στην αφήγησή του για την καταναγκαστική ενασχόλησή του με το σκάκι λέει:
"Ήταν μια μανία ενάντια στην οποία δεν μπορούσα να αμυνθώ. Από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν σκεφτόμουν άλλο τίποτα παρά στρατιώτες, πύργους, βασιλιάδες και αξιωματικούς και Α και Β και Γ και ματ και ροκέ. Όλη μου η ύπαρξη, όλες μου οι αισθήσεις συγκεντρώνονταν στα τετραγωνάκια της σκακιέρας. Η χαρά του παιχνιδιού είχε σταδιακά μετατραπεί σε μανία, η μανία σε εμμονή, η εμμονή σε μια φρενιτιώδη λύσσα, που δεν τυραννούσε μονάχα τις ώρες του ξύπνιου μου, αλλά γρήγορα άρχισε να εξουσιάζει και τον ύπνο μου. Δεν μπορούσα πια να σκεφτώ τίποτα έξω απο το σκάκι, τις κινήσεις των πιονιών του, τα στρατηγικά του προβλήματα, Μερικές φορές ξυπνούσα με το μέτωπο μουσκεμένο στον ιδρώτα και συνειδητοποιούσα ότι άθελά μου είχα συνεχίσει το παιχνίδι και στον ύπνο μου..."
και κάπου αλλού μας λέει:
"Το να θέλει λοιπόν κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήσει τον ίδιο του τον ίσκιο."

Κι όμως δεν είναι, νομίζω, λίγες οι φορές που κάνουμε τέτοια είδους άλματα υπέρβασης. Στήνουμε μια παρτίδα και καθόμαστε να την παίξουμε μόνοι μας, σα να θέλουμε να φτάσουμε σε ένα φως άπλετο, μακριά από κάθε σκιά, ακόμη και τη δική μας...Εκεί κάπου αρχίζει και η παράνοια. Ευτυχώς που σε αντιστάθισμα υπάρχει η σωτήρια ενασχόληση με τους αλγόριθμους. Η "διαδρομή" από την παράνοια στους αλγόριθμους είναι, σίγουρα, στους περισσότερους από μας, καλά χαραγμένη στο γονίδιο μας, γιατί πώς αλλιώς θα επιβίωνε το είδος μας?!
Και η διαδικασία ανακατεύθυνσης μπαίνει σε λειτουργία από μόνη της, όταν υποσυνείδητα αντιλαμβάνεται κανείς πως κινδυνεύει. Το ίδιο κάνει και ο δρ. Μπ.στη Σκακιστική νουβέλα. Εγκαταλείπει την εμμονή του! Βέβαια, δε γνωρίζω τι κάνει μετά την εγκατάλειψη αυτή και πώς ακριβώς πορεύεται, επειδή κάπου εκεί τελειώνει το βιβλίο. Μπορώ όμως, με το δικαίωμα της αναγνώστριας, να συνεχίσω την πλοκή όπως θέλω, σωστά; Και είμαι πάντα υπέρ των πολλών ευκαιριών και των εξίσου πολλών επιλογών, ακόμη κι όταν δε χρειάζονται επιλογές λόγω της βεβαιότητας που μπορεί να έχουμε για κάποια πράγματα. Ακόμη και τότε, πιστεύω, η επίγνωση της ύπαρξης εναλλακτικών ατσαλώνει τις αποφάσεις μας (βλέπε και "όταν έκλαψε ο Νίτσε" του Γιάλομ).

Γι' αυτό θεωρώ πως θα πρέπει κανείς να βάζει το σκάκι δίπλα στο τάβλι και να σκέφτεται πριχού απλώσει το χέρι να διαλέξει τι θα παίξει...Απλά να σκέφτεται, κι αν αλλάζει γνώμη, τότε να αλλάζει παιχνίδι, όπως αλλάζει διαδρομή και τούμπαλιν.
Ή εν πάση περιπτώσει να επιλέγει τη βάση του μύθου του, βάζοντας στη συσκευασία και μια "κάρτα αλλαγής", για κάθε ενδεχόμενο!
Τώρα, μεταξύ μας, αν κάποιος έχει τη δυνατότητα να επινοήσει ένα νέο είδος σκακιού που θα χρησιμοποιεί πότε πότε και ζάρια, ε, τότε σίγουρα θα είναι καλύτερα!!!
Εκτός πια κι αν δηλώνει: "ταβλαδώρος, και εκ φύσεως και εκ πεποιθήσεως!" :):):)

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Πιστεύω πως λίγο πολύ, αν το σκεφτούμε βαθύτερα, θα συμφωνήσουμε όλοι πως ο έρωτας είναι μια διαδικασία μετάλλαξης και αναδόμησης του ενδότερου γίγνεσθαι. Πώς προκύπτει και γιατί ή από πού μας έρχεται το "κατακούτελο", δεν πρόκειται να το αναζητήσω εδώ και τώρα, επειδή το έκαναν και το κάνουν, κατά χιλιάδες, άλλοι, ειδικοί και μη, που δεν καταλήγουν και πουθενά από όσο γνωρίζω ή που ο καθένας, κατά το δοκούν, καταλήγει αλλού.

Το θέμα με τον έρωτα, σ' αυτήν την ανάρτηση δεν είναι η διαδικασία του αυτή καθ' αυτή, μήτε τα αποτελέσματά του, μα το αντικείμενό του, εκείνο το κρυφό αντικείμενο του πόθου, που εκδηλώνεται στα εσώψυχα του καθενός και τον κάνει να αναρωτιέται -με την προϋπόθεση πως έχει λίγη ωριμότητα και κάπως στρογγυλή σκέψη - "γιατί τούτο κι όχι το άλλο;". (όπως το "άλλα θέλω κι άλλα κάνω..."). Κάτι τέτοιες σκέψεις, πιθανόν, καταλήγουν σε ενδοσκοπήσεις κι αναζητήσεις αιτίων κρυμμένων στις αμυδρές σκιές παιδικών βιωμάτων (του στυλ: "μου θυμίζεις τη μάνα μου")κλπκλπ.
Μιαν ανάλογη κατάσταση βίωσα λίαν προσφάτως με έναν μεγάλο μου έρωτα, μα τη βίωσα αντίστροφα μέσα στο χρόνο, με την έννοια πως ο έρωτας αυτός είχε συντελεστεί στην παιδική μου ηλικία, την εποχή εκείνη που οι συγγενείς μου μού έπαιρναν ως δώρα για τη γιορτή μου, κυρίως, κούκλες, γιατί έτσι επέβαλε το εθιμοτυπικό. Οι κούκλες βοηθούσαν να μεγαλώνει σωστά ένα κορίτσι. Εγώ όμως, καθόλου δε νοιαζόμουν για τις κούκλες. Αντιθέτως έτρεφα μεγάλον έρωτα για τη στρογγυλή θεά που, φυσικά, ούτε λόγος να αποκτήσω ποτέ δική μου, "κορίτσι πράμα", όπως συνήθιζαν να λένε. Αναγκαζόμουν, λοιπόν, να κάνω κολλητή παρέα με τον Μπουμπούλη, ένα συνομήλικό μου, που είχε μια πολύ όμορφη δερμάτινη μπάλα, δώρο του αδερφού της μάνας του, που δούλευε στη Γερμανία. Η μπάλα αυτή ήταν το μοναδικό πράγμα που έβρισκα γοητευτικό πάνω στον μονίμως βρώμικο και μυξιάρη δεκάχρονο φίλο μου. Κάνοντας παρέα μαζί του όμως, εξασφάλιζα τη συμμετοχή μου στην ομάδα και έπαιζα τα απογεύματα στο κέντρο του αυτοσχέδιου γηπέδου, μαζί με καμιά δεκαριά γειτονόπουλα, όλα γένους αρσενικού! Εκτός από αυτή μου την ενασχόληση και μερικές άλλες συναφείς, θέλω να πιστεύω, πως ήμουν μια χαρά, τυπικό, κορίτσι.
Όταν πήγα στο Γυμνάσιο μου πέρασε ο έρωτας για το σφαιρικό αντικείμενο που μας έκανε να τρέχουμε από πίσω του και άλλοτε να κλωτσάμε αυτό, άλλοτε ο ένας το καλαμίδι του άλλου, βρίζοντας και φτύνοντας, όπως απαιτείται για να είναι κάποιος σωστός ποδοσφαιριστής.

Πριν τρία χρόνια έπεσε στα χέρια μου το καταπληκτικό βιβλίο "Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ" του Robert Osserman, καθηγητή των Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, στη συνέχεια του Μπέρκλεϊ, με εξέχουσες θέσεις σε ερευνητικά κέντρα και αναρίθμητες επιστημονικές εργασίες. Ένα βιβλίο για το οποίο ο Roger Penrose έγραψε: "το βιβλίο αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στην ομορφιά των μαθηματικών και στη σχέση τους με τον φυσικό κόσμο".
Πράγματι ο Osserman "μας οδηγεί σε ένα συναρπαστικό νοητικό ταξίδι, το οποίο αρχίζει από τον κόσμο των αρχαίων Ελλήνων για να καταλήξει στις πλέον πρόσφατες ανακαλύψεις που αφορούν την κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου, επιδεικνύοντας την υπέροχη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μαθηματική θεωρία και την προσπάθειά μας να εισδύσουμε στα μυστικά του Κόσμου."
Στη σελίδα 156 αυτού το βιβλίου διάβασα πως:
"Το 1958 ο Harold Kroto και ο Richard Smalley συνεργάστηκαν για να προσδιορίσουν τη μοριακή δομή μιας μορφής άνθρακα που είχε ανακαλυφθεί πρόσφατα, και στην οποία 60 άτομα άνθρακα συναρμόζονται με κάποιον τρόπο έτσι ώστε να σχηματίσουν ένα. Αρχικά η δομή του μορίου αποτελούσε μεγάλο μυστήριο. Αποδείχθηκε ότι το σχήμα της είχε περιγραφεί από τον Αρχιμήδη τον τρίτο αιώνα π.Χ. και αποτελείται από μια διάταξη πενταγώνων και εξαγώνων που είναι συναρμολογημένα σε ένα μόρφωμα πασίγνωστο στην εποχή μας αφού συμπίπτει με εκείνο της μπάλας του ποδοσφαίρου..."
(Βεβαίως γνωρίζω πως η ΦΙΦΑ αντικατέστησε τη συγκεκριμένη μπάλα, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ιστορία μου)
Διαβάζοντας για το "μπακμινιστερφουλερένιο", γιατί έτσι ονόμασαν το εξηντατομικό μόριο του άνθρακα, προς τιμήν του Backminister Fuller, θυμήθηκα τον Μπουμπούλη και τα ματωμένα μας γόνατα, που ωστόσο δεν τους δίναμε σημασία, τρέχοντας, γοητευμένοι, πίσω από το "μπάκυμπωλ" (που είναι η συντομογραφία του μπακμινιστερφουλερένιου).
Σαφώς την εποχή εκείνη δεν ήταν δυνατόν να συνδέσω αυτή την απίθανη και μυστηριακή δομή του συγκεκριμένου μορίου άνθρακα ή του ημικανονικού 32-εδρου β' τύπου του Αρχιμήδη, με τα απογευματινά παιχνίδια στις αλάνες της γειτονιάς μου. Όμως η σύνδεση έγινε αντίστροφα, μέσα στο χρόνο. Κατάλαβα τι με έλκυε τόσο πολύ στο κυνήγι της μπάλας, που τότε ήταν σχεδόν απαγορευτικό για το φύλο μου, ανακαλύπτοντας τη "δομή" της και την "ιστορία" της μέσα στο βιβλίο του Osserman. Ή, έστω, θέλω να νομίζω πως κατάλαβα, προσπαθώντας εκ των υστέρων να δώσω μιαν καθόλου τετριμμένη κι ιδιαιτέρως εξέχουσα ερμηνεία σε μη κοινά αποδεκτές συμπεριφορές μου στη διάρκεια του Δημοτικού, όπου, αντί να "φροντίζω" τις κούκλες μου, ροβολούσα στις γειτονιές πίσω από τη μπάλα...
Το θέμα είναι πως μέσα από αυτήν την ετεροχρονισμένη ερμηνευτική διάθεση, αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι ανάγκη να ψάχνουμε μόνο προς τα πίσω για απαρχαιωμένους λόγους και σκιώδη αίτια που μπορεί να ξυπνάνε μέσα μας συναισθήματα τέτοια που συνάδουν μερικώς με ερωτική παραφορά η οποία σαφώς ενέχει και το ανεξήγητο τόσο των επιλογών όσο και των συμπεριφορών. Πιθανόν, για να καταλάβουμε "γιατί τούτο κι όχι το άλλο" να χρειάζεται, σε μερικές περιπτώσεις, να περιμένουμε μελλοντικές αποκαλύψεις.
(άλλωστε με όλες αυτές τις θεωρίες περί της φύσης του χρόνου, πώς να ξέρει κανείς πότε είναι στο παρόν και πότε βρίσκεται στο μέλλον?! Σ' αυτό το συγκεκριμένο θέμα των παράλληλων χωροχρονικών κόσμων πρωτομάστορας στη "μαθηματική λογοτεχνία", νομίζω, είναι ο Andrew Crumey).

Τώρα πώς μου ήρθε και γράφω για την Ποίηση του Σύμπαντος, τρία χρόνια αφότου διάβασα το βιβλίο, και για την ποδοσφαιρική μου καριέρα "ν" χρόνια μετά, είναι ένα άλλο θέμα.
Νομίζω πως οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Λίγο, έως και πολύ. στην προηγούμενη ανάρτηση μου με τίτλο "ποιο είναι το νόημα της ζωής;", που μάλλον, όπως φάνηκε από τα σχόλια που μου έκαναν, θα έπρεπε να έχει τον τίτλο "πίτσα - μπίρα", οπότε συνειρμικά πια, το προσφιλές δίδυμο για να συμπληρωθεί απαιτεί κι έναν καλό αγώνα ποδοσφαίρου σε απευθείας μετάδοση από την τηλεόραση. Κυρίως όμως τα θυμήθηκα όλα αυτά επειδή διαβάζω, ξανά, το βιβλίο του Μάρκες "Εκατό χρόνια μοναξιά", το οποίο το είχα διαβάσει εικοσιτόσα χρόνια πριν, αλλά ακόμη θυμόμουν έντονα χωρικές και ονειρικές περιγραφές. Εκείνο που δε θυμόμουν όμως, και καθώς το ξαναδιαβάζω ομολογώ πανικοβλήθηκα, είναι η αρρώστια της αϋπνίας που με τη μορφή επιδημίας πλήττει όλους τους κατοίκους του Μακόντο και σταδιακά τους οδηγεί στα μαύρα αμπάρια της λήθης. Ένα πανδημικό αλτσχάιμερ, που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την υπόστασή τους και να γίνονται σκιές μέσα στα όνειρα που βλέπουν από κοινού, αφού έχει χαθεί κάθε ίχνος ατομικότητας. Η μόνη λύση, μέχρι εκεί που διάβασα, είναι να γράφουν σε χαρτάκια, που κολλάνε παντού, σημειώσεις με τα ονόματα των αντικειμένων και με τη χρήση τους. Με τον τρόπο αυτό οι κάτοικοι του Μακόντο κατάφεραν να δεθούν με τη μνήμη τους και να δώσουν μια μικρή παράταση, πριν τον πλήρη αφανισμό τους μέσα στη λησμονιά. Έκαναν κάτι σαν "ασκήσεις μνήμης", που, έτσι κι αλλιώς, είτε μας αρέσουν είτε όχι, ακόμη και υποσυνείδητα όλοι κάνουμε, αφού είναι πρακτικά αδύνατο να εφαρμόσουμε τη λειτουργία "del" και "άδειασμα κάδου" στο μυαλό μας με την ίδια ευκολία που το κάνουμε στις προηγμένες τεχνολογίες μας. Σβήνουμε, όπως ακριβώς γράφουμε, κομμάτι κομμάτι, λέξη λέξη, τμηματικά. Αρκεί να μην έχουμε χάσει τελείως τις μνήμες μας και να τις ανακαλούμε πότε πότε. Αλλά , μου φαίνεται, προς τα΄κει οδεύουμε, προς την ολική απώλεια. Προς την εκατόχρονη μοναξιά. Είναι θέμα χρόνου. Ίσως κερδίσουμε κάποια παράταση. Ίσως πάλι να καταφέρουμε και μερικά πέναλτι...

Το σκορ, ωστόσο, ανεξάρτητα από τις προσωπικές μας επιδόσεις, παραμένει καλά κρυμμένο στις μυστηριώδεις δομές της ποίησης του Σύμπαντος.
Ή, πάλι, μπορεί να κρύβεται σε κάποια από τις μαγικές συνταγές που είναι γραμμένες στο Βιβλίο του Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, του ανθρώπου που ίδρυσε το Μακόντο.
[... πιθανόν, όμως, όλο το παιχνίδι να βρίσκεται μόνο μέσα στο κεφάλι μας και το σκορ, τελικά, να εξαρτάται από το πώς και το πόσο έχουμε δεθεί...]

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ;

ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ να εξελισσόμαστε συνειδητά και σκόπιμα προς μια σοφή, πιο απελευθερωμένη και πιο φωτεινή κατάσταση ύπαρξης' να επιστρέψουμε στην Εδέμ, να συμφιλιωθούμε με το φίδι και να στήσουμε τους υπολογιστές μας ανάμεσα σε άγριες μηλιές. Κατά βάθος, όλοι ξέρουμε μάλλον ότι το πραγματικό μας έργο είναι κάποια μορφή μυστικιστικής εξέλιξης, μια συνένωση με τη θεότητα, με την αγάπη. Όμως καταπιέζουμε δραστικά αυτή την ιδέα γιατί, αν τη δεχτούμε, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι πολιτικές μας παλινδρομίσεις, τα θρησκευτικά μας δόγματα, οι κοινωνικές μας φιλοδοξίες και τα οικονομικά μας τερτίπια δεν είναι απλώς αντιπαραγωγικά, αλλά ασήμαντα. Η αποστολή μας είναι να αποβάλουμε αυτές τις άσκοπες ενασχολήσεις και να επωμιστούμε πάλι το αρχέγονο φορτίο της ανεξάντλητης έκστασης. Ή, αν δεν γίνεται αυτό, να χτυπήσουμε μια καλή πίτσα με λεπτή ζύμη κι ένα ποτήρι δυνατή μπίρα."
Τομ Ρόμπινς 1991
Το παραπάνω κείμενο, με τίτλο "ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ;", είναι το τελευταίο κείμενο στο τελευταίο μέρος του βιβλίου "Αγριόπαπιες ΠΕΤΟΥΝ ΑΝΑΣΤΡΟΦΑ" του Τομ Ρόμπινς, που είναι το προτελευταίο βιβλίο του, το οποίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006 από τις εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ. Το τελευταίο βιβλίο του είναι το "Μπι όπως Μπίρα" που κυκλοφόρησε φέτος από τις ίδιες εκδόσεις και είναι ένα παιδικό βιβλίο για μεγάλους ή ένα μεγαλίστικο βιβλίο για παιδιά. Εξαρτάται από το πως θα το δει κανείς. Διαβάζοντάς το, ως παιδί, έμαθα και, ως μεγάλη, ψυχαγωγήθηκα! Ή μπορεί και αντίστροφα. Άλλωστε, όπως διάβασα και σε κάποιο από τα οπισθόφυλλα των βιβλίων του, ο Τομ Ρόμπινς "είναι γνωστός για τα κωμικοσοβαρά μυθιστορήματά του-"τα διανοουμενίστικα" και "αντιδιανοουμενίστικα" ταυτόχρονα". Κι αλλού: "ο λόγος του Ρόμπινς είναι αστείος, σοφός, προκλητικός, ερωτικός, λυρικός και ατίθασος." Κι εγώ συμπληρώνω: κυρίως ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ! Κι αυτό είναι που του προσδίδει ιδιαίτερη γοητεία. Γιατί πώς γίνεται να ξεκινάει κανείς με τόση σοβαρότητα την περιγραφή ενός κοινού, πανανθρώπινου, στόχου - κάτι σαν το "συλλογικό ασυνείδητο" του Γιουνγκ- μιλώντας για την αναζήτηση εκείνης της σοφίας που συνεπάγεται με τη σειρά της την αναζήτηση της Εδέμ(!) και αμέσως μετά, λίγες μόλις σειρές παρακάτω να συμβιβάζεται με μια καλή πίτσα με λεπτή ζύμη, συνοδευόμενη από ένα ποτήρι δυνατής μπίρας; Θα συμπλήρωνα, ίσως, πως μασουλώντας την πίτσα και πίνοντας την Πίλσεν μας, θα ταίριαζε πολύ να ξεφυλλίζαμε και το "Μπι όπως μπίρα", δίνοντας ταυτόχρονα και έναν τόνο μελοδραματικής κουλτούρας στην περιγραφή της ιδανικής Εδέμ που συνθέτει ο συνδυασμός "βιβλίο-πίτσα-μπίρα"! Ξέχασα το ίντερνετ!!!
Βιβλία του Τομ Ρόμπινς δεν είχα διαβάσει μέχρι τώρα, ώσπου ο καλός μου φίλος ΔΧ μου είπε πως του αρέσει πολύ ο συγκεκριμένος συγγραφέας. Έτσι αγόρασα τα τρία τελευταία του βιβλία, το "VILLA INCOGNITO" και τα δύο που προανέφερα και μπορώ, ανεπιφύλακτα -μετά από τρία βιβλία που διάβασα αυθωρί και παραχρήμα - να πω πως ο Τομ Ρόμπινς μου αρέσει κι εμένα πολύ. (Διάβασα τρία, επειδή θεωρώ λάθος να κρίνει κανείς έναν συγγραφέα από ένα μόνο βιβλίο του...Όλοι, συγγραφείς και μη, δικαιούμαστε περισσότερες από μια ευκαιρίες.)

Το "Αγριόπαπιες ΠΕΤΟΥΝ ΑΝΑΣΤΡΟΦΑ", ως τίτλος αρχικά, μου έφερε στο μυαλό τον Escher και τους πίνακές του, όπου κάπου ανάμεσα σε ποίηση, μουσική και οπτική (ψευδ)αίσθηση τα (γεωμετρικά) τρίγωνα μετασχηματίζονται σε αγριόπαπιες. Κι από τους μετασχηματισμούς του Escher, η σκέψη μου πέταξε, (καβαλώντας την πλάτη μιας αγριόπαπιας που πετούσε ανάστροφα), στο αδύνατο τρίγωνο του Penroze, αλλά αυτό θα μας πάρει πολύ καιρό μέχρι να το αναλύσουμε, [αν ποτέ καταφέρουμε κάτι τέτοιο], όπως συνήθως συμβαίνει, όταν κάποιος επιχειρεί να περιγράψει, με υπαρκτές λέξεις και τετριμμένες "μεθοδολογίες", οντότητες που δεν υπάρχουν...Από την άλλη σκέφτομαι πως αν αφήσουμε τη σκέψη να μετασχηματίζεται χωρίς κανέναν περιορισμό, χωρίς κανέναν έλεγχο, δε θα σταματήσει ποτέ και, πιθανόν, να μη φτάσει πουθενά. Γι' αυτό χρειαζόμαστε - σχεδόν όλοι- κάποιου είδους καθοδήγηση, που θα μπορούσε, ίσως, να είναι και αυτοκαθοδήσηση, αν όχι "αυτοπεριορισμός", αρκεί να πετυχαίναμε μιαν άλλη ανάγνωση του εαυτού μας, σε περίπτωση που δεν την έχουμε ήδη πετύχει, εννοώ.
Όπως και να' χει, τελικά, ό,τι κι αν αναζητάει κανείς, όπου κι αν το αναζητάει, το πράγμα δεν είναι καθόλου απλό. Ειδικά δε αν γυρεύει το "νόημα της ζωής" μέσα στις μπουρμπουλίθρες του αφρού σε ένα ποτήρι μπίρας, ας πούμε, ή σε μια "ζουμερή δαγκωματιά" σε ένα κομμάτι πίτσας, ας πούμε πάλι, ή στις σελίδες ενός βιβλίου που τον μάγεψε η ηρωίδα του ή σε μυθοπλασίες και νοητικούς ακροβατισμούς που δημιουργεί το μυαλό του χτίζοντας επίγειες Εδέμ(!) ή όπου αλλού μπορεί και θέλει να αναζητάει ο καθένας μας αυτό που αναζητάει. Το βέβαιο είναι ένα: σε μια τέτοια αναζήτηση χρειάζεται "αντιστάθμισμα". Χρειάζεται πάντα ένα -τουλάχιστον- σημείο αναφοράς, που δε μπορεί παρά να είναι ένας άλλος άνθρωπος. Ίσως ακούγεται λίγο κυνικό, έτσι όπως το θέτω, αλλά δεν μπορώ να βρω κάτι καλύτερο, εκτός ίσως από το:
"it takes one to know one", όπως σοφά και συνοπτικά λένε οι Άγγλοι...
Ο διπλανός πίνακας του Escher έχει τίτλο "liberation" κι από όλους τους μετασχηματισμούς του "επιπεδογλύπτη" νομίζω πως είναι αυτός που ταιριάζει περισσότερο με το "Αγριόπαπιες ΠΕΤΟΥΝ ΑΝΑΣΤΡΟΦΑ", όπου τα "μοτίβα" και τα στερεότυπα -τόσο στον πίνακα όσο και στο βιβλίο - σπάνε κι απελευθερώνονται οι δομές και μαζί με αυτές, πιστεύω, απελευθερώνονται και οι άνθρωποι, τουλάχιστον εκείνοι που έχουν το θάρρος να πετούν ανάστροφα.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΝΟΗΣΗΣ

"...Κουβαλούσε πάντα ένα βιβλίο στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Μια φορά που τον ρώτησα μου απάντησε πως δε φεύγει ποτέ απ' το σπίτι του χωρίς βιβλίο.
"Δεν μπορώ, αν δεν έχω κάτι να διαβάσω"
Επίσης, είχε πάντα μαζί του ένα φαγωμένο μολύβι. Πολλές φορές άφηνε ξαφνικά τη σκούπα και το καροτσάκι, έβγαζε το βιβλίο κι άρχιζε να γράφει στις πρώτες λευκές σελίδες.
"Ή έμπνευση έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις", έλεγε κι έγραφε ακουμπώντας το βιβλίο στο γόνατό του, καθισμένος οκλαδόν.
"Γιατί δεν κρατάς καλύτερα μια κόλλα χαρτί, να μην καταστρέφεις όλα αυτά τα βιβλία;" τον ρώτησα εγώ.
"Τα βιβλία είναι για να φθείρονται. Εκτός αυτού, οι λέξεις μου φαίνονται πιο ωραίες εδώ, πλάι στα λόγια των μεγάλων συγγραφέων."
Πού να τον λογικέψεις. Εκεί αυτός, συνέχιζε να μουντζουρώνει τα βιβλία με σημειώσεις μελλοντικών ποιημάτων. Αν καμιά μέρα γίνει διάσημος, θ' αξίζουν το βάρος τους σε χρυσάφι-σας το λέω εγώ.
Όμως, πολλή φαντασία και καμιά ανταμοιβή. Είναι η μοίρα των καλλιτεχνών. Έστειλε τα ποιήματά του σ' όσους εκδοτικούς οίκους γνώριζε, κι όλοι του απάντησαν με μια αρνητική επιστολή. Και ξέρετε, η επιστολή δεν είναι καλό σημάδι. Αν τους ενδιαφέρεις, σου τηλεφωνούν. Την επιστολή την έχουν για όσους ξεμένουν στα μισά του δρόμου.
"Το ξέρεις ότι ο Βαν Γκογκ πούλησε μόνο έναν πίνακα εν ζωή;" του είπα μια φορά για να τον ενθαρρύνω. Εκείνος όμως το πήρε πολύ πιο σοβαρά, απ' ό,τι φανταζόμουν, και βάλθηκε την ίδια κιόλας μέρα να σχεδιάζει τον θάνατό του.
"Αφού λοιπόν θέλουμε έναν νεκρό, θα πεθάνω. Εννοείται όχι στ' αλήθεια, θα προσποιηθώ, κι όλα εντάξει. Τα πράγματα δεν είναι πάντα με το μέρος μας. Τι κάνουμε τότε; Σταυρώνουμε τα χέρια ή τ' αλλάζουμε; Εγώ λέω ότι, έτσι κι αλλιώς, δεν έχουμε τίποτε να χάσουμε, οπότε καλύτερα να τα αλλάξουμε όπως μας βολεύει."
Περίεργος συλλογισμός είναι αλήθεια. Και συνέχισε:
"Αλλά δεν αρκεί απλώς να πεθάνω. Ο θάνατος ενός φοιτητάκου που τα καλοκαίρια σκουπίζει το αεροδρόμιο δεν θα πουλούσε και τόσο. Χρειάζομαι ένα εντυπωσιακό όνομα και μια πιασάρικη ιστορία."
Έτσι γεννήθηκε ο Χούσι Λατβάλα, ο καταραμένος ποιητής του Ελσίνκι, ο οποίος - προσέξτε σύμπτωση-, πέθανε σ' αυτό εδώ το αεροδρόμιο.
Βλέπετε πώς δένουν όλα;"

Είναι ένα μικρό απόσπασμα από μια ιστορία του Σαλβαδόρ Φουενσάντα, που λίγο πριν τη σύνταξή του, ενώ καθαρίζει τους διαδρόμους του αεροδρομίου της Μαδρίτης, αφηγείται ιστορίες σε ανυποψίαστους ταξιδιώτες, οποίοι περιμένουν την πτήση τους.
19 τέτοιες ιστορίες συν μία για τον επίλογο, μπλέκονται μεταξύ τους κι απαρτίζουν το βιβλίο του Αλμπέρτο Τόρες Μπλαντίνα, με τίτλο: "Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΠΟΘΩΝ", που κυκλοφορεί από τις (αγαπημένες μου) εκδόσεις opera. Ο Μπλαντίνα, μόλις 33 χρόνων, συγγραφέας, μουσικός, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και καθηγητής ισπανικής γλώσσας και λογοτεχνίας, κέρδισε το 2007 με τη Λέσχη των ανομολόγητων πόθων το πρώτο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό ΟΙ ΔΥΟ ΟΧΘΕΣ που διοργανώνεται στην Ισπανία.

Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω σχετικά με αυτό το βιβλίο - που μου άρεσε πολύ - και τον συγγραφέα του, κυρίως όμως για τον διαγωνισμό "ΟΙ ΔΥΟ ΟΧΘΕΣ", άρχισα να κάνω διάφορους συνειρμούς, που με κρατάνε στην ίδια σελίδα για κάμποση ώρα και ανεξέλεγκτα διαμορφώνουν σκέψεις και εικόνες μπροστά στα μάτια μου. (διαβάζω υπερβολικά αργά, ειδικά αν μου αρέσει το βιβλίο). Οι ιστορίες του Φουενσάντα, ολοκληρώνονταν ή έμεναν ημιτελείς να περιμένουν την επανεμφάνιση του ταξιδιώτη, κάτι που γίνεται-σχεδόν-πάντα, γιατί και οι ταξιδιώτες, όπως ακριβώς και οι ιστορίες, έρχονται, παρέρχονται και ξαναέρχονται, περιμένοντας την ολοκλήρωση.
Σκεφτόμουν, λοιπόν, τις "δύο όχθες", τη μορφολογία τους, τη σημειολογία τους, την μεταξύ τους απόσταση και κατέληξα στην εξής εικόνα: στη μια όχθη ήταν η πραγματικότητα που βιώνουμε και, ως γνωστόν, δεν είναι παρά μία από τις πιθανότητες κι όχι κατ' ανάγκην η καλύτερη. Στην άλλη όχθη βρίσκονταν όλες οι υπόλοιπες πιθανότητες, που ανεπιτυχώς χαρακτηρίζονται "μη πραγματικές" ή φανταστικές, (προσωπικά δε θα έβαζα με τίποτε το χέρι μου στη φωτιά πως ο διαχωρισμός τους είναι απολύτως αληθής). Και μεταξύ αυτών των δύο, έρεε ό,τι ζούμε.

Θα μπορούσες να φανταστείς τις δυο αυτές όχθες ασύνδετες μεταξύ τους κατά μήκος ολόκληρης της "ροής"΄, δηλαδή ολόκληρης της ζωής; Τραγωδία. Αβάσταχτο και για τον πιο ψύχραιμο και λογικό άνθρωπο να βιώνει ολόκληρη τη ζωή του στην όχθη της στυγνής πραγματικότητας. Κι αντίστοιχα, για τον πλέον ευφάνταστο εξίσου αβάσταχτο, αν βρισκόταν στην όχθη με τις ασύλληπτα πολλές "μη πραγματικές" πιθανότητες! Τρέλα! Πόσο μάλλον αν τους αλλάξουμε και όχθες! Είμαι σχεδόν βέβαιη πως, αν μου τύχαινε μια τέτοια αποκοπή από τη μια ή την άλλη πλευρά, θα πέθαινα από το μαρασμό στη σκέψη της αντίπερα όχθης, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό ή από όπου κι αν βρισκόμουν αποκομμένη εν κατακλείδι.
Ευτυχώς που, μάλλον, δε γίνεται έτσι κι έχουμε τη δυνατότητα να πηγαίνουμε απέναντι διασχίζοντας τις γέφυρες που χτίζει η Επινόηση!
Ευτυχώς που ο κάθε καλλιτέχνης, ο κάθε ποιητής, ο κάθε "φοιτητάκος", σαν κι αυτόν που περιγράφει ο Αλμπέρτο Τόρες Μπλαντίνα, δια στόματος Σαλβαδόρ Φουενσάντα, μα και ο κάθε απλός άνθρωπος, κουβαλάει μέσα του το μηχανισμό της Επινόησης και έχει την ικανότητα να χτίζει τα γεφύρια που τον στοιχειώνουν σε ένα συνεχές και απαραίτητο πηγαινέλα από τη μια όχθη στην άλλη, επινοώντας αίτια κι αποτελέσματα και καταστάσεις κι ανάγκες κι υποχρεώσεις. Και μέσα σε όλες αυτές τις εναλλαγές που επινοεί ο καθένας μας η σοφότερη επινόηση, νομίζω, παραμένει η ίδια η Επινόηση, που πηγάζει από τα βάθη της ψυχής ... Τόσο απλά και τόσο όμορφα, με μια μαθηματική ακρίβεια,μπορούν και δένουν όλα μεταξύ τους...