Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

"ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ"

          Είχα προ πολλού για διάφορους λόγους πάρει την απόφαση να περάσω το φετινό καλοκαίρι ήσυχα κι απλά, κολυμπώντας και διαβάζοντας, απέχοντας το περισσότερο δυνατό από τις διαδικτυακές μου συναναστροφές και τις ηλεκτρονικές μου φιλίες. Και δεν έχασα μέρα. Αμέσως μετά το τελευταίο για φέτος σχόλασμα έτρεξα από το σχολείο στο σπίτι, έβαλα δυο παλιά τζιν σε ένα μικρό σάκο, ξεχείλισα ένα δεύτερο, πολύ μεγαλύτερο, με τα βιβλία που ήθελα να διαβάσω ή και να ξαναδιαβάσω κι έφυγα για τη θάλασσα. Ήρθα στη «ΣΑΝ ΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ» και αφέθηκα στο πολλά υποσχόμενο πλάνο μου. Στο μεταξύ, για να διασφαλίσω πως θα μείνω πιστή στην απόφασή μου και δεν θα βρεθώ να τρώω τον πολύτιμο καλοκαιρινό μου χρόνο σερφάροντας στο διαδίκτυο, κοινοποίησα στο fb φωτογραφία με ένα από τα φλογερά ηλιοβασιλέματα της περιοχής, συνοδευόμενο με την κινηματογραφική ρεκλάμα «ραντεβού τον Σεπτέμβρη». 

     Ύστερα βούτηξα στη χαλκιδικιώτικη θάλασσα, όπου καθρεφτίζονται τα ψηλά πεύκα και ο γαλάζιος, αψεγάδιαστος ουρανός, να την πιω όλη, να μην αφήσω ούτε μια γαλαζοπράσινη στάλα. Συνάμα έκανα βουτιά και στα βιβλία που είχα φέρει μαζί μου, να χαθώ στις λέξεις τους, να περιπλανηθώ στις ιστορίες τους και να αποκοιμηθώ στο παραμύθι τους.

    Έκανα την αρχή με «ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ», το πρώτο βιβλίο του Ανδρέα Μιχαηλίδη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις mamaya της ομάδας Άρπη. 

Το βιβλίο αποδείχτηκε η καλύτερη δυνατή επιλογή για το χώρο και το χρόνο που βρίσκομαι. Η λογοτεχνία του φανταστικού, μέσα από την αφηγηματική δεινότητα ενός τέταρτης γενιάς παραμυθά, όπως είναι ο Ανδρέας Μιχαηλίδης,  ήρθε σα μεγεθυντικός φακός να φωτίσει τη φυσική ομορφιά του τοπίου και να δώσει τροφή στη στεγνωμένη από μια δύσκολη σχολική χρονιά φαντασία μου.  Διάβαζα και ξαναδιάβαζα κάθε κεφάλαιο. Την πρώτη φορά μονάχη, από μέσα μου. Τη δεύτερη φωναχτά, δυνατά στον Σαράντη, που ήθελα να μοιραστεί μαζί μου τις εικόνες και τις αφηγηματικές τεχνικές του συγγραφέα. «Σε μια δεύτερη ανάγνωση είναι ένα άριστο εγχειρίδιο συγγραφής παραμυθιού», μου είπε κάποια στιγμή, παρασυρμένος από τη φιλολογική του ιδιότητα. Δεν είχε άδικο. Σε ολόκληρο το βιβλίο,  σε κάθε κεφάλαιο σχεδόν, η αφήγηση του παραμυθιού συμβαδίζει με την μετα-αφήγηση και με τη μεταγλώσσα που μιλά για τη γλώσσα που έφτιαξε τις λέξεις, που τις έβαλε στη σειρά, που τις έδωσε σάρκα και οστά, για να σου πει την ιστορία που ξεκίνησε δεκατρία χρόνια πριν στη Χίο, σε μια παρέα νέων γεμάτων με ελπίδες και όνειρα, γεμάτων με έρωτα για τη ζωή και ζωή για τον έρωτα. Διαβάζοντας το Αμόνι που τραγουδά, θέλεις κι εσύ να τραγουδήσεις, θέλεις να ταξιδέψεις, κυρίως όμως θέλεις να γράψεις. Θέλεις να βγεις από τη θάλασσα, να βαδίσεις στο ηλιοβασίλεμα, να αναζητήσεις τα δικά σου αφηγηματικά υλικά και όταν τα βρεις να τα σφυρηλατήσεις μεθοδικά, ακολουθώντας τα κανάλια που τα λόγια του Ανδρέα χάραξαν στο νου και στην καρδιά. Κι αυτή η ανάγκη που γεννά στον αναγνώστη το Αμόνι που τραγουδά είναι μια προστιθέμενη αξία, επειδή -όπως είχε πει ο μεγάλος θεωρητικός της Λογοτεχνίας Todorov- «Η επιθυμία να γράψεις δεν σου έρχεται από τη ζωή, αλλά από τα άλλα βιβλία». Ειδικά δε από τα βιβλία εκείνα που σου απλώνουν το χέρι, σε βαφτίζουν διαβάτη, όπως κάνει το Αμόνι, και σε παίρνουν μαζί τους να ακολουθήσεις βήμα προς βήμα τον αφηγητή που λέει:
           «Μπήκα μες στο στόμα της αβύσσου κι άρχισα να περπατώ, μετρώντας σκαλοπάτια, δεκάδες κι  ύστερα εκατοντάδες. Δεν μπορείς να φορέσεις προσωπεία ενάντια στο σκοτάδι. Ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, είναι ο ανήλιαγος καθρέφτης που αντανακλά όσα κρύβονται πίσω από το δέρμα, τη σάρκα και το κόκαλο, στη σκιά των φωτεινών πυροτεχνημάτων που ονομάζουμε λογική- τους αρχέγονούς μας φόβους, την απελπισία και τις ανομολόγητές μας σκέψεις.» 

      Κολυμπώντας καθημερινά, νωρίς το πρωί, μετρώ τ’ ανοίγματα των χεριών, δεκάδες κι ύστερα εκατοντάδες και γίνονται οι απλωτές τα δικά μου σκαλοπάτια, που με οδηγούν μακριά απ’ την ακτή, μέσα στο στόμα της αβύσσου, όπου βρίσκομαι αντιμέτωπη με τους αρχέγονους φόβους μου, την απελπισία και τις ανομολόγητές μου σκέψεις. Κι ύστερα βγαίνω από τη θάλασσα, στεγνώνω το μυαλό μου στον ήλιο και παίρνω να διαβάσω τα βιβλία που έφερα μαζί μου. Πολλά από αυτά, διαβασμένα στην πρώτη μου νιότη, με επηρέασαν κι έπαιξαν το ρόλο τους σε ό,τι έγινα και σε ό,τι δεν έγινα. Και ανάμεσά τους «Το αμόνι που τραγουδά», που το διάβασα φέτος για πρώτη φορά, με επηρέασε καθώς μου έδωσε υλικό για να σκεφτώ όχι ό,τι μέχρι τώρα έγινα και ό,τι δεν έγινα, αλλά τι θα μπορούσα στο εξής να γίνω… Άλλωστε, όπως γράφει ο Ανδρέας:
«Φτιάχνουμε γύρω μας φυσαλίδες σαν ζεστές μήτρες, γεμάτες απ’ όλα εκείνα που θρέφουν τον εγωισμό μας, βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τις παραμορφωτικές καμπύλες τους κι όταν κάτι τις απειλήσει, αρματωνόμαστε στο ψέμα. Κυρίαρχοι του κόσμου, δοσμένοι στον κύκλο της ανοησίας που επαναλαμβάνεται τόσο στις ασήμαντες ζωές μας – μικροσκοπικές σκέψεις που μια αδέξια σπίθα αρκεί για να τις σβήσει -  όσο και στην ασήμαντη ιστορία μας: μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πάνω σ’ έναν μικροσκοπικό, γαλάζιο κόσμο, μέσα σ’ ένα πρακτικά ατέρμονο σύμπαν, πιθανώς ένα από τόσα όσα δεν χωρά ο νους.»
     
     Συμφωνώ με τον Ανδρέα. Συμφωνώ πως «φτιάχνουμε γύρω μας φυσαλίδες σαν ζεστές μήτρες…». Διαβάζοντας όμως το βιβλίο του αντιλαμβάνεται κανείς πως εκτός από τις καμπύλες επιφάνειες που αντανακλούν τον παραμορφωμένο από τον εγωισμό μας κόσμο, υπάρχουν κι άλλου τύπου «Επιφάνειες». Αυτές που αποκαλύπτονται μονάχα στον παραμυθά, μέσα από μια ιστορία που ένα αμόνι τραγουδά. Και το αμόνι, τραγουδώντας, μια αντίστροφη παραμόρφωση αντανακλά, που έχει τη δύναμη να αναποδογυρίζει τον κόσμο, να τον αλλάζει για να τον φέρει στα ίσα του ξανά, σαν μια πελώρια μήτρα που τον ξαναγεννά!
_______________________________________________________
Συγχαρητήρια Ανδρέα. Να γράφεις πάντα. Και να είσαι καλά!