Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ...ΑΠΟΔΕΚΑΤΙΣΜΟΥ.

Πρόσφατα, με αφορμή μια διημερίδα σχετικά με ΤΠΕ, την οποία παρακολούθησα, έκανα μιαν ανάρτηση με τίτλο Η ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ, Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΩΝΙΟΙ ΦΟΒΟΙ  και θέμα τη θέση του βιβλίου και τον κίνδυνο που φαίνεται να διατρέχει καθώς σταδιακά  το έντυπο υλικό τείνει να αντικατασταθεί από το ηλεκτρονικό! Όποιος ασχολείται έστω και στοιχειωδώς με το θέμα έχει σίγουρα υπόψη του στο σχετικό κείμενο του Umberto Eco, το οποίο, κι εγώ, παρέθεσα στη σχετική μου ανάρτηση. Ίσως όμως να μην έχει υπόψη του το βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Α.Α.ΛΙΒΑΝΗ, με τίτλο: Μην ελπίζετε να απαλλαγείτε από τα βιβλία. Στο εξώφυλλο του βιβλίου, πάνω από τον τίτλο, ως προμετωπίδα, με μεγάλα μπορντό κεφαλαία γράμματα, τα ονόματα των συγγραφέων JEAN-CLAUDE CARRIERE & UMBERTO ECO, καθιστούν  εγγύηση, για μένα τουλάχιστον, πως όποιος το διαβάσει θα χάσει κάθε ελπίδα, που πιθανόν να είχε, για ... την απαλλαγή του από τα βιβλία!!
Το βιβλίο το ανακάλυψα, κατά τύχη, χθες και ίσα που το ξεφύλλισα. Σίγουρα δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που ελπίζουν να απαλλαγούν από τα βιβλία, ακριβώς το αντίθετο θα έλεγα. Οπότε  έναν  τέτοιο, πολλά υποσχόμενο τίτλο, το είδα σα κάποιας μορφής...σύμμαχο, στην προσπάθειά μου να εμπλέκω τους μαθητές σε αναγνωστικές διαδικασίες, μέσα από τις λέσχες ανάγνωσης!
Παραθέτω ένα απόσπασμα το οποίο, νομίζω, πρέπει να προβληματίσει όλους, ιδιαίτερα δε όσους εμπλέκονται με την εκπαίδευση. Είναι ένα απόσπασμα από το διάλογο μεταξύ των δύο συγγραφέων σχετικά με τη λειτουργία και το ρόλο της μνήμης, που μας έχει απασχολήσει και στο παρελθόν, με κάποια ίσως άλλη προσέγγιση, εκείνη  του θυμάμαι όσα ξέρω, του Ουναμούνο.
 Λένε, λοιπόν οι συνδιαλεγόμενοι συγγραφείς:

Ζ.Κ.Κ.: Αλλά, αν έχουμε στη διάθεσή μας τα πάντα για τα πάντα, χωρίς φιλτράρισμα, εν ολίγοις χωρίς να υπάρχουν περιορισμοί στις πληροφορίες στις οποίες έχουμε πρόσβαση μέσω των υπολογιστών μας, τότε τι θα σημαίνει η μνήμη; Ποιο θα είναι το νόημα αυτής της λέξης; Όταν θα έχουμε δίπλα μας έναν ηλεκτρονικό υπηρέτη ικανό να απαντάει σε όλα τα ερωτήματα μας, ακόμα και σ' εκείνα που δεν μπορούμε καν να διατυπώσουμε, τι θα απομείνει να μάθουμε; Όταν ο προσθετικός τεχνητός εγκέφαλός μας θα ξέρει τα πάντα, απολύτως τα πάντα, τι θα μένει να μάθουμε;

Ου. Ε.: Την τέχνη της σύνθεσης.

Ζ.Κ.Κ.: Ναι. Αλλά και την πράξη της εκμάθησης, Επειδή το να μαθαίνεις μαθαίνεται.

Ου. Ε.: Ναι,, πρέπει να μάθουμε πώς να ελέγχουμε μια πληροφορία της οποίας την αυθεντικότητα δεν μπορούμε να επαληθεύσουμε. Προφανώς, είναι το δίλλημα των εκπαιδευτικών. Για να ετοιμάσουν τα μαθήματά τους, οι μαθητές, οι φοιτητές θα αντλήσουν από το Διαδίκτυο τις πληροφορίες που χρειάζονται, χωρίς να γνωρίζουν αν αυτές οι πληροφορίες είναι σωστές. Και πώς θα μπορούσαν να ξέρουν; Συμβουλεύω, λοιπόν, τους εκπαιδευτικούς να ζητούν από τους μαθητές τους, όταν τους αναθέτουν μια εργασία, να κάνουν την ακόλουθη έρευνα: σχετικά με το προτεινόμενο θέμα, να βρίσκουν δέκα διαφορετικές πηγές πληροφοριών και να τις συγκρίνουν. Με αυτόν τον τρόπο θα ασκούν το κριτικό τους πνεύμα έναντι του Διαδικτύου, θα μαθαίνουν να μη δέχονται τα πάντα άκριτα.

Ζ.Κ.Κ.: Το ζήτημα του φιλτραρίσματος σημαίνει, επίσης, ότι πρέπει να αποφασίζουμε τι πρέπει να διαβάζουμε. Κάθε βδομάδα, οι εφημερίδες μας επισημαίνουν δεκαπέντε αριστουργήματα που "δεν πρέπει να χάσουμε", σε κάθε τομέα της δημιουργίας.

Ου. Ε.: Γι' αυτό έχω διατυπώσει τη "θεωρία του αποδεκατισμού". Ας πάρουμε τη δοκιμιογραφία. Αρκεί να διαβάζεις ένα βιβλίο στα δέκα. Για τα υπόλοιπα ανατρέχεις στη βιβλιογραφία, στις υποσημειώσεις, και αντιλαμβάνεσαι αμέσως αν οι παραπομπές είναι σοβαρές ή όχι. Αν το έργο είναι ενδιαφέρον, δεν είναι αναγκαίο να το διαβάσεις, αφού ασφαλώς θα σχολιάζεται, θα μνημονεύεται, θα κριτικάρεται στα υπόλοιπα έργα, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που αποφάσισες να διαβάσεις. Εξάλλου, αν είσαι πανεπιστημιακός, σου στέλνουν τόσο μεγάλες ποσότητες, έντυπου υλικού πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου, ώστε δεν σου περισσεύει χρόνος να το διαβάσεις όταν εκδοθεί. Ούτως ή άλλως είναι συχνά παρωχημένο όταν φτάνει στα χέρια σου. Και δεν χρειάζεται καν να αναφερθώ σε αυτά που στην Ιταλία ονομάζονται "μαγειρεμένα και φαγωμένα", βιβλία, δηλαδή γραμμένα επ' ευκαιρία γεγονότων και συγκυριών, που δε δικαιολογούν να χάσεις το χρόνο σου.

Από το παραπάνω απόσπασμα καταλήγω στα εξής συμπεράσματα:
Ο ρόλος της μνήμης, καθώς και το νόημά της θα πρέπει να αναθεωρηθούν. Η μνήμη χάνει πλέον την πρωταρχική της λειτουργία, αυτήν της καταγραφής κι αναπαραγωγής γνώσεων και αποκτά ένα ρόλο διοικητικό, διοργανωτικό, που κρίνει, κατευθύνει, καθοδηγεί και ... ηγείται, εν πολλοίς, των αποθησαυρισμένων, εκτός μνήμης,  γνώσεων. Επι πλέον, επιλέγει μεταξύ των συσσωρευμένων πληροφοριών αυτές που είναι ο θησαυρός και τις διαχωρίζει από τις άλλες κάνοντας delete στις δεύτερες! Για να πετύχει τον σκοπό αυτόν αναπτύσσει κι εφαρμόζει θεωρίες, όπως του αποδεκατισμού, που προτείνει ο Eco. Δεν υπάρχει τελικά λόγος να διαβάσουμε το πλέον ενδιαφέρον βιβλίο, αφού αυτό θα αναφέρεται, θα σχολιάζεται, θα αναλύεται σε όλα τα λιγότερο ενδιαφέροντα. 
Με τον τρόπο αυτόν, διαβάζοντας δηλαδή κάποιες από τις...δευτεράντζες(!), εξοικονομούμε πολύτιμο χρόνο! Αναρωτιέμαι, αν κατά αναλογία, θα μπορούσαμε να πούμε: "Δεν υπάρχει λόγος να συναναστρεφόμαστε καλλιεργημένους και σημαντικούς ανθρώπους, αφού όλοι οι υπόλοιποι, οι λιγότερο καλλιεργημένοι και σημαντικοί θα μιλούν γι' αυτούς."

Ο Umberto Eco, έχει απόλυτο δίκαιο έτσι όπως τα λέει, παρόλο που εγώ αντιδρώ κι εξίσταμαι επειδή  δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα, σχετικά με το ρόλο και το νόημα της μνήμης. Στην πράξη δεν κάνω κάτι διαφορετικό από αυτά που μας συμβουλεύει ο Eco! Πολλά βιβλία, ακόμη και κλασικής λογοτεχνίας, τα γνωρίζω από σχολιασμούς ή επισκοπήσεις κι αυτό καθόλου δε με εμποδίζει να εκφέρω άποψη :) Άλλωστε ένα από τα βιβλία αναφοράς που χρησιμοποιώ συχνά είναι το
"ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΔΙΑΒΑΣΕΙ", του Pierre Bayard, καθηγητή Λογοτεχνίας στο παρισινό πανεπιστήμιο Vincennes-Saint-Denis, το οποίο  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ. Ο Bayard γράφει:
" Ανάμεσα σ΄ένα προσεκτικά διαβασμένο βιβλίο και ένα βιβλίο που δεν έχουμε πιάσει ποτέ στα χέρια μας, και ούτε έχουμε ποτέ ακούσει έστω κάτι γι' αυτό, υπάρχουν πολλά ενδιάμεσα επίπεδα τα οποία αξίζει να μελετήσουμε με μεγάλη επιμέλεια."
Αντιστοίχως, πιστεύω πως ανάμεσα στη γνώση που αποκτούμε βιωματικά και σ' αυτή που αποκτούμε "εικονικά" και την καταχωρούμε λιγότερο στη φυσική και περισσότερο στην τεχνητή μας μνήμη, υπάρχουν πολλά ενδιάμεσα επίπεδα τα οποία, όχι απλά αξίζει αλλά, οφείλουμε επιπλέον να μελετήσουμε με μεγάλη επιμέλεια, αναπτύσσοντας νέες θεωρίες, αναφορικά με τη Μετα-μνήμη και τη λειτουργία της,  ή αναμορφώνοντας παλιότερες, όπως το ξυράφι του Όκαμ, που θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε κάποια θεωρία αποδεκατισμού σαν κι αυτήν που προτείνει ο Eco. 
Το παρήγορο είναι πως αυτή η ενδελεχής αναζήτηση μεθόδων και θεωριών γύρω από τις Μεταγνωστικές διαδικασίες και τις νέες αρμοδιότητες την μνήμης, εμπεριέχει, έστω και σε υπολανθάνουσα κατάσταση, την υπόσχεση: "ΜΗΝ ΕΛΠΙΖΕΤΕ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ", που  οι Carrier και Eco χαριτολογώντας την εξέφρασαν, θα έλεγα,  με τη μορφή προειδοποίησης ή...απειλής :)

--------------------------------------------------------------------------------------------------
Πραγματικά θα ήθελα όλες αυτές οι 'απειλές' που σφυροκοπούν  πάνω από το κεφάλι μας, σχετικά με την οικονομική  κατάσταση της χώρας, της Ευρώπης, του κόσμου όλου, να μπορούσαν με την ίδια (θεωρητική) ευκολία να μετασχηματιστούν, σε ... υποσχέσεις που θα γίνουν πράξη και τα σενάρια που θα οδηγήσουν σε λύση κι έξοδο από την κρίση να μην είναι τίποτε περισσότερο από  απλά και προσβάσιμα κείμενα,  όπως αυτά που διαβάζουμε στις σελίδες των βιβλίων, από τα οποία, όπως φαίνεται, δε θα απαλλαγούμε ποτέ...
  

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΑΡΓΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΛΟΥΣΙΑΝΑ ΜΠ.

Κατάφερα τελικά, αργά χθες το βράδυ, να ολοκληρώσω την ανάγνωση του μυθιστορήματος Ο ΑΡΓΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΛΟΥΣΙΑΝΑ ΜΠ., του Γκιγέρμο Μαρτίνες, που κυκλοφόρησε το Νοέμβρη του 2009, από τις εκδόσεις Πατάκη, αλλά δεν το είχα ανακαλύψει πριν από το προηγούμενο Σάββατο! Πολύ μεγάλη καθυστέρηση, αν λάβει κανείς υπόψη πως ο Μαρτίνες είναι από τους αγαπημένους μου. Για να είμαι όμως απόλυτα ειλικρινής οφείλω να πως πως δε θα κατάφερνα να διαβάσω το βιβλίο μέχρι την τελευταία του σελίδα, αν δεν είχα τρόπον τινά δεσμευτεί από την αμέσως προηγούμενη ανάρτηση που έκανα σε τούτο το blog!

Καθώς διάβαζα την ιστορία της Λουσιάνα Μπ., που-αρχικά-φαινόταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κι αρκετά πρωτότυπη, εκεί γύρω στη σελίδα 124, έχασα κάθε επαφή μαζί της και το μυαλό μου βρέθηκε να περιπλανιέται στο λιβάδι που έβλεπε από το παράθυρό του ο Σίλας Φλάνερυ, ενώ αυτός προσπαθούσε απεγνωσμένα να γράψει το βιβλίο του. Ο Φλάνερυ είναι ένας ιδιότυπος συγγραφέας στο βιβλίο του Καλβίνο, 'αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης...', όπως ήδη έγραψα, στην προηγούμενη ανάρτηση, στην οποία ο τίτλος "η ανάγνωση των διασταυρωμένων...βιβλίων", παραπέμπει στον τίτλο ενός άλλου βιβλίου του Καλβίνο, 'το κάστρο των διασταυρωμένων πεπρωμένων', με αφορμή το οποίο έκανα την πρώτη ανάρτηση του 2010, "ας είναι μια φωτεινή ιστορία". Δε θα επανερχόμουν στο θέμα, κάνοντας κύκλους ξανά και ξανά, γιατί είναι ήδη κουραστικό, πόσο μάλλον που παραπέμπω συνεχώς σε προηγούμενες αναρτήσεις μου.:) Αλλά, αναγκάζομαι να το πιάσω από κει που το άφησα :)... Αναγκάζομαι πράγματι να το κάνω. Γιατί μέχρι και σε κείνο  το σημείο, στη σελίδα 124, όλα έβαιναν περίπου ομαλά κι εγώ  ξαφνικά βρέθηκα, εντελώς  αναίτια... εκτός βιβλίου. Αφού περιπλανήθηκα, λοιπόν, αρκετά στο λιβάδι που απλώνονταν μπροστά στα μάτια του Φλάνερυ, ενώ αυτός προσπαθούσε εις μάτην να συλλάβει το θέμα του βιβλίου που ήθελε να γράψει,  κι αφού πέρασα από διάφορα άλλα κεφάλαια αυτού του ίδιου βιβλίου του Καλβίνο, με μεγάλη και φιλότιμη προσπάθεια επανήλθα στην ιστορία της Λουσιάνα, η οποία στο μεταξύ έμοιαζε να χάνει αφενός τη συνοχή της, να γίνεται, αφετέρου, προβλέψιμη και, κατά συνέπεια, να μειώνεται σταδιακά το ενδιαφέρον της...Είχα αρχίσει να  θεωρώ την ανάγνωση …χάσιμο χρόνου, και σκεφτόμουν στα σοβαρά να εγκαταλείψω οριστικά την προσπάθεια να  φτάσω μέχρι το τέλος, όταν ξαφνικά ακούω τον Κλόστερ, τον οποίον αναφέρω ως 'ασ' στην προηγούμενή μου  ανάρτηση, απευθυνόμενο στον αφηγητή συγγραφέα, τον οποίον αναφέρω ως 'βσ' στην προηγούμενη μου ανάρτηση, να λέει:

"...Αν στρίψετε ένα κέρμα δέκα φορές συνεχόμενες, το πιθανότερο είναι ότι θα έχετε μια τριπλή ή τετραπλή επανάληψη στη σειρά κορόνας ή γραμμάτων. Η Λουσιάνα ίσως είχε επανάληψη γραμμάτων όλα αυτά τα χρόνια. Η διανομή των θανάτων όπως και των χαρισμάτων, δεν είναι λογική. Και μπορεί ακόμα και στην τύχη να υπάρχει μακροπρόθεσμα κάποια ανώτερη φόρμα διαχείρισης της τιμωρίας. Ο Κόνραντ, τουλάχιστον, πίστευε το εξής: Δεν είναι η Δικαιοσύνη καλύτερος υπηρέτης των ανθρώπων, αλλά η σύμπτωση, η τύχη, το απρόσμενο, σύμμαχοι του υπομονετικού χρόνου, οι οποίοι φέρνουν ακρίβεια και ισορροπία στη ζυγαριά. Δεν είναι όμως παράδοξο να πρέπει να θυμίζω εγώ σε σας την ύπαρξη της τύχης; Εσείς δεν είστε μήπως που γράψατε ένα μυθιστόρημα που λέγεται Οι τυχαίοι, εσείς δεν είστε που υποστηρίζετε με ζέση τις κατασκευές του Περέκ και τις τράπουλες του Καλβίνο..."

…"και τις τράπουλες του Καλβίνο"!!! Έτσι δεν είπε; Είπε ή δεν είπε "Καλβίνο"!? Το ξαναδιάβασα για να σιγουρευτώ και ένιωσα μια βαθιά δικαίωση! Σα να εκδικαζόταν δική μου υπόθεση και αίφνης μου ανακοινώθηκε ότι κέρδισα τη δίκη. [Δεν έχω προσωπική εμπειρία από δίκες, αλλά υποθέτω πως αν κέρδιζα ποτέ μια δίκη κάπως έτσι θα ένιωθα :)]. Από τη σελίδα 124 λοιπόν, όπου ένιωσα χωρίς λόγο να μπαίνω στο βιβλίο του Καλβίνο μέχρι και τη σελίδα 176 μέσα στην οποία επιτέλους οι μάσκες έπεσαν κι αποκαλύφθηκε ότι πράγματι κάπου εκεί γύρω περιφερόταν ο ίδιος ο Καλβίνο, όλο αυτό το διάστημα, ο συγγραφέας Μαρτίνες, ο συγγραφέας αφηγητής, 'σβ', η Λουσιάνα, ο Κλόστερ κι εγώ, η αναγνώστρια kk, παίζαμε, όλοι μαζί, το "ψέματα και μυστικά",  έχοντας ο καθένας στο μυαλό του κάτι άλλο από αυτό που υποτίθεται πως έκανε... Εγώ, ας πούμε, υποκρινόμουν ότι διάβαζα το μυθιστόρημα του Μαρτίνες. Ο Μαρτίνες, πιθανόν -κι όχι κατ’ ανάγκη στον ίδιο χρόνο με μένα- να υποκρινόταν πως έγραφε μυθιστόρημα με τίτλο Ο ΑΡΓΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΛΟΥΣΙΑΝΑ ΜΠ.
Η Λουσιάνα Μπ., για το χατίρι όλων μας, υποκρινόταν πως πέθαινε αργά αργά, μα κάθε άλλο παρά αυτό έκανε. Ο Κλόστερ έγραφε βιβλία γεμάτα θανάτους, κι έκρυβε στο συρτάρι το βιβλίο που... σκότωνε!Υποτίθεται! Και τέλος ο αφηγητής, ο συνδετικός μας κρίκος, υποκρινόταν με τη σειρά του πως αφηγούνταν μια ιστορία η οποία εξελισσόταν εκεί μπροστά στα μάτια του και έδειχνε να ξαφνιάζεται με όλα αυτά τα απρόσμενα που συνέβαιναν! Ακόμα και με μένα έδειχνε ξαφνιασμένος ώρες ώρες! Εγώ όμως απρόσμενα δεν μπορώ να πω ότι τα έβρισκα όλα αυτά και δεν ξαφνιάστηκα καθόλου με την τροπή που πήραν τα πράγματα. Ήταν προβλέψιμο το τέλος του βιβλίου το οποίο, επιπλέον, τίποτε κοινό δεν είχε με εκείνο το τέλος, το πολύ ευφάνταστο,  που εγώ είχα επινοήσει την Κυριακή το βράδυ, για την περίπτωση που δεν θα κατάφερνα να διαβάσω το βιβλίο μέχρι την τελευταία του σελίδα. Ατυχώς όμως  και το διάβασα όλο και ικανοποιημένη δεν έμεινα, αφού δεν ανταποκρίθηκε καθόλου στις προσδοκίες που είχα λόγω του ονόματος του συγγραφέα, καθώς  και της πρότερης σχέσης μου μαζί του. Με ξεγέλασε.
Ειδικά δε μετά την ανάγνωση του μότο που υπήρχε στην αρχή:

Στη φυσική οτιδήποτε συγκρούεται δέχεται αντίδραση ανάλογη της κρούσης' στην ηθική, όμως, η αντίδραση είναι ισχυρότερη της δράσης. Η αντίδραση στην εξαπάτηση είνα η περιφρόνηση' στην περιφρόνηση, το μίσος' στο μίσος, ο φόνος.

ΤΖΙΑΚΟΜΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑ

Η ιστορία της ζωής μου

θαρρώ πως δικαίως πίστεψα ότι διαβάζοντας το μυθιστόρημα του αγαπημένου μου Μαρτίνες θα προβληματιστώ πολύ πάνω στην αναζήτηση της σωστής αναλογίας μεταξύ εγκλήματος και τιμωρίας, και μην πάει το μυαλό σας στον Ρασκόλνικωφ! Κάθε άλλο παρά αυτό συνέβη.
Είχα πολύ καιρό να διαβάσω βιβλίο, το οποίο διέπεται σε τέτοιο βαθμό από ασάφεια θεματικού προσανατολισμού! Πού ακριβώς εστίαζε; Τι τον βασάνιζε τον άνθρωπο; Όλοι αυτοί οι φόνοι! Σε εξίσωση ενός άλλου φόνου! Η τιμωρία δυσανάλογη. Η θεία δίκη χειραγωγίσιμη! Το υπερφυσικό κακό ανεξέλεγκτος υποκινητής και μεταφορέας της μυθιστορίας στη ζωή. Ούτε τύχη, ούτε ατυχία! Όλα στημένα, χωρίς στην ουσία να ξεπληρώνεται τίποτε! Απάτη; Για ποιο λόγο μπήκε σ' αυτήν την περιπέτεια;  Στη συγγραφή ενός τέτοιου μυθιστορήματος; Ίσως κάποτε παραπέσει καμια συνέντευξή του στα χέρια μου και μάθω. Ή ίσως έχω  για μια δεύτερη φορά την τύχη να δειπνήσω μαζί του! :)
Αν συμβεί τούτο το απίθανο, τότε θα τον ρωτήσω! Γιατί το έγραψες; Και ποιο είναι τελικά το συμπέρασμα για τη σωστή αναλογία; Πόσο δίκαιο πιστεύεις πως είχε ο Καζανόβα; 
Υπάρχει τάχα μια φόρμουλα γενικής ισχύος ως προς το μέτρο και τον τρόπο "ανταπόδωσης" ενός εγκλήματος;  
Προς το παρόν μένω με την εντύπωση πως σε όλο το βιβλίο ο Μαρτίνες κινείται σα να μην είχε αποφασίσει εξ αρχής περί τίνος πρόκειται. Σα να ήθελα απλά να πειραματιστεί παραθέτοντας βιβλία και τσιτάτα άλλων συγγραφέων, που τα αναμίγνυε, χωρίς καν μια σχετική...αναλογία, με τα λόγια των δικών του ηρώων, για παράδειγμα: 
"Η μυθοπλασία συναγωνίζεται τη ζωή, έλεγε ο Τζέιμς,  κι είναι σίγουρο. Αλλά αν η μυθοπλασία είναι ζωή, αν η μυθοπλασία δημιουργεί ζωή, τότε μπορεί να δημιουργεί και θάνατο.",
που λέει σε κάποια στιγμή ο Κλόστερ...



Αν πράγματι αυτός ήταν ο στόχος του, να μας ταξιδέψει δηλαδή στον Καλβίνο, στον Κόνραντ, στον Τζέιμς, στον Πέρεκ, τότε πρέπει να παραδεχτώ πως τον πέτυχε απόλυτα!
Δε διάβασα σχεδόν ούτε ένα κεφάλαιο από τον αργό θάνατο της Λουσιάνα Μπ., χωρίς να αποδράσω σε κάποιο άλλο Βιβλίο, είτε από αυτά που είχα ήδη διαβάσει είτε από αυτά που αναφέρονταν κι εγώ τα κατέγραφα στη λίστα των μελλοντικών μου αναγνωσμάτων ...:)
Ίσως πάλι, μέσα από τον Αργό Θάνατο, ο Μαρτίνες να απέβλεπε απλώς στο να μας οδηγήσει σε μια απελπιστικά...Αργή Ανάγνωση :)

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Η ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ... ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΜΕΝΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ!

Με τον Γκιγέρμο Μαρτίνες με...σύστησε η Ρ, η υπεύθυνη σε ένα από τα  βιβλιοπωλεία που  μου πρόσφερουν φιλοξενία τα σαββατιάτικα πρωινά! Πριν καλά καλά δρασκελίσω την πόρτα η Ρ, που με παίρνει είδηση ακόμη κι όταν βρίσκεται στο πατάρι, τρέχει κρατώντας πάντα στο χέρι της κάποιο βιβλίο που ανήκει στην "κατηγορία αυτών που με ενδιαφέρουν", όπως η ίδια χαρακτηρίζει τα βιβλία που διαβάζω! Πριν από τέσσερα χρόνια, λοιπόν, ένα πρωί Σαββάτου, βρίσκω τη Ρ με ένα βιβλίο του Γκιγέρμο Μαρτίνες στο χέρι. "Το ξέρεις αυτό; Η ακολουθία της Οξφόρδης. Πολύ καλό!". Δεν το ήξερα, αλλά η Ρ  που το είχε ήδη διαβάσει ήταν ενθουσιασμένη και μάλιστα είχε κι απορία με μια ακολουθία συμβόλων που εμφανίζεται στη σελίδα 41, για την οποία επικαλέστηκε τη βοήθειά μου :) Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή, με έναν συγγραφέα που είχα την τύχη να γνωρίσω, όταν δυο χρόνια μετά, το Μάη του 2008, ήρθε για μια και μοναδική παρουσίαση του βιβλίου του, Σχετικά με τον Ροδερέρ, στην Αθήνα, όπου πήγα τρέχοντας, ξεκινώντας μάλιστα από την Κομοτηνή, γιατί εκεί βρισκόμουν τον καιρό εκείνο...
Η εμπειρία που είχα με αποζημίωσε και για τα χιλιόμετρα και για τη δαπάνη!  Ο low profil, μικρόσωμος, με χαμηλή αργόσυρτη φωνή και  με γκρίζο, ντεμοντέ, κουστούμι, που είδα μπροστά μου στο πατάρι του Παπασωτηρίου, καθόλου δεν ανταποκρίθηκε εκ πρώτης στην εικόνα που τον αναπαριστούσε στο κεφάλι μου κι ήταν φτιαγμένη από  φωτογραφίες του, που είχα δει στο διαδίκτυο, και από όσα είχα διαβάσει στο βιβλίο του! Όσο όμως μιλούσε κι απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του έκαναν, τόσο εκείνη η πρώτη -όχι καλή- εντύπωση υποχωρούσε και η αίγλη που του είχα προσδώσει πριν τον δω δια ζώσης ανακτούσε το χαμένο της έδαφος! Και, μετά την ανάγνωση του βιβλίου Σχετικά με τον Ροδερέρ, ο Μαρτίνες είχε κατακτήσει πλέον μια από τις υψηλότερες θέσεις στη λίστα των σύγχρονων αγαπημένων μου συγγραφέων.

Χθες το πρωί ανακάλυψα πως ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ., το τελευταίο μυθιστόρημά του Μαρτίνες κυκλοφορεί,  και πάλι από τις εκδόσεις Πατάκη όπως και τα δύο προηγούμενα, και φυσικά ενθουσιάστηκα! Και φυσικά το αγόρασα! Και φυσικά... δεν το  διάβασα! Όχι επειδή δε βρήκα ακόμη το χρόνο να το κάνω,  γιατί χρόνος υπάρχει άπλετος, αρκεί να τον ξετρυπώνει κανείς από κει που πάει και κρύβεται, αλλά επειδή φτάνοντας λίγο πριν τη μέση, στη σελίδα 124 για την ακρίβεια, σε σύνολο 272 σελίδων, ένιωσα σα να... βγαίνω ξαφνικά από την ιστορία που διάβαζα. Η τραγική φιγούρα της Λουσιάνα Μπ., που αφηγείται σε έναν συγγραφέα τι πιστεύει για τις δολοφονίες αγαπημένων της προσώπων, είναι σχεδόν καθηλωτική!
Ο Μαρτίνες δημιουργεί περίτεχνα, δηλαδή  μαθηματικότροπα :),  την αίσθηση μιας σχετικής συμμετρίας βάζοντας την Λουσιάνα Μπ., να θεωρεί ύποπτο έναν άλλον συγγραφέα και να ζητάει βοήθεια από τον πρώτον για να αποκαλύψει την ενοχή του δεύτερου. Ο πρώτος λοιπόν, που στο εξής θα αποκαλώ  βσ, βοηθό συγγραφέα, πείθεται, κόντρα στην επιθυμία του(!), να βοηθήσει την Λουσιάνα και να επικοινωνήσει με τον άλλον συγγραφέα, που στο εξής θα αποκαλώ ασ. Ο βσ δεν είχε γνωρίσει τον ασ στο παρελθόν και δεν είχαν ποτέ καμια επικοινωνία, πλην από μια κακή κριτική που έγραψε ο βσ για ένα βιβλίο του ασ, από φθόνο, μάλλον, για τη μεγάλη του επιτυχία... Λίγες μόλις σελίδες πριν από το σημείο στο οποίο αιφνιδίως διέκοψα την ανάγνωση ο βσ, αποφασισμένος  να βοηθήσει,  τηλεφωνεί στον ασ και του λέει πως θέλει να γράψει ένα βιβλίο βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία, που του διηγήθηκε μια κοινή γνωστή, και στο οποίο ο ασ παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στους κατά συρροήν φόνους που, μέχρι εδώ,  διαπράχτηκαν...
Μετά την τηλεφωνική συνομιλία των ασ και βσ, ένιωσα πως το βιβλίο με...πέταξε έξω! Δεν είχα νιώσει κάτι παρόμοιο μέχρι τώρα με κανένα άλλο βιβλίο! Ήταν σα να σταμάτησε εκεί μπροστά μου η εξέλιξη της ιστορίας και σα να βρέθηκα ξαφνικά μέσα στο ημερολόγιο του Σίλας Φλάνερυ! Δεν προσαρμόστηκα με τη μια στο καινούριο αυτό περιβάλλον. Κατέβαλα προσπάθεια για να καταλάβω που ακριβώς βρίσκομαι, τι μου θυμίζει αυτό που σκέφτομαι  και από ποιους συνειρμούς οδηγήθηκα σ' έναν τόσο οικείο χώρο που όμως δεν μπορούσα  να προσδιορίσω ούτε ως προς τη φύση  ούτε ως προς τις διαστάσεις. Κατάφερα τελικά να βγω από αυτόν τον νοητικό λαβύρινθο, σα να άναψε ξαφνικά μια φωτεινή ένδειξη πάνω από τη σωστή διαδρομή! Η διαδρομή, υπόγεια, με οδήγησε στο όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου"αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης.." του Ίταλο Καλβίνο.
Οι δυο συγγραφείς!  Μέσα στο ημερολόγιο του Σίλας Φλάνερυ. Ο παραγωγικός συγγραφέας, αυτός  που ακολουθεί τις συνταγές της επιτυχίας, γράφοντας τα a priori ευπώλητα κι ο άλλος, ο πνευματικός που τρώει τις σάρκες του και καταθέτει την ψυχή του σε κάθε μια αράδα που συντάσσει.  Και οι δυο τους να φθονούν ο ένας τον άλλον, να θέλουν να γίνουν ο άλλος, ώσπου συναντιούνται...

Πόσο ο Μαρτίνες, συνειδητά ή υποσυνείδητα, ταξιδεύει μια νύχτα του χειμώνα σε...(α)σύμμετρη αφήγηση με τον Ίταλο Καλβίνο; Ή πόσο εγώ, έχοντας διαβάσει  το "αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης..",  βρίσκω τα ίδια αφηγηματικά μονοπάτια, τις ίδιες νοητικές ακροβασίες, τον ίδιο οικείο χώρο σε κάθε άλλο βιβλίο που διαβάζω μετά από αυτό; 
Είναι όπως εκείνον τον πρώτο καιρό που χάνεις την  αγάπη κι έχεις μονίμως την αίσθηση ότι σε κάθε γωνιά που στρίβεις, ο κάθες ίσκιος που συναντάς είναι ο δικός της ίσκιος...Μπορεί. Όμως φαντάζομαι  την εξέλιξη στον αργό θάνατο της Λουσιάνα Μπ. Τη μαντεύω. Κι αυτό με 'βγάζει' από το βιβλίο. Με μεταφέρει σε άλλα βιβλία ή πιο σωστά με μεταφέρει στο βιβλίο των βιβλίων, σ' αυτό που περιέχει μέσα του όλα τα επόμενά μου αναγνώσματα. Κι όλα τα προηγούμενα.
 Μπορεί βέβαια όλο αυτό να μην είναι παρά μια ψευδαίσθηση, [σαν την ψευδαίσθηση που έχουν όσοι πιστεύουν πως τα άσπρα μαλλιά κάνουν μια γυναίκα να φαίνεται...κουλτουριάρα! :)]

Μαντεύω, ωστόσο, πως οι ασ και βσ, θα ανταλλάξουν τους ρόλους τους, κι ύστερα  θα τους αλλάξουν πάλι. Οι κόμποι και  οι δεσμοί, οι γόρδειοι και μη, θα λυθούν όπως λύνονται τα μάγια,
πάνω στις τροχιές που αφήνουν πίσω τα πεφτάστερα...

Θα μάθω, αν μάντεψα σωστά, μόνο αν καταφέρω να διαβάσω μέχρι τέλους το βιβλίο.
Ή αν κάποιος που το διάβασε μου ψιθυρίσει τη συνέχεια.
[ Ποτέ δεν πρέπει να αποκλείεις κανένα ενδεχόμενο, ακόμη και τα αδύνατα...Ειδικά αυτά :)]
Αλλά, για την περίπτωση που δεν τα καταφέρω να διαβάσω το βιβλίο μέχρι τέλους, επειδή θα   εξακολουθεί να με "πετάει" έξω(!) καθώς θα διασταυρώνεται με άλλα βιβλία και, επίσης, για την περίπτωση που δε βρεθεί κάποιος, ο οποίος το έχει διαβάσει, να μου αποκαλύψει την εξέλιξη,
έχω ήδη επινοήσει...ένα τέλος που θα μου άρεσε. 
Έχω σκεφτεί ένα τέλος που θα μου άρεσε, για παν ενδεχόμενο και για πάσα διασταύρωση! ...:) :)

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

ΔΥΟ ΚΑΙ ΔΥΟ ΚΑΝΟΥΝ ΠΕΝΤΕ!

"...Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, προ πάντων δημιουργικό, που είναι καταδικασμένο να βαδίζει προς κάποιο σκοπό κατά πολύ συνειδητό τρόπο, και να 'ναι όπως ο μηχανικός, δηλαδή ν' ανοίγει ένα δρόμο αιώνια και ακατάπαυστα, αδιάφορο σε ποια κατεύθυνση. Μα τι θέλετε, ίσως του 'ρχεται καμιά φορά η επιθυμία να λοξοδρομήσει, γιατί είναι ακριβώς καταδικασμένος ν' ανοίξει ένα δρόμο• κι άκόμα γιατί όσο κουτός και να 'ναι γενικά ο άνθρωπος της δράσης, ο πρακτικός άνθρωπος, του 'ρχεται καμιά φορά στο κεφάλι πως ο δρόμος τελειώνει πάντα κάπου• πως το κυριότερο δεν είναι πού ο δρόμος πηγαίνει, αλλά να τον κάνει να τραβήξει μπρος και πως το φρόνιμο παιδί δεν εγκαταλείπει το επάγγελμα του μηχανικού και δε ρίχνεται στην ολέθρια τεμπελιά, που είναι, καθώς ξέρουμε, η μητέρα κάθε διαφθοράς. Ο άνθρωπος αγαπά να χτίζει και να χαράζει δρόμους, αυτό είναι αναμφισβήτητο. Μα γιατί ν' αγαπά μέχρι τρέλας και την καταστροφή, το χάος; Πήτε μου το λοιπόν! Πάνω σ' αυτό επιθυμώ να πω κι εγώ δυο λόγια, ξεχωριστά. Αν αγαπά τόσο την καταστροφή και το χάος (είναι αναμφισβήτητο πως το αγαπά, κάποτε μάλιστα πολύ) μήπως είναι γιατί εξ ενστίκτου φοβάται ότι θα φτάσει στο σκοπό, και ότι θα τελειώσει το οικοδόμημα που άρχισε; Πού ξέρετε; Ίσως να μην αγαπά το οικοδόμημα παρά μόνο από μακριά, μα καθόλου από κοντά• ίσως να θέλει μόνο να φτιάσει μα όχι να κατοικήσει• να το εγκαταλείψει μόνο στα οικιακά ζώα: στα μυρμήγκια, τα πρόβατα και τ' άλλα. Τα μυρμήγκια έχουν εντελώς διάφορο γούστο. Έχουν ένα οικοδόμημα καταπληκτικό στο είδος τους, ακατάστρεφτο: τη μυρμηγκοφωλιά.
Τα αξιοσέβαστα μυρμήγκια άρχισαν από τη μυρμηγκοφωλιά και θα τελειώσουν ασφαλώς εκεί, πράγμα που τους περιποιεί μεγάλη τιμή για την επιμονή τους και το θετικό τους πνεύμα. Ο άνθρωπος όμως είναι επιπόλαιο πλάσμα, ανισόρροπο και ίσως όπως ο παίχτης του ζατρικίου, αγαπά μόνο το παίξιμο και όχι το σκοπό του παιχνιδιού. Και ποιος ξέρει (δεν μπορούμε να απαντήσουμε) ίσως ο σκοπός στον οποίον τείνει η ανθρωπότητα να είναι μόνο το ακατάπαυστο παίξιμο, με άλλα λόγια.
Ενδιαφέρεται μονο για την ίδια τη ζωή κι όχι γαι το σκοπό της που δεν είναι άλλο βέβαια παρά το δυο και δυο κάνουν τέσσερα, δηλαδή ένας τύπος. Μα δυο και δυο κάνουν τέσσερα, δεν είναι πια η ζωή, κύριοι, είναι το αρχίνισμα του θανάτου. ΄Αλλωστε ο άνθρωπος φοβήθηκε πάντα αυτό το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, και το φοβάμαι κι εγώ ακόμα. Ας παραδεχτούμε πως ο άνθρωπος άλλο δεν κάνει παρά ν' αναζητεί το δυο και δυο κάνουν τέσσερα• διασχίζει ωκεανούς, ριψοκινδυνεύει τη ζωή του στα ψαξίματά του, μα το να βρει κάτι πραγματικά το φοβάται,  το φοβάται στα γερά. Καταλαβαίνει πως όταν θα το βρει δε θα ΄χει πια τίποτε άλλο να ζητήσει. Οι εργάτες σαν αποτελειώσουν τη δουλειά τους, παίρνουν τουλάχιστον χρήματα, πάνε στο καπηλιό και έπειτα ψάχνουν πάλι για δουλιά. Και να, βρίσκουν για άλλες έξι μέρες. Μα ο άνθρωπος πού θα πάει; Ναι, βλέπει κανείς πως αρχίζει να στενοχωριέται, όταν φτάνει στο σκοπό του. Αγαπά το πώς να τον φτάσει μα όχι και να τον φτάσει, ολότελα. Αυτό βέβαια είναι παράξενο. Με μια λέξη ο άνθρωπος είναι παράξενα καμωμένος. Χωρίς άλλο κάτι το αστείο υπάρχει μέσα σε όλα αυτά. Μα δυο και δυο κάνουν τέσσερα, αυτό είναι ανυπόφορο πράγμα. Δυο και δυο κάνουν τέσσερα! Μα κατά τη γνώμη μου, κύριοι είναι αυθάδεια. 
Δυο και δυο κάνουν τέσσερα, μοιάζει με κάποιον αυθάδη που στέκεται στη μέση του δρόμου, με τα χέρια στη μέση και σου τον φράζει, σε προκαλεί. Συμφωνώ, δυο και δυο κάνουν τέσσερα, είναι έξοχο πράγμα: μα για να το θαυμάσω, όχι!
Λοιπόν, δυο και δυο κάνουν πέντε, είναι καμμιά φορά πιο χαριτωμένο αυτό."

Είναι ένα απόσπασμα από το αυθεντικό χειρόγραφο του Ορντίνωφ, ο οποίος καταγράφει έναν διάλογο που στήνει με τους φανταστικούς του ακροατές, από ανάγκη να βγάλει από μέσα του τη περίσσεια του οργή, την αγανάκτηση, το θυμό, μα κυρίως - θα έλεγα εγώ - το μεγάλο του παράπονο.
Ο Ορντίνωφ είναι ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι στο "ΥΠΟΓΕΙΟ", και όπως λέει ο ίδιο ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στην αρχή του βιβλίου:

"Ακέρια τα χειρόγραφα του Ορντίνωφ θα διαβάσετε. Ένοιωθε τον εαυτό του, και δεν είχε άδικο, σαν εξόριστο απ' όλο τον κόσμο, μακριά από την κίνηση και το φως, μακριά από τη ζωή. Για τούτο θα βρει κανείς συχνά στις γραμμές του τη λέξη "Υπόγειο". Ζούσε πραγματικά σάμπως σ' ένα "πνευματικό υπόγειο", είχε ένα ΠΝΕΥΜΑ ΥΠΟΧΘΟΝΙΟ, αναμετρώντας πάντα όλα τα σκοτάδια της σκέψης του, κι ανασκαλεύοντας πάντα, όλο και  πιο βαθιά τα μαρτύρια της συνείδησής του: "η συνείδηση είναι αρρώστια" γράφει κάπου. [...]
Από το Υπόγειο λοιπόν μπορεί να πει κανείς πως αρχίζει η πένθιμη αυτή ιστορία ενός ανθρώπου που υπήρξε θύμα του δικού του μονάχα φωτεινού μυαλού. Γιατί ο άνθρωπος αυτός είδε και γνώρισε τον εαυτό του, κι η μοίρα του είναι η θλιβερή απάντηση στο αρχαίο απόφθεγμα: "Γνώθι σαυτόν"- Όχι δεν είναι καλό να γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του. "

Έτσι κλείνει ο Ντοστογιέφσκι τον δισέλιδο πρόλογό του, για να δώσει στη συνέχεια το λόγο στον ήρωα του, τον Ορντίνωφ,  και δια στόματος αυτού να πει κουβέντες που  εξοργίζουν, όχι γιατί είναι ολότελα αναδαφικές ή ψευδείς, μα ακριβώς για το αντίθετο, επειδή το βάρος της αλήθειας που περιέχουν είναι, ενίοτε, δυσβάσταχτο.
Και γίνονται ακόμη βαρύτερα τα νοήματα, αν διαβάζει κανείς τα 'χειρόγραφα' του Ορντίνωφ, αμέσως μετά το δελτίο ειδήσεων των οχτώ, όπου έχει ήδη πάρει  ένα μάθημα 'ανατρεπτικών' μαθηματικών από τον ΓΓ της ΕΣΥΕ. Στην περίπτωση αυτή βέβαια, στα μαθηματικά δηλαδή του Γενικού Γραμματέα, μια  'λογοτεχνική εξίσωση', όπως αυτή του Ορντίνωφ: "δύο και δύο κάνουν πέντε", ωχριά μπρος στις εξισώσεις που κάποιοι  επιστήμονες της Στατιστικής επινόησαν, όχι, όπως οι λογοτέχνες με σκοπό να ανατρέψουν τη Λογική, αλλά για να προσβάλουν τη δική μας. Παρόλα αυτά υπάρχει ένα σημείο στο οποίο, νομίζω, συγκλίνουν τρόπον τινά οι θέσεις των Ορντίνωφ και ΓΓ. Είναι εκείνο το σημείο όπου ο πρώτος καθιστά σαφή τη διάκριση μεταξύ ανθρώπου και εργάτη, ενώ ο δεύτερος με την... προσήκουσα ασάφεια του πολιτικού λόγου, διακρίνει τους ανθρώπους σε πολιτικούς και μη.

Αναρρωτιέμαι τι ήρωες θα επινοούσε ο Ντοστογιέφσκι, αν παρακολουθούσε μαζί μας τα δελτία των ειδήσεων.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΔΙΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΚΟ ΜΥΘΟ...

Το επικρατέστερο μοτίβο στις ιστορίες που διηγούνται τη δημιουργία του κόσμου, αμέσως μετά το αυτονόητο "εν αρχή ην...", είναι το γενεαλογικό δέντρο της πρώτης, θεϊκής σχεδόν πάντα, οικογένειας που δημιουργείται από αυτό το οποίο ήτο εν αρχή  ή ήτο η ίδια η αρχή, για να γίνει  στη συνέχεια η πρώτη ύλη των μεγαγενέστερων. Αυτοί οι μεταγενέστεροι ξεπηδούν από το κεφάλι  ή το σώμα  ή το πνεύμα τούτου το πρώτου όντος κι αρχίζουν να αναπαράγονται, ζευγαρώνοντας μεταξύ τους με τρόπο που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο πάντα επεισόδιο:  οι προβλεπόμενες θέσεις εξουσίας  είναι, ξαφνικά,  λιγότερες από τους διεκδικητές τους! Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, ή λίγο μετά από αυτό,  ξεκινούν οι ίντριγκες, οι φόνοι, οι εκδικήσεις και  οι αντεκδικήσεις, με αποτέλεσμα η εξουσία, με τη μορφή θώκου, να άγεται  και φέρεται από τον  ισχυρό στον  ισχυρότερο και αντιστρόφως και ξανά, και πάλι από την αρχή... Κλασικό παράδειγμα αυτού του γενικού μοντέλου κοσμογονίας είναι η αρχαία αιγυπτιακή  που ξεκινά κάπως έτσι:

..."Στην αρχή υπήρχε μόνο ο Νουν, ο πρωταρχικός ωκεανός. Από τον Νουν ξεπήδησε ο Ατούμ - Ρα. Ο Ατούμ - Ρα δημιούργησε τον αέρα, τον Σου και την υγρασία την Τνεφούτ. Ο Σου και η Τνεφούτ γέννησαν δυο παιδιά, τη Νουτ, τη θεά του ουρανού και τον Γκεμπ το θεό της γης..."

Μέχρι εδώ τα πράγματα βαίνουν ομαλώς και αρμονικώς! Παρολίγο, μάλιστα, το αναπαραγόμενο πλήθος να ακολουθήσει τους αριθμούς του Φιμπονάτσι: 1, 1, 2! Αν είχαν κάνει μετά τρία αντί για δύο παιδιά, θα λέγαμε τώρα πως οι αριθμοί 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13,... είναι αυτοί που, αν διαιρέσουμε κάποιον με τον προηγούμενό του, δίνουν  τον  φ της χρυσής τομής και θα μιλούσαμε για τους κοχλίες και τις σπειροειδείς δομές και άλλα πολύ ενδιαφέροντα, αλλά δεν ήρθε ακόμη η ώρα των Μαθηματικών, αφού έκαναν δύο παιδιά αντί για τρία, οπότε συνεχίζουμε την ιστορία:

"Από τη Νουτ και τον Γκεμπ γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά, ο Όσιρις, η Ίσιδα, ο Σηθ και η Νέφθυ. Ό Όσιρις και η Ίσις αγαπήθηκαν μέσα από την κοιλιά της μάνας τους. Ο Όσιρις γεννήθηκε πρώτος, έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου και παντρεύτηκε την Ίσιδα..."

Από δω και πέρα αρχίζει, αυτό που ακολουθεί τελεολογικά την αρχική αρμονική και πολλά υποσχόμενη αναπαραγωγή. Αρχίζει η μεγάλη μάχη, η οποία εν τάχει έχει ως εξής: Ο Σηθ, που, δικαίως θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο, αφού ο αδερφός του τα  πήρε όλα, και τον θρόνο και την ωραία αδερφή,  διεκδικεί την εξουσία. Στήνει ολόκληρο κόλπο, κλειδώνει τον Όσιρι σε ένα μπαούλο, περίτεχνο ωστόσο, και τον πετάει στο Νείλο. Κι ενώ νομίζει πως θρόνος και Ίσιδα είναι παντοτινά δικά του, η Ίσιδα, χαλώντας τον κόσμο, βρίσκει το περίτεχνο μπαούλο και το φέρνει πίσω. Ο Όσιρις, που, μάλλον για τις ανάγκες του μύθου, δεν βγαίνει εξ αρχής από το μπαούλο, ξαναπέφτει θύμα εγκληματικής  πράξης του Σηθ, ο οποίος τον κάνει, αυτή τη φορά,  κομμάτια δεκατέσσερα  όσοι και οι νομοί της Αιγύπτου, και θάβει ένα κομμάτι σε κάθε νομό. Η Ίσιδα και πάλι δεν τα παρατάει, ξεθάβει τον άντρα της κομμάτι κομμάτι. Συγκεντρώνει τα κομμάτια του, εκτός από ένα, το επίμαχο,  αλλά δεν θα υπεισέλθω σε τέτοιες λεπτομέρειες. Άλλωστε ούτε η Ίσιδα φάνηκε να πικράθηκε! Αντικατέστησε το χαμένο κομμάτι με ένα άλλο, φτιαγμένο από  χρυσό, συναρμολόγησε τον τεμαχισμένο βασιλέα κι ύστερα χόρεψε μπροστά στο κουφάρι έναν χορό από εκείνον που και  νεκρούς ανασταίνει, οπότε ο νεκρός αναστήθηκε και το  ζευγάρωμα που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα έναν γιο, τον Ώρο!Επιτέλους, εμφανίζεται ο γιος που θα πάρει εκδίκηση για τον πατέρα. Αλλά τα βάσανα των βασιλέων, όπως και των θεών, τελειωμό δεν έχουν. Ο Ώρος, για να πάρει εκδίκηση,  κόβει από τον Σηθ ό,τι αυτός είχε κόψει από τον Όσιρι,  και ο  Σηθ, ακολουθώντας την ανταποδοτικήν οδόν,  βγάζει το μάτι του ανηψιού, αλλά δεν εκτονώνει το μένος του παρά μόνον όταν το κατατεμαχίζει σε έξι μέρη! Από αυτά  τα έξι μέρη του ματιού του Ώρου ξεπηδά ένα γεφύρι προς τα Μαθηματικά, οπότε διακόπτω την εξιστόρηση του μύθου, όπου στο μεταξύ οι θεοί, κρίνοντας πως ήρθε η ώρα να παρέμβουν, διαβουλεύονται για την τύχη των δύο κατακρεουργηθέντων και για την ανακατανομή της εξουσίας με τρόπο ικανοποιητικό, αν κάτι τέτοιο είναι ποτέ δυνατόν, έστω κι από μια επιτροπή θεών!



ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ:
Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν σύστημα αριθμών με βάση το 10, αλλά είχαν μόνο εφτά διαφορετικά σύμβολα, σε αντίθεση με μας που έχουμε δέκα. Το σύστημά τους ήταν δεκαδικό, επαναληπτικό, μη θεσιακό, δηλαδή η αξία του συμβόλου παρέμενε σταθερή, αναξάρτητα από τη θέση του.  Χρησιμοποιούσαν τα μοναδιαία κλάσματα, για τα οποία διέθεταν  ιδιαίτερα σύμβολα και έλυναν προβλήματα «ρητορικής άλγεβρας», προβλήματα δηλαδή που η λύση τους διατυπώνεται σε πεζό λόγο, χωρίς   τυποποίηση.                     Τα αιγυπτιακά Μαθηματικά  τα γνωρίζουμα κυρίως από τις εξής πηγές:
Τον πάπυρο του Αχμές, γνωστό ως πάπυρο του Rhind, που είναι μια συλλογή 84 προβλημάτων που αντιγράφτηκε, από τον γραφέα Αχμές, περίπου το1650 π.Χ. από ένα πρωτότυπο του1850 π.Χ.

Τον πάπυρο της Μόσχας,που γράφτηκε γύρω στο1850 π.Χ. Είναι μια συλλογή 25 προβλημάτων.

Τον πάπυρο Kahun  και τον πάπυρο του Βερολίνου, που είναι του1850 π.Χ. περίπου και περιέχουν μαθηματικές πράξεις και προβλήματα.

Τέλος, από τον  δερμάτινο κύλινδρο, που γράφτηκε γύρω στο1650 π.Χ. και περιέχει 26 αθροίσματα μοναδιαίων κλασμάτων.

Στα μοναδιαία κλάσματα θα ήθελα να σταθώ, γιατί αυτά είναι που διανθίζουν την αιμόφυρτη ιστορία των Σηθ και Ώρου και μας δίνουν την ευκαιρία να χαρούμε με τα Μαθηματικά που παρεισφρύουν σε κάθε ιστορία μυθική και μη!
Μοναδιαία, εξ ορισμού, λέγονται τα κλάσματα εκείνα που ο αριθμητής τους είναι η μονάδα. Οι αιγύπτιοι χρησιμοποιήσαν μόνο μοναδιαία κλάσματα, εκτός από δυο μη μοναδιαία. Είχαν δε ειδική γραφή για τα κλάσματα αυτά.  Στην  ιερογλυφική γραφή, μια έλλειψη  κι από κάτω ο  αριθμός που δήλωνε την τιμή του παρονομαστή, αφού ο αριθμητής ήταν εξ ορισμού η μονάδα!  Στην ιερατική γραφή όμως, όπου κάθε τι είχε το δικό του σύμβολο, δεν μπορούσαν να γίνουν τέτοιου είδους γενικευμένοι συμβολισμοί.


Έτσι για κάθε ένα από τα έξι κλάσματα 1/2, 1/4, 1/8, 1/16, 1/32, 1/64 είχαν ένα ειδικό σύμβολο, όπως ακριβώς φαίνεται στο σχήμα. Το καταπληκτικό δε είναι πως με μια ειδική συγκεκριμένη διάταξη τα έξι αυτά σύμβολα, δίνουν το μάτι του Ώρου! Το κατατεμαχισμένο μάτι του Ώρου, το οποίο αποτελούσε το πλέον διαδεδομένο φυλαχτό των αιγυπτίων! Και το ακόμη καταπληκτικότερο είναι πως αν αθροίσουμε τα κλάσματα που τα ιερατικά τους σύμβολα, δημιουργούν το μάτι-φυλαχτό, το αποτέλεσμα της αριθμητικής άθροισης είναι 1/2+1/4+1/8+1/16+1/32+1/64 = 63/64! Από το μάτι του Ώρου λείπει το 1/64! Κι ενώ η γεωμετρική  αναπαράσταση, που προκύπτει από τη επανασυγκόλληση  των κομματιών δίνει ένα πλήρες μάτι, το αριθμητικό του ισοδύναμο υπολοίπεται κατά ένα ολόκληρο εξηκοστό τέταρτο!!!

"Ε, και?! Μήπως από κάθε επανασυγκόλληση πάντα κάτι δε λείπει;"΄λέει ο Κεχεπέρα, όταν παρατηρεί ο Αχμές την απουσία του 1/64, από το παραπάνω άθροισμα!
Σωστή, νομίζω πως είναι  η αντιμετώπιση του ελλείμματος από τον  Κεχεπέρα, τον επόπτη  βασιλικών κτημάτων που εξιστορεί στον Αχμές και στον Άμανθυ, την ιστορία του ματιού του Ώρου, κι εγώ τα (ξανα)διαβάζω όλα αυτά στο βιβλίο "Αχμές, ο γιος του φεγγαριού" του Τεύκρου Μιχαηλίδη, από τις εκδόσεις Πόλις, και με την ευκαιρία (BTW :) ) κάνω και τούτη την ανάρτηση, που κάπως ελλειπής μου φαίνεται, επειδή για τα αιγυπτιακά Μαθηματικά θα ήθελα να πω κι άλλα πολλά, αλλά έτσι όπως τα συγκολλώ  τα θέματα, τον κοσμογονικό μύθο, και κάθε μύθο γενικότερα, με τα Μαθηματικά, δε γίνεται να ξεφύγω από τον κανόνα του Κεχεπέρα, που λέει: 
Από κάθε (επανα)συγκόλληση, πάντα,   κάτι θα λείπει... :)

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Το βιβλίο"Αχμές ο γιος του φεγγαριού" του Τεύκρου Μιχαηλίδη
από τις εκδόσεις Πόλις,         
 θα παρουσιαστεί την Παρασκευή 19/02, στις 7.30 μμ,
στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, Πλατεία Ιπποδρομίου.
Με τον συγγραφέα θα συνομιλήσουν οι:
Σαράντης Ηλιόπουλος, φιλόλογος
Γιάννης Θωμαΐδης, Σχολικός Σύμβουλος Μαθηματικών
Κατερίνα Καλφοπούλου, μαθηματικός
Αργύρης Παυλιώτης, συγγραφέας.
   



Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Η ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ

Η λέξη "ανισότητα" χρησιμοποιείται στα Μαθηματικά με την κοινή καθημερινή της χρήση, δηλώνει δηλαδή την έλλειψη ισότητας, την άνιση σχέση, μεταξύ δύο ή περισσότερων μεγεθών. Ανάμεσα στα μεγέθη αυτά τοποθετούμε το σύμβολο "<" και λέμε ότι το πρώτο είναι μικρότερο από το δεύτερο. 'Όταν πρόκειται για αριθμούς, π.χ. 2 < 3, το νόημα που κρύβεται πίσω από τα αφηρημένα μαθηματικά σύμβολα γίνεται άμεσα σαφές  στον καθένα και η ορθότητα της σχέσης άμεσα επαληθεύσιμη ή σχεδόν. Όταν όμως πρόκειται για κάπως συνθετότερα σύμβολα, όπως για παράδειγμα  μεταβλητές x οι οποίες διατρέχουν το σύνολο των πραγματικών, τότε δεν είναι τόσο σαφές ούτε τι δηλώνει μια τέτοια ανισότητα, ούτε αν είναι αληθής. Με τέτοιες ανισότητες και μάλιστα διπλές, της γενικής μορφής δηλαδή f(x) < g(x) < h(x), που ισχύουν για κάθε x σε κάποιο διάστημα ασχολούμαστε στη Γ' Λυκείου, στο μάθημα της Κατεύθυνσης.
Ενώ εξηγώ, λοιπόν, στους όχι ιδιαίτερα 'μυημένους' μαθητές μου, με ποιον τρόπο αποδεικνύουν μια ανισότητα της παραπάνω μορφής, μου περνάει από το μυαλό πως ... χάνω τα λόγια μου, αν προηγουμένως δεν επιβεβαιώσω πως όλοι τους κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ της "ανισότητας"  και της "ανίσωσης". Οπότε, με μια κάπως προσποιητή αδιαφορία, τους ρωτώ: "και δε μου λέτε, θα μπορούσα να λέω 'ανίσωση' αντί για 'ανισότητα';". Κάτι αβέβαιοι ψίθυροι από κάτω, κάτι διασταυρωμένα βλέμματα, ε φυσικά και κάτι χαζογελάκια από τους "αντιμανούσους" της τάξης, αλλά καμιά υπεύθυνη και σοβαρή απάντηση! Τίποτε! Αναγκάστηκα να αφήσω προς στιγμήν τα θεωρήματα Μέσης Τιμής και Μονοτονίας κι όλα τα σχετικά μαθηματικά εργαλεία, με τα οποία αποδεικνύει κανείς τέτοιες ανισότητες και να το πιάσω από την αρχή.
Πόσες και πόσες φορές όμως στη διάρκεια της χρονιάς δεν έχει γίνει η ίδια κουβέντα και δεν έχει αποσαφηνιστεί η διαφορά ανάμεσα στην 'ανισότητα' και στην 'ανίσωση'. Πόσες φορές δεν είπαμε ότι η μεν πρώτη είναι η σχέση που αληθεύει για κάθε τιμή των γραμμάτων/μεταβλητών που περιέχει, αν αυτές οι μεταβλητές ανήκουν  σε ένα διάστημα, ενώ η δεύτερη περιέχει "άγνωστο" και εμείς καλούμαστε να βρούμε πού  πρέπει να ανήκει αυτός ο άγνωστος, από πού να παίρνει τιμές τέλος πάντων,  ώστε να γίνεται αληθής η σχέση?!  Κάποια στιγμή, και για να βεβαιωθώ πως οι δυο λέξεις είχαν πλήρως αποσαφηνιστεί στο μυαλό των παιδιών, ρώτησα: " ποιο είναι το σωστό  'κοινωνική ανίσωση' ή 'κοινωνική ανισότητα';"  Δε θέλω να σχολιάσω τι μου απάντησαν...Αλλά δεν με ενθάρρυνε καθόλου η απάντησή τους. Σαφώς και δεν είναι εύκολες έννοιες στα Μαθηματικά οι εξισώσεις, οι ταυτότητες, οι ανισώσεις, οι ανισότητες. Σαφώς και το "πού βρίσκεται αυτός ο άγνωστος" ο οποίος  κάνει τις σχέσεις αληθείς είναι ένα δύσκολο (φιλοσοφικό :) ) ερώτημα, πλην όμως στο επίπεδο του σχολείου και για το δείκτη δυσκολίας των Μαθηματικών που διδάσκονται στη Γ' Λυκείου δεν απαιτείται ιδιαίτερη δεξιότητα για να γίνουν κατανοητές, στο βαθμό που χρειάζεται!
Τι φταίει; Τις πταίει;
Γιατί οι μαθηματικές έννοιες αφομοιώνονται με δυσκολία ή δεν αφομοιώνονται με τίποτε ακόμη κι όταν τις αντιστοιχίζουμε  με λέξεις της καθημερινότητας που χρησιμοποιούνται με την ίδια σημασία;
  

Βγαίνοντας από το μάθημα, ήμουν προβληματισμένη όπως και κάθε φορά που η "γλωσσική ένδεια", γίνεται  ένα τεράστιο πρόβλημα στη διδασκαλία των Μαθηματικών. Οι δυο τρεις μαθητές που κατανόησαν πλήρως όσα ειπώθηκαν στο μάθημα, πιθανόν να γίνουν οι μελλοντικοί εργοδότες των υπολοίπων,  όπως είπε και ο Bill Gage μιλώντας στους μαθητές κάποιου κολέγιου, εφιστώντας την προσοχή των άλλων να μην κοροϊδεύουν τους "καλούς"... :). Ποτέ δεν ξέρεις ποιος και πώς θα αποκτήσει εξουσία...Θυμήθηκα το άρθρο Οι ρίζες των μαθηματικών και οι καρποί της εξουσίας του Άλκη Γαλδαδά, που δημοσιεύτηκε στο Βήμα δυο χρόνια πριν και το έχω διάβασει αρκετές φορές από τότε, ακριβώς για την προτελευταία παράγραφο, όπου θίγει το θέμα περί 'ανισότητας' και την οποία παραθέτω.

Η κοινωνική διάσταση

Για το πώς θα διδάσκονται μαθηματικά στην τάξη υπάρχει η πολύ ενδιαφέρουσα άποψη ότι αυτό ως πρακτική δεν πρέπει να θεωρείται θέμα που μένει μέσα στην τάξη και όλα ξεχνιούνται με το που θα χτυπήσει το κουδούνι, αλλά έχει και μια άλλη, κοινωνική διάσταση. Και αυτό το συνοψίζει καλά ένας ερευνητής, ο Lerman, που με δυο λόγια λέει ότι η αύξηση του ενδιαφέροντος για τις όψεις της εκπαίδευσης ειδικά στα μαθηματικά οφείλεται στην άποψη ότι οι κοινωνικές ανισότητες ενισχύονται και αναπαράγονται από την αποτυχία μερικών μαθητών μέσα στην τάξη και την επιτυχία μερικών άλλων ειδικά στο μάθημα αυτό.

Την ίδια στιγμή θεωρείται ότι τα μαθηματικά πλέον είναι κλειδί για την επιτυχία μιας αποφασισμένης «εργατικής δύναμης» που μετά τις σπουδές θα επιδοθεί σε πολύ απαιτητικές αλλά οικονομικά άκρως αποδοτικές επαγγελματικές δραστηριότητες. Εξαιτίας προφανώς και της παγκοσμιοποίησης και της συνάφειας με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η αντίρρηση λοιπόν είναι στο ότι τα μαθηματικά κουβαλούν μαζί τους ισχύ και, με τη διδασκαλία να λειτουργεί κάπως σαν μαγικό ποτό, μια αίσθηση ισχύος τη μεταγγίζουν και σε όποιον γίνει καλός σε αυτά. Ή αλλιώς, όπως γράφει η Valero: οι δάσκαλοι μεταφέρουν γνώση στους μαθητές τους και ως αποτέλεσμα οι μαθητές τους (αισθάνονται να) αποκτούν ισχύ. Στη συνέχεια την ισχύ τους αυτή οι μαθητές και οι πρώην μαθητές την ασκούν όταν σχετίζονται με άλλους ανθρώπους.

Υπάρχει λοιπόν μια μερίδα εκπαιδευτικών που πιστεύουν ότι ζώντας σε μια άνιση και σε τάξεις διαιρεμένη κοινωνία, η εκπαίδευση στα μαθηματικά θα μπορούσε να βοηθήσει τα παιδιά να καταλάβουν και το πώς τα μαθηματικά και οι τεχνικές τους ευθύνονται για τη δημιουργία αυτών των ανισοτήτων. Αντίθετα η αδυναμία ενός ατόμου στα μαθηματικά το εμποδίζει να καταλάβει πόσο η κοινωνία είναι δομημένη επάνω σε διάφορες μαγικές εικόνες και σε κάποιους καταπιεστικούς μηχανισμούς. Ακόμη χειρότερα οι διαγωνισμοί και οι Ολυμπιάδες, ο χωρίς φαντασία τρόπος διδασκαλίας σε φροντιστήρια αλλά και σε αρκετά σχολεία και εδώ και έξω, με το να διορθώνονται μπροστά σε όλους τα λάθη κυρίως των αδυνάτων αφού αυτά είναι πιο συχνά και να επιδοκιμάζεται με μπράβο μπροστά σε όλους η καλή επίδοση, σκεπάζουν σχεδόν την ωφέλεια από τη διδασκαλία του μαθήματος. Διότι καθιερώνεται αυτή η απαράδεκτη ιδέα για ισχύ αλλά και η άποψη για λαούς πρωτόγονους, ανίκανους να λύσουν προβλήματα ή παιδιά-κακούς μαθητές και άλλα τέτοια, που η έρευνα γύρω από το θέμα όσο συνεχίζεται φαίνεται πως θα τα διαψεύδει.

Χωρίς να συμφωνώ απόλυτα με όσα γράφει στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο εδώ, αλλά επειδή συγκαταλέγω τον εαυτό μου, ή τουλάχιστον θέλω να τον συγκαταλέγω, στην κατηγορία των εκπαιδευτικών που πιστεύουν ότι τα Μαθηματικά μπορούν να αποτελέσουν ένα πολύ καλό εργαλείο για να καταλάβουν τα παιδιά τα περί κοινωνικών ανισοτήτων,
θεωρώ ότι πρέπει επιτέλους να διδάσκονται παράλληλα με την ιστορία τους. Μέσα από την ιστορία τους, η οποία δεν είναι αποκομμένη από την ιστορία των ιδεών και των πολιτισμών, αντιθέτως είναι στενά συνυφασμένη με όλες τις κοινωνικές δομές και εξελίξεις.  Αν το δούμε  από την απαρχή του το θέμα , δηλαδή από τις ρίζες των Μαθηματικών ή από τους  καρπούς της εξουσίας,  γίνεται σαφές το μέγεθος της ισχύος που αποκτούσαν στις πρώτες κοινωνίες οι μάγοι και οι ιερείς που γνώριζαν να υπολογίζουν την αλλαγή των εποχών, την έλευση των μουσώνων και των βροχών, την έκλειψη των ουράνιων σωμάτων και έκαναν τον λαό να τους προσκυνά και να τους "χρυσοπληρώνει" για να εξευμενίσουν τους θεούς. Και για ποιο λόγο να θέλει κανείς να χάσει ή να μοιραστεί αυτήν την αποκλειστική γνώση που του εξασφαλίζει τη θέση του μάγου και του ιερέα;
Και ρωτώ:  τι έχει αλλάξει από τότε; Οι κοινωνικές ανισότητες άλλαξαν κλίμακα, μα κρατούν καλά.
Η διαδικασία δεν άλλαξε σε τίποτε, οι όποιες αλλαγές είναι αποκλειστικά και μόνο μορφολογικές!

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

ΟΝΕΙΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

"ΕΙΧΑ ΣΥΧΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ να γνωρίσω τα όνειρα των δημιουργών που αγάπησα. Δυστυχώς, αυτοί για τους οποίους μιλώ σε τούτο το βιβλίο δεν μας άφησαν τις νυχτερινές διαδρομές του πνεύματός τους. Ο πειρασμός να αναπληρώσω κατά κάποιο τρόπο το κενό, καλώντας τη λογοτεχνία να καλύψει όσα έχουν χαθεί, είναι μεγάλος. Κι όμως έχω πλήρη επίγνωση ότι αυτές οι αναπληρωματικές διηγήσεις, που ένας νοσταλγός άγνωστων ονείρων προσπάθησε να φανταστεί, είναι απλώς φτωχές υποθέσεις, χλομές ψευδαισθήσεις, αυθαίρετες προσθέσεις...."

Με αυτή τη σύντομη σημείωση ξεκινά το βιβλίο του "ΟΝΕΙΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ" ο Antonio Tabucchi, που κυκλοφόρησε το 1999, από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, ενώ στο μότο που προηγείται της σημείωσης γράφει:


"Κάτω από την αμυγδαλιά της αγαπημένης σου, όταν το πρώτο αυγουστιάτικο φεγγάρι προβάλει πίσω από το σπίτι, θα μπορέσεις, αν οι θεοί σου χαμογελάσουν, να ονειρευτείς τα όνειρα κάποιου άλλου"
ΠΑΛΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Πρόκειται, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο,  για
"...Ένα από τα ελλειπτικά, ποιητικά και γοητευτικά βιβλία του Αντόνιο Ταμπούκι, το οποίο αποτελεί και ένα φόρο τιμής σε είκοσι μεγάλες προσωπικότητες της τέχνης και της λογοτεχνίας που άλλαξαν τη μορφή του κόσμου, ακόμα και όταν δεν μπόρεσαν να αλλάξουν τις διαδρομές των ονείρων τους."


Πράγματι ο Ταμπούκι μας αφηγείται τι ονειρεύτηκαν, ή μάλλον τι υποθέτει πως ονειρεύτηκαν, κάποιο βράδυ προσωπικότητες όπως οι Ραμπελαί,  Καραβάτζιο,  Γκόγια, Κόλεριτζ, Ρεμπώ, Ντεμπυσσύ, Τουλούζ-Λωτρέκ, Πεσσόα, Μαγιακόφσκι, Γκαρθία Λόρκα, Φρόυντ, Τσέχοφ... Είκοσι συνολικά όνειρα περιγράφονται με τρόπο ... ονειρικό και παραμυθένιο. Κρίνοντας δε από το όνειρο του Τσέχοφ, σχετικά με τον οποίον προσφάτως διάβαζα  μια ανθολόγηση του Πιέρο Μπρουνέλλο, ο οποίος από διάφορες επιστολές που έστειλε ο Τσέχοφ σταχυολόγησε, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, αυτές που είχαν ως παραλήπτες συγγραφείς, και τις εξέδωσε σε ένα βιβλίο με τίτλο  "Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα", κρίνω, από αυτό μου το ανάγνωσμα, ότι το όνειρο που  αποδίδει ο Ταμπούκι στον Τσέχοφ δε μπορεί παρά να είναι πραγματικό! Όνειρο πραγματικό(!) λέγοντας,  εννοώ πως είναι πιθανόν να το ονειρεύτηκε πράγματι ο Άντον Τσέχοφ, γιατί ταιριάζει πολύ με αυτά που, από ό,τι φαίνεται στις επιστολές του τουλάχιστον, υπήρχαν μέσα στο κεφάλι του! Και μήπως από κει δεν πηγάζουν τα όνειρά μας; Από αυτά που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας, από τις σκέψεις μας, από τους συλλογισμούς μας ή ίσως ίσως και από την καρδιά μας, εκτός πια κι αν είμαστε τύποι απολύτως 'εγκεφαλικοί', όπως λένε μερικοί και εγώ ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς  σημαίνει κάτι τέτοιο. Κατάλαβα όμως ότι από τα όνειρα που διάβασα  στο βιβλίο του Ταμπούκι, τα οποία υποτίθεται ονειρεύτηκαν ποιητές, ζωγράφοι, συγγραφείς, άνθρωποι της Τέχνης και του πνεύματος, μου άρεσε πολύ  του Ρεμπώ, που κάνοντας έρωτα με μιαν αγρότισα ανακαλύπτει την αιώνια γυναικεία μορφή, αυτή που του χρειάζεται για να αντλεί διαρκώς την έμπνευση.Μου άρεσε, εννοείται, πάρα πολύ του Τσέχοφ, που παλιότερα για πολύ λίγο, για τόσο όσο διάβαζα  τις επιστολές του προς νέους συγγραφείς, είχα την αίσθηση πως έζησα στο ... κεφάλι του, παρέα με τους ήρωες του που, όπως έγραφε, κατοικούν μονίμως εκεί και δεν ευτύχησαν οι άμοιροι ποτέ να γίνουν ήρωες στα βιβλία ούτε τα δικά του ούτε και άλλων! Μου άρεσαν αυτά όπως και άλλα όνειρα. Αλλά το όνειρο που με γοήτευσε, το όνειρο που ένιωσα να το ζηλεύω και να επιθυμώ να το ονειρευτώ είναι το πρώτο πρώτο όνειρο που υπάρχει στη λίστα των ονείρων  και είναι αυτό που ονειρεύτηκε ο Δαίδαλος! Μάλιστα ο Δαίδαλος. Ίσως επειδή, σε ένα από τα όνειρα, που συχνά με επισκέπτεται,  βλέπω τον κόσμο πετώντας από πάνω του, και είναι όλα πανέμορφα, τα βουνά, τα λαγκάδια, μα περισσότερο από όλα οι θάλασσες, οι γαλάζιες και οι πράσινες θάλασσες, ώσπου, καθώς πετώ, χάνω τελείως τον έλεγχο και μια μυθική δύναμη, με έλκει σε τροχιά σπειροειδή, που καταλήγει στο πιο λαμπρό αστέρι...μα δεν το φτάνω ποτέ, όσες φορές κι αν δω αυτό το όνειρο, επειδή πάντα  ξυπνώ κάθιδρη από την πολλή λάμψη κι από τον πολύ τον ίλιγγο, ενώ είμαι ακόμη στη μέση της σπείρας, στα μισά της διαδρομής και στα μισά του ονείρου...
 Ίσως πάλι, αυτό το όνειρο που είδε ο Δαίδαλος μου άρεσε περισσότερο από τα άλλα, επειδή μου ήταν οικεία τα μορφώματα και τα υλικά του, τα πολύγωνα, οι στροφές, τα σημεία καμπής, τα παιχνίδια  της λήθης στο χώρο και στο Χρόνο.
Αντιγράφω την αρχή, όπως ακριβώς τα λέει ο Ταμπούκι:


"ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ, ΠΡΙΝ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ, σε μιά εποχή που δεν είναι δυνατόν να υπολογίσουμε με ακρίβεια, ο Δαίδαλος, αρχιτέκτονας και αεροπόρος είδε ένα όνειρο.
Ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν στα σπλάχνα ενός τεράστιου παλατιού, και ότι διέσχιζε ένα διάδρομο. Ο διάδρομος αυτός έβγαζε σε έναν άλλο διάδρομο και ο Δαίδαλος, κουρασμένος και μπερδεμένος, τον περπατούσε στηριζόμενος στους τοίχους. Όταν διέσχισε το διάδρομο βγήκε σε μια μικρή οκταγωνική αίθουσα, από την οποία ξεκινούσαν οκτώ άλλοι διάδρομοι, Ο  Δαίδαλος άρχισε να αισθάνεται ιδιαίτερα καταπονημένος, και την ανάγκη να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Μπήκε σε έναν άλλο, μα κι αυτός κατέληγε σε έναν τοίχο. Εφτά φορές προσπάθησε ο Δαίδαλος, μέχρι που, στην όγδοη προσπάθειά του, μπήκε σε έναν μακρύ διάδρομο που, μετά από μια σειρά στροφές και γωνίες, έβγαζε σε έναν άλλο διάδρομο. Τότε ο Δαίδαλος κάθισε σε ένα μαρμάρινο σκαλί και βάλθηκε να σκέφτεται. Στους τοίχους του διαδρόμου υπήρχαν αναμμένοι πυρσοί που φώτιζαν γαλάζιες τοιχογραφίες πουλιών και λουλουδιών.
Μονάχα εγώ είμαι σε θέση να ξέρω πώς βγαίνει κανείς από εδώ, είπε στον εαυτό του ο Δαίδαλος, και το ΄χω ξεχάσει. Έβγαλε τα σανδάλια του κι άρχισε να περπατά ξυπόλυτος στο πράσινο μαρμάρινο πάτωμα. Για να παρηγορηθεί άρχισε να τραγουδά ένα παλιό νανούρισμα που είχε μάθει από μια γριά τροφό, η οποία τον έβαζε για ύπνο όταν ήταν μικρός. Τα τόξα του μακρινού διαδρόμου του  επέστρεφαν τη φωνή επαναλαμβάνοντάς τη δέκα φορές.
Μονάχα εγώ είμαι σε θέση να ξέρω πώς βγαίνει κανείς από εδώ, είπε στον εαυτό του ο Δαίδαλος, και το ΄χω ξεχάσει. [...] "


Στις σελίδες που ακολουθούν το κατ' αρχήν εφιαλτικό όνειρο βρίσκει την 'κάθαρσή' του και τελειώνει όμορφα, δίνοντας από τις λύσεις εκείνη που είναι η πλέον ποθητή.  Τελειώνει έτσι, όπως ακριβώς οφείλουν να τελειώνουν τα όνειρα, τα δικά μας και των άλλων. Πολύ δε περισσότερο,  οφείλουν να τελειώνουν όμορφα εκείνα τα όνειρα που είναι μοιρασμένα και δύσκολα αντιλαμβάνεσαι αν είναι τα δικά σου ή αν κάποιος άλλος τα ονειρεύτηκε.  Γιατί τα όνειρα έχουν τον δικό τους, μυστικό, τρόπο να μπερδεύονται και να σε κάνουν να ξυπνάς με κείνη τη γλυκιά νοσταλγία, σα να έχεις μόλις φύγει  από  αγαπημένη αγκαλιά, για να πετάξεις  -και πάλι μόνος- προς το Σείριο :) ή, έστω προς τη Σελήνη, όπως στο όνειρο του Δαίδαλου... που σε πολλά μοιάζει με το δικό μου...

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

ΔΑΣΚΑΛΕ ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΥΣ ΔΕΝ ΕΚΡΑΤΕΙΣ!

"ΕΙΣ ΤΗ μελέτην της γραμματικής προσετέθη η μελέτη της αριθμητικής. Το πείσμα και η ανάγκη μου έδωκαν και την απαιτούμενην νέαν καρτερίαν, αλλά δεν ηδύναντο να δώσουν  και εις την μνήμην μου την πειθαρχίαν των αριθμών εις ην δεν είχε συνηθίσει. Και πολλάκις πράγματα τα οποία είχα εννοήσει και απομνημονεύσει την προτεραίαν με διέφευγαν την επιούσα. Το δέος το οποίον  διετήρουν απο τους μαθητικούς χρόνους δια τα μαθηματικά επέφερε σάστισμα και ταραχήν εις την διάνοιάν μου, καθ' ην στιγμήν επεχείρουν να παραδώσω.
Είχα παρατηρήσει όμως ότι δύο των μαθητών μου, ίδίως δε εις εκ των μεγαλυτέρων, ονόματι Μανούσος, είχαν εξαιρετικήν νοημοσύνην και επιμέλειαν και ήσαν δυνατοί εις όλα τα μαθήματα. Και είχα ήδη αρχίσει να επωφελούμαι τας γνώσεις και την αντίληψίν των εις την τεχνολογίαν. Ερωτών αυτούς, δια να ίδω τάχα εάν γνωρίζουν τον γραμματικόν κανόνα, υπεβοήθουν την μνήμην μου δια των απαντήσεων των και ούτω διδάσκων εδιδασκόμην. Εσκέφθην δε να εφαρμόσω και εις τας δυσκόλους περιστάσεις της αριθμητικής την μέθοδον ταύτην.
Οσάκις τα προβλήματα μου εφαίνοντο δύσκολα, έλεγα με την μεγαλυτέραν αφέλειαν:
-Μελετήσατε αυτα τα προβλήματα. Περιττόν να σας τα παραδώσω. Είνε ευκολώτατα, παιγνιδάκια.
Την ημέραν δε καθ' ην είχαμεν αριθμητικήν, εκάλουν τον αμελέστερον να λύση τα "παιγνιδάκια", βέβαιος ων εκ των προτέρων ότι θ' απετύγχανεν. Εκάλουν άλλον και άλλον και ούτω παρέτασσα τους ασθενεστέρους προ του μαυροπίνακος. Τελευταίον εκάλουν τον ένα εκ των επιλέκτων:
-Έλα εσύ, Κώστα, να τους δείξεις ότι δεν μπορούν να νοιώσουν τα ευκολώτερα των πραγμάτων. Προσέχετε καλά, ανόητοι!
Ο Κώστας ήρχιζε την λύσιν, εγώ δε παρηκολούθουν δια του ενός οφθαλμού τα τελούμενα επί του μαυροπίνακος, δια δε του άλλου όχι πλέον τας σημειώσεις μου, αλλά την φυσιογνωμίαν του Μανούσου. Ο τυφλοσούρτης μου ήτο ζωντανός τώρα. Εάν έβλεπα επιδοκιμαστικά νεύματα ανεφώνουν:
-Βλέπετε τώρα, τι εύκολα πράγματα σας εντρόπιασαν; Εύγε, Κώστα! Κάμε το άλλη μια φορά να το νοιώσουν.
Και ούτω ο Κώστας εδίδασκε τους συμμαθητάς...και τον διδάσκαλόν του.
Εάν όμως διέκρινα εις την φυσιογνωμίαν του Μανούσου σημεία αποδοκιμασίας, μορφασμόν ή μειδίαμα, ήρχιζα να κινώ την κεφαλήν:
-Δεν τα κατάφερες, Κώστα, και θα καλέσω το Μανούσο να σου βάλη τα γυαλιά...Για σκέψου λίγο...
Ας είνε, δεν τα καταφέρνεις...Έλα Μανούσο!"

Το απόσπασμα από το διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη, "Όταν ήμουν δάσκαλος", που πρωτοεκδόθηκε το 1916, το αντέγραψα, χωρίς δυστυχώς να είμαι σε θέσω να αποδώσω την πολυτονικότητα του κειμένου, για τον καλό μου φίλο, που έπεσε σε αναγνωστική χειμέρια νάρκη και περιμένει την άνοιξη, για να πιάσει στα χέρια του το "αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης..." :)
Έτσι, για να έχει την ευκαιρία να διαβάσει, έστω κι ένα μικρό απόσπασμα από αυτό το είδος της Λογοτεχνίας που   μαγεύει και  καθηλώνει τον αναγνώστη με το βιβλίο ανά χείρας.
Ενώ οι δουλειές τρέχουν και ο Χρόνος δεν περισσεύει...Εσύ, ή μάλλον εγώ παλεύω να τελειώσω το διήγημα, για να μη μείνω με την αίσθηση του ανεκπλήρωτου, που ούτως ή άλλως ενυπάρχει στη φύση μου. :)
Από την άλλη βέβαια, δασκάλα ούσα, δε θα μπορούσα να μείνω ανέγγιχτη από την ακόλουθη εξαιρετική παράγραφο, του διηγήματος:

"Είχα δε και συχνά παράπονα εκ μέρους των γονέων.
Δε μαθαίνουν, βρε αδερφέ, πράμμα τα κοπέλια. Άδικα χάνουνε τον καιρό τως. Καλύτερά 'τονε να βλέπουνε τα έχνη, να γενούνε βοσκοί. Μα μπορούνε, τζάνε μου, να μάθουνε μοναχά τους τα κοπέλια; Θέλουνε και δασκάλεμα, και συνδαύλισμα. Γιάντα τσ' έχουνε τσοι δασκάλους παρά για να τώσε δείχνουνε; Χρειάζεται και λιγάκι ξύλο. Δε λέω να γυρίσουμε στο φάλαγγα, μα μιά βιτσιά και καμιά παλαμιά από καιρό σε καιρό κακό δεν κάνει. Μα σαν τ' αφήσης ορνικά και αδιαφέντευτα, είντα θες να κάνουνε; Παιγνίδια και τραβαπάλαιμα. Κοπέλια τα λένε, κοπελίστικα θα κάνουνε."

Τους κατανοώ τους γονείς που αγωνιούν για το μέλλον των παιδιών τους και του παραπονιούνται του δασκάλου, γιατί είναι τόσο επιεικής. Μα αυτός, όπως και ο καθένας μας,  έχει το δικό του τροπάρι να εξηγεί τις πράξεις του:

"Είχα διαβάσει το παιδαγωγικόν σύστημα το οποίον αναπτύσσει ο Τολστόη εις την "Γιάσναγιαν Πολιάναν" και το οποίον αφήνει τους μαθητάς ελευθέρους να μελετούν και να παίζουν οπόταν θέλουν και όπως θέλουν' και τώρα εσκεπτόμην ότι ήμουν παρά Θεού προωρισμένος να εισαγάγω και εφαρμόσω το σύστημα τούτο εις την Κρήτην."

Εγώ πιστεύω πως ούτε έτσι, με... βιτσιά και παλαμιά, ούτε αλλιώς, με Γιασναγιαναπολιανά συστήματα,  τα κάνεις καλά τα κοπέλια :)
Αν δεν έχουν όρεξη να διαβάσουν, ε δε θα διαβάσουν με τίποτε.
Κι όταν πάλι τα πιάνει η μανία, και εκείνη  η διάθεση για διάβασμα  και δεν τα φτάνει η μέρα και  τρώγονται να ψάχνουν και να βρίσκουν βιβλία και κατεβάζουν από τα στοιβαγμένα και ξαγρυπνούν διαβάζοντας και  είναι  χαρούμενα και αισιόδοξα, ε τότε είναι που λες ότι δεν έχει άλλο καλύτερο από το να είσαι δάσκαλος, ειδικά δε όταν η κάθε τάξη διαθέτει τον δικό της  Μανούσο! :)
Έλα, Μανούσο...
...σε λίγο θα έρθει η άνοιξη :)

ΣΧΟΛΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ


Ομιλία του Τοny Gardiner, καθηγητή της Μαθηματικής Εκπαιδευτικής στο Πανεπιστήμιο του Birmingham και επί χρόνια Προπονητή της Βρετανικής Ολυμπιακής Μαθηματικής Ομάδας. Θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Απόστολο Δοξιάδη, τον Πέτρο Δελλαπόρτα, και τον Κωνσταντίνο Παπέλη, που έχει διακριθεί σε πολλούς μαθητικούς διαγωνισμούς.


Για πολλούς μαθητές που αγαπούν τα μαθηματικά, η μόνη διέξοδος, πέρα από τα σχολικά μαθήματα, είναι οι μαθηματικοί διαγωνισμοί, σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Στην καρδιά αυτών των διαγωνισμών είναι η έννοια των προβλημάτων και της επίλυσής τους, έννοια που άλλοι πιστεύουν ότι βοηθά, άλλοι όμως ότι απομακρύνει, το ευρύτερο κοινό, αλλά ενίοτε και τους μαθητές τους ίδιους, από την ουσία των μαθηματικών. Ποια είναι στα αλήθεια η χρησιμότητα των ειδικών τεχνικών και της εκπαίδευσης που κάνουν ένα παιδί να διαπρέπει στα «διαγωνιστικά μαθηματικά»; Και είναι απαραίτητη αυτή η εμπειρία για ένα νέο παιδί που ενδιαφέρεται για τα μαθηματικά; Βοηθά ή, τελικά, βλάπτει; Το ελληνικό κοινό θα έχει για πρώτη φορά την ευκαιρία να ακούσει τον Tony Gardiner, μία από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες αυθεντίες στο θέμα των διαγωνισμών, και διακεκριμένο θεωρητικό αλλά και προπονητή, και να συζητήσει μαζί του αυτά τα θέματα.

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ...

Τον τελευταίο καιρό, λίγο επειδή η ομάδα Θαλής+Φίλοι γιορτάζει τα πέντε χρόνια λειτουργίας της, λίγο επειδή υπάρχει μια τάση προς νέες κοινωνικές δραστηριότητες, που διακρίνονται από επιμορφωτικές και διαδραστικές ιδιότητες, γράφονται πολλά άρθρα και  γίνονται διάφορες εκπομπές με θέμα τις Λέσχες Ανάγνωσης. Έτσι έγινε ευρύτερα γνωστό ότι υπάρχουν άνθρωποι,
οι οποίοι σε τακτά χρονικά διαστήματα συναντιούνται για να συζητήσουν γύρω από ένα βιβλίο που έχουν ήδη διαβάσει και  να ανταλλάξουν απόψεις, εστιάζοντας σε όσα κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης τους ενέπνευσαν ή τους προβλημάτισαν. Το αποτέλεσμα είναι να ρωτούν πολλοί  πώς θα μπορούσαν  να συμμετέχουν και οι ίδιοι στις συναντήσεις μιας Λέσχης  και άλλοι πάλι να αναρρωτιούνται πώς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια τέτοια ομάδα φιλαναγνωστών με κοινά ενδιαφέροντα. Τέλος, υπάρχουν και κάποιοι, οι οποίοι ενθουσιάζονται τόσο πολύ όταν μαθαίνουν για τις Λέσχες, που ζητούν άμεσα να συμμετέχουν σε μια αναγνωστική ομάδα.
Στην κατηγορία αυτή ανήκει κι εκείνη η γλυκύτατη κυρία, γύρω στα εβδομήντα, η οποία  άκουσε σε μια εκδήλωση να γίνεται λόγος για τις Λέσχες και ήρθε αμέσως μετά  να μου πει: "Θα ήθελα να φτιάξετε  για μένα και τους φίλους μου μια Λέσχη! Μπορούμε να ξεκινήσουμε το Σάββατο;"  Ήταν τόσο συμπαθητική και αδημονούσε τόσο, που θα ήθελα πολύ ευχαρίστως να τη βοηθήσω, αλλά συμμετείχα ήδη σε δυο Λέσχες εκείνον τον καιρό και δεν είχα τα χρονικά περιθώρια για μια τρίτη!  Της εξήγησα όμως πόσο εύκολο είναι να βρει μια λέσχη, που ήδη λειτουργεί ή, ακόμη καλύτερα, να δημιουργήσει μια με τους φίλους της, αρκεί να πληρούνται δυο τρεις βασικές προϋποθέσεις, με πρώτη και καλύτερη να βρεθούν δέκα με δεκαπέντε ενδιαφερόμενοι, χωρίς να σημαίνει πως με λιγότερους ή περισσότερους, για αρχή τουλάχιστον,  θα υπάρχει  πρόβλημα λειτουργίας. Και, εξίσου σημαντική προϋπόθεση,  να προθυμοποιηθεί ένα τουλάχιστον από αυτά τα άτομα, και να δεχτεί να αναλάβει το συντονισμό της ομάδας. Τέλος μένει ο χώρος των  συναντήσεων, ο οποίος μπορεί να είναι κάθε βολικός και ήσυχος χώρος, όπως μια βιβλιοθήκη ή ένα μπαρ ή ένα βιβλιοπωλείο ή ένα στούντιο φωτογραφίας, σαν κι αυτό που φιλοξένησε πέρυσι τη δική μου λέσχη. Ακόμη κι ένα άνετο σαλόνι σπιτιού, με την προϋπόθεση, βέβαια, πως σε μια τέτοια περίπτωση  δεν ανοίγει η πόρτα  στο ευρύτερο κοινό, γιατί όπως καταλαβαίνετε μπορεί να προκύψει το αδιαχώρητο. :) Εν πάσει περιπτώση, ο χώρος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε εξυπηρετικός χώρος, αρκεί να εμπνέει τους  παρεβρισκόμενους, να  προσφέρει μια φιλική γωνιά με καφέ ή τσάι ή ό,τι, οι φίλοι που απαρτίζουν τη λέσχη, προτιμούν να καταναλώνουν ενώ συζητούν.
Τώρα, το γιατί να εμπλακεί κανείς σε μια τέτοια διαδικασία και να αρχίσει να ψάχνει σε ποιου... σαλόνι θα πάει να συζητήσει για το βιβλίο που διάβασε, ίσως να είναι ένα εύλογο ερώτημα, δεδομένου πως η ανάγνωση θεωρείται μια πράξη μοναχική, όπως άλλωστε και η συγγραφή. Ίσως όμως αυτός να είναι και ο κυριότερος λόγος, η μοναχικότητα της ανάγνωσης, που κάνει τελικά αναγκαία την αναζήτηση μιας συντροφικής αναγνωστικής εμπειρίας. Η επιθυμία να μοιράσεις και να μοιραστείς τα συναισθήματα, τη γνώση, τον προβληματισμό, την αναζήτηση, να συναναστραφείς, να ανταλλάξεις. Ίσως ακόμη και η ανάγκη της δικαίωσης  πως αυτό που σου άρεσε [ή δε σου άρεσε], άρεσε εξίσου [ ή δεν άρεσε εξίσου ] και σε άλλους ανθρώπους...
Δεν ξέρω ποιο μπορεί να είναι το βαθύτερο κίνητρο που μας ενώνει σε μια αναγνωστική ομάδα και ούτε θα ισχυριζόμουν πως είναι το ίδιο ακριβώς σε όλους μας. Είμαι βέβαιη όμως πως είναι το ίδιο ισχυρό σε όσους συμμετέχουμε τρία και τέσσερα χρόνια σε Λέσχες Ανάγνωσης, με αμείωτο ενδιαφέρον, κάτι που φαίνεται επειδή δε λείπουμε ποτέ από τις προγραμματισμένες, μηνιαίες συνήθως, συναντήσεις μας, στις οποίες έχουμε πάντα  να πούμε τόσα πολλά, ώστε  μένουμε πάνω από τρεις ώρες, χωρίς ποτέ  να εξαντλούμε πλήρως το θέμα μας, με αποτέλεσμα κάποιες φορές, κυρίως στις ανοιξιάτικες συναντήσεις, να συνεχίζουμε την κουβέντα με κρασί ή μπίρα στην πιο κοντινή ταβέρνα... Δεν ξέρω ποιο μπορεί να είναι το βαθύτερο κίνητρο του καθενός, ούτε καν ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο το δικό μου... Ξέρω όμως τι αποκομίζω με τη συμμετοχή μου σε μια τέτοια δραστηριότητα...και ξέρω πως δε μπορεί να συγκριθεί με άλλες μορφές ψυχαγωγίας. Και επείδη, αυτό που αποκομίζω, το θεωρώ πολύ σημαντικό πιστεύω πως αξίζει να δοκιμάσει κανείς να περάσει από τη θεωρία περί λεσχών στην πράξη της ...ομαδικής ανάγνωσης ή, για να ακριβολογούμε, στην ομαδική συζήτηση που ακολουθεί μετά από τη μοναχική ανάγνωση!
Κι αν δεν έχει ανθρώπους στον κύκλο του που δηλώνουν φιλαναγνώστες, τότε μπορεί να αναζητήσει μια Λέσχη Ανάγνωσης από τις υπάρχουσες, ώστε να έρθει σε μια πρώτη επαφή με την όλη διαδικασία.

Η προσωπική μου εμπειρία μου λέει πως όποτε μου άρεσε κάτι πάρα πολύ ή όποτε ήθελα κάτι πάρα πολύ συνέτρεχαν, σχεδόν,  όλα έτσι,  ώστε να προκύψει...:):):)