Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

ΣΙΩΠΗ...

Χθες βράδυ  μια σκέψη πάλευε να βγει απ' το κεφάλι μου...
Εγώ, στην αρχή, της αντιστάθηκα. 
"Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις", της είπα, αντιγράφοντας τον Έκο. 
Τον Αύγουστο υπάρχει αποχαύνωση. Τον φετινό Αύγουστο, δυστυχώς, υπάρχουν αποκαΐδια και θλίψη. Υπάρχει προβληματισμός. Και εγκυμονεί ο πόλεμος της μπουλντόζας. Να δούμε...
"Δεν είμαι είδηση, μια απλή σκέψη είμαι", επέμενε.
"Καλύτερα να παρακολουθήσουμε σιωπηλά τις εξελίξεις...", επέμενα κι εγώ. 
"Μα για τη σιωπή πρόκειται...", είπε η σκέψη. 
"Αυτό είναι το θέμα. Η φύση της σιωπής. Η ... Πώς να σου το πω; Η οντολογία της!"
"Τι εννοείς;", ρώτησα εγώ, που γενικά όταν ακούω για φύση, για υφή, για οντολογία για το είναι και το γίγνεσθαι του εαυτού και του πράγματος, κάτι παθαίνω.
Δεν μπορώ να μείνω αδιάφορη. 
Μου μιλούσε μια ώρα και δύο και τρεις... Κι όλο το βράδυ μου εξηγούσε.
Για μιαν ακόμη φορά διαπίστωσα πόσο ανεξάρτητες είναι οι σκέψεις από μας.  
Έχουν τη δική τους ζωή, τα δικά τους μυστικά περάσματα. Φτιάχνουν αραχνοϊστούς και πηδούν από το ένα θέμα στο άλλο ή γυρνούν γύρω από το ίδιο. Η φύση της σκέψης! Με τους δικούς της νόμους και μια ανεξήγητη, περίεργη φυσική. Χωρίς τριβή. Με ορμή. Και στροφορμή.  Επιτάχυνση!  Ή αμείωτη ταλάντωση....
Οι σκέψεις τρέφονται με εικόνες, με λέξεις. Τρώνε  ακόμη και μικρές σκέψεις. Η μεγάλη σκέψη τρώει τη μικρή. 
"Τελικά είναι πράξη ή απραξία η σιωπή;", ρώτησα τη σκέψη κάποια στιγμή.
"Εξαρτάται", απάντησε με διπλωματία.
"Από τι;", θέλησα να μάθω.
"Από πολλά. Κυρίως όμως από μια θεμελιώδη αρχή..."
"Που είναι, ποια;".
Δεν ξέρω πως να διαχειριστώ τα μισόλογα. Ούτε τις ασάφειες. Θέλω πάντα λίγα λόγια και σταράτα. Οι κακώς ορισμένες έννοιες με ταλαιπωρούν... Με βάζουν σε σκέψεις. Σε σκέψεις; Ναι! Κι ανάμεσά τους είναι και κάποιες σκέψεις φλύαρες σαν αυτήν που από χθες το βράδυ με ταλαιπωρεί. Ως τις τρεις τα ξημερώματα μου τριβέλιζε το μυαλό.
Μέχρι που με έπεισε να την ακούσω.
"Κοίτα, να δεις", μου είπε σε κάποια στιγμή. 
[Αχ, αυτό το "κοίτα να δεις", δεν το καταλαβαίνω... ]
"Κοιτάζω", της λέω. "Τι να δω;"
"Υπάρχει μια θεμελιώδης αρχή, που λέει: "Διάλεξε εσύ τι θέλεις να είναι η σιωπή" "
"Ποιος "εσύ";  Εγώ;"
"Ναι, ναι, εσύ Διάλεξε! Έχεις δυο διακριτές επιλογές: Η σιωπή είναι πράξη, είναι διαδικασία, είναι όπως η πρόσθεση ή η αφαίρεση"
"Σε ποιο σύνολο αναφέρεσαι;"
"Ω, θεέ! Τι σπαστικοί που είσαστε εσείς οι μαθηματικοί! Μα στο σύνολο της ανθρώπινης σκέψης αναφέρομαι..."
"Αυτό είναι ένα ... χαοτικό απειροσύνολο..."
"Σωστά! Είναι άπειρο και χαοτικό. Αλλά σε έναν πεπερασμένο χώρο! Στο κεφάλι σου..."
Κατάλαβα πως έπρεπε να σταματήσω τις παρεμβάσεις και να την αφήσω να τελειώσει, γιατί είχε πάει ήδη τέσσερις...
"Και ποια είναι η δεύτερη επιλογή;", ρώτησα για να επισπεύσω. Είχα και ταξίδι το πρωί. 
"Η σιωπή είναι κατάσταση, είναι στιγμή. Στιγμή με διάρκεια, βέβαια! Καταλαβαίνεις...."
Αυτό το τελευταίο κάτι μου θύμισε. 
"Διαβάζεις το "εγκώμιο της απραξίας" του Φρανσουά Ζυλλιέν;" τη ρώτησα.
Η σκέψη κατάλαβε πως την...ξεσκέπασα! Την έπιασα στα πράσα.
Αναγκάστηκε να το ομολογήσει.
"Ναι. Το κατάλαβες! Αυτό διαβάζω..."
"Μα για το βιβλίο αυτό, που είναι όντως εξαιρετικό, έχω ξαναγράψει. Να εδώ!"
"Ναι, το ξέρω. Αλλά πώς να μείνω άπραγη εγώ η σκέψη και πώς να μείνω σιωπηλή, όταν όλα τα σκεπάζει η σιωπή;"
"Τα σκεπάζει η σιωπή ως μια διαδικασία, μια εξέλιξη που κάτι εγκυμονεί;
Ή τα σκεπάζει μια σιωπή ως τελεσίδικη κατάσταση;", ρώτησα.

Απάντηση δεν πήρα...
Ξαναρώτησα.
Η σκέψη γλίστρησε στη δική της  σιωπή.
Κι εγώ αποκοιμήθηκα, ενώ από την πρώτη μέρα του Αυγούστου είχαν παρέλθει ήδη  πέντε ολόκληρες ώρες... 

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!
(Θα προσπαθήσω να μείνω -σαν τη σκέψη κι εγώ-όλον τον Αύγουστο σιωπηλή...
Αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα)


Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Μέχρι την τελευταία στιγμή....

Είναι στιγμές που ασυσχέτιστα πράγματα, θαρρείς, αποκτούν μεταξύ τους σχέση, μπαίνουν σε σειρά - όχι κατ' ανάγκη γραμμική- και δημιουργούν εκείνη την αρμονική ολότητα που τραβάει την προσοχή. Τραβάει τουλάχιστον τη δική μου προσοχή, αλλά έτσι κι αλλιώς μόνο γι' αυτήν μπορώ να έχω εμπεριστατωμένη άποψη. 
Τέτοια ήταν η στιγμή, καμιά ώρα νωρίτερα, όταν ανοίγοντας το λογαριασμό του fb, έπεσα πάνω στην ακόλουθη κοινοποίηση:
    

"Η μεγαλύτερη σοφία είναι να κάνεις υπέρτατο στόχο της ζωής την απόλαυση του παρόντος, γιατί αυτή είναι η μόνη πραγματικότητα, ενώ όλα τ' άλλα είναι παιχνίδια του νου. Θα μπορούσαμε βέβαια να την ονομάσουμε τη μεγαλύτερη τρέλα μας, γιατί κάτι που υπάρχει μόνο για μια στιγμή και χάνεται σαν όνειρο δεν μπορεί ν' αξίζει μια σοβαρή προσπάθεια"

Από πού είναι το απόσπασμα δεν γνωρίζω. Όμως τη (στιγμιαία) προσοχή μου την τράβηξε!
Το διάβασα ξανά, προσπαθώντας να καταλάβω αν υπολανθάνει ειρωνική πρόθεση... Δεν κατέληξα κάπου. Ωστόσο, με βεβαιότητα θα έλεγα πως αν είναι θέση και όχι ένας παιγνιώδης λεκτικός ακροβατισμός από αυτούς που συχνά επιχειρούμε για να δώσουμε (στιγμιαία) διέξοδο στο λαβύρινθο του νου, τότε εκφράζει μια εντελώς εμπειρική άποψη.
Ζήσε εδώ και τώρα με τις αισθήσεις. Νιώσε. Απόλαυσε.
Άσε τον αέρα, τον ήλιο, τον άνθρωπο, να διαπεράσουν το περίγραμμα που προσδιορίζει την υλική σου υπόσταση...
Άσε το νερό να κυλήσει στην πλάτη σου, το αλάτι να σκάψει το πρόσωπό σου.
Αυτό είναι σοφία. Αλλά η σοφία με την τρέλα, νομίζω, είναι συγγενείς.
[Μακρινοί ή κοντινοί, εξαρτάται από το γεωγραφικό πλάτος και μήκος, επειδή από αυτά, σε γενικές γραμμές, καθορίζεται η κουλτούρα...]

Τη στιγμή που διάβασα το απόσπασμα της φωτογραφίας , ο νους μου, παιγνιώδης εκ φύσεως, αφού ταξίδεψε σε πρόσφατες μνήμες και (στιγμιαία) έπλασε όμορφες εικόνες, εν τέλει, ανέσυρε το χθεσινοβραδινό μου ανάγνωσμα: Οι προδομένες διαθήκες του Κούντερα. (μετάφραση Γιάννης Η. Χάρης, βιβλιοπωλείον της "εστίας"). Πιο συγκεκριμένα ανέσυρε ό,τι μπορούσε να ανασυνθέσει από αυτό:

Αν μελετήσουμε, αν συζητήσουμε, αν αναλύσουμε μια πραγματικότητα, την αναλύουμε έτσι όπως εμφανίζεται στο νου μας, στη μνήμη μας. Την πραγματικότητα τη γνωρίζουμε μόνο στον παρελθόντα χρόνο. Δεν την γνωρίζουμε έτσι όπως είναι την παρούσα στιγμή, τη στιγμή κατά την οποία διαδραματίζεται, κατά την οποία είναι. Συνεπώς η παρούσα στιγμή δεν μοιάζει με την ανάμνησή της. Η ανάμνηση δεν είναι άρνηση της λήθης. Η ανάμνηση είναι μια μορφή της λήθης. 
Μπορεί να κρατάμε επιμελώς ημερολόγιο και να σημειώνουμε όλα τα γεγονότα. Κάποια μέρα, αν ξαναδιαβάσουμε  αυτά που γράψαμε, θα καταλάβουμε ότι δεν είναι σε θέση να ανακαλέσουν ούτε μια συγκεκριμένη εικόνα. Κι ακόμη χειρότερα: ότι η φαντασία δεν είναι ικανή να συντρέξει τη μνήμη μας και να αναπλάσει το λησμονημένο. Γιατί το παρόν, το συγκεκριμένο παρόν, σαν φαινόμενο προς εξέταση, σαν δομή, είναι για μας ένας άγνωστος πλανήτης. Δεν μπορούμε λοιπόν ούτε να το συγκρατήσουμε στη μνήμη μας ούτε να το αναπλάσουμε με τη φαντασία.
Πεθαίνουμε χωρίς να ξέρουμε τι ζήσαμε.

Αυτό διάβαζα χθες το βράδυ. Οι δυο προηγούμενες κρίσες δεν απέχουν και τόσο πολύ. [Εκτός ίσως από το ότι είναι ... αντιφατικές! :) ]
Η πρώτη-στο απόσπασμα που κοινοποίησε ο  eφίλος  και έπεσε στην προσοχή μου το πρωί- είναι συνθετική. Η δεύτερη, του Κούντερα, είναι αναλυτική.  Και οι δύο αποφαίνονται για τη "στιγμή", το παρόν, αυτό που υπάρχει και δεν υπάρχει ταυτόχρονα. 
Με άλλα λόγια: αυτό που μπορεί να υπάρξει μόνο όταν πάψει να υπάρχει.  

Η βασική διαφορά των δύο παραπάνω κρίσεων έγκειται στον ορισμό της "πραγματικότητας". Γι' αυτό κι εγώ θα επιχειρήσω να δώσω τον δικό μου ορισμό.
Είμαι βαθύτατα επηρεασμένη από τον Ντενί Γκετζ. Ο αείμνηστος Ντενί, που με την πυκνή  και συνάμα λιτή μαθηματική του σκέψη διατύπωνε με ακρίβεια και σαφήνεια τα πιο σύνθετα, έλεγε: "δεν θυμόμαστε ό,τι ζήσαμε, αλλά ό,τι  αφηγηθήκαμε πως έχουμε ζήσει", που είναι η επιτομή του αποσπάσματος του Κούντερα.
Γι' αυτό κι εγώ πιστεύω πως η  στιγμή για την οποία μιλάμε δεν υπάρχει ως παρόν, υπάρχει μονάχα ως μια άχρονη αφήγηση μέσα στο κεφάλι μας!
Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Και η κατανόησή της είναι -για μένα- η μεγαλύτερη σοφία!
Ειδικά αν είναι ... καλή η αφήγηση, τότε μιλάμε για πραγματική μαγεία...
Και η μαγεία δίνει τη  δυνατότητα να ακυρώσω το "Πεθαίνουμε χωρίς να ξέρουμε τι ζήσαμε.", του Κούντερα και να το κάνω "Αφηγούμαστε για να ξέρουμε τι έχουμε ζήσει
(θα έγραφα πως είναι δικό μου, αλλά κάτι μου λέει πως το έχουν ήδη πει πολλοί άλλοι...)
Αφηγούμαστε, για να μάθουμε τι ζήσαμε. Ή για να αλλάξουμε όσα ζήσαμε. Να τα ξαναζήσουμε. Να τα συμπληρώσουμε.  Να τα απολαύσουμε ή και να τα ξεχάσουμε. Ξαναζώ με τη μνήμη, για να ξεχάσω ότι δεν θέλω να θυμάμαι.
Έτσι δομείται η πραγματικότητα.  Έτσι χτίζεται ο κόσμος μου.
Έτσι μπαίνουν σε τροχιά οι πλανήτες. Με νόμους που φτιάχνει το κεφάλι μου, από ό,τι πορώνει τις αισθήσεις μου.
Σε μια αέναη επανάληψη μετασχηματιζόμενων μοτίβων. Με έρωτες, με χαρές, με λύπες, με αρώστιες της ψυχής, του μυαλού και του σώματος, με πάθη, με λάθη, με φόβο, με αγωνία, με λύτρωση και με χαρά, πάλι. Με χαρά και πάλι.
Στιγμιαία ή μη. Ποιον ενοχλεί; Δική μου είναι η αφήγηση.
Και η διάρκεια. Διάρκεια μέσα στη διάρκεια.
Σαν παραβολικός καθρέφτης που αντανακλά ιδέες με ήχους και με χρώματα.
Γεύση από χταπόδι στα κάρβουνα... Και συναισθήματα...

Μέχρι να μπει η τελευταία τελεία.  
Μέχρι την τελευταία στιγμή
-----------------------------------

Υ.Γ. Το κείμενο της φωτογραφίας που κοινοποίησε ο e-φίλος, επιδέχεται και άλλων αναγνώσεων, αλλά επέλεξα αυτήν που με εξυπηρετούσε να πω αυτά που ήθελα να πω, σε μια άχρονη και επαναλαμβανόμενη αφήγηση ... της στιγμής :) 

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε...

Ένα πρωινό, σε μια αριστοκρατική συνοικία του Λονδίνου: ο αφηγητής, ανώτερο στέλεχος του τραπεζικού τομέα, γύρω στα σαράντα, που η καριέρα του καταρρέει, ο γάμος του πνέει τα λοίσθια, δέχεται μια απρόσμενη επίσκεψη στο σπίτι του. Στην αρχή, δεν αναγνωρίζει τον άντρα που παρουσιάζεται στην πόρτα του, με σακίδιο στην πλάτη και ταλαιπωρημένη όψη. Εκείνος όμως, του απευθύνεται σαν να συνεχίζει μια συνομιλία που είχε μόλις διακοπεί. Είναι ο Ζαφάρ, πρώην συμφοιτητής του στην Οξφόρδη, μαθηματική ιδιοφοΐα, που είχε εξαφαντιστεί γαι πολλά χρόνια. Ο αφηγητής τού προσφέρει τη φιλοξενία του. Έτσι αρχίζει αυτό το πληθωρικό, περίτεχνο και φιλόδοξο μυθιστόρημα. 

Είναι η πρώτη παράγραφος στο εσωτερικό αυτί του βιβλίου με τίτλο "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε",  του Ζία Χάιντερ Ράχμαν.  


Ο Ράχμαν γεννήθηκε σε μια αγροτική περιοχή του Μπαγκλαντές. 
Μεγάλωσε στη Μεγάλη Βρετανία, σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, αλλά έκανε λαμπρές σπουδές (Οξφόρδη, Καίμπριτζ, Μόναχο και Γέηλ). Εργάστηκε ως ανώτερο στέλεχος στον χρηματοπιστωτικό τομέα και σήμερα είναι δικηγόρος με αντικείμενο δραστηριότητας τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. Είναι τακτικός συνεργάτης των εφημερίδων New York Times και The BBC Radio 4. Το Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με το James Tait Black Memorial Prize  και το  International Ranald McDonald Prize.
(Από το οπισθώφυλλο του βιβλίου)

Μάλιστα. 
Από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ. Σε μετάφραση Ανδρέα Μιχαηλίδη.

Και συνεχίζει το κείμενο στο φαρδύ εσωτερικό αυτί του βιβλίου:

Πέρα από την εξιστόρηση της ζωής ενός ανθρώπου, μας προσκαλεί σ’ ένα μεγάλο ταξίδι, από τη Μεγάλη Βρετανία ώς την ηπειρωτική Ευρώπη, και από τις Ηνωμένες Πολιτείες ώς την Ασία. Δύο φωνές εναλλάσσονται και συζητούν μεταξύ τους: εκείνη του αφηγητή, που αποκαλύπτεται σταδιακά – παιδικές και νεανικές μνήμες σ’ ένα προνομιούχο περιβάλλον, λόγιο και κοσμοπολίτικο,επαγγελματική σταδιοδρομία στον χρηματοπιστωτικό τομέα. 
Και εκείνη του φίλου του τού Ζαφάρ. Μέσα από τις συζητήσεις και τις αφηγήσεις, η ζωή του Ζαφάρ ξετυλίγεται. Ταπεινής καταγωγής, μεταναστεύει με την οικογένειά του από το Μπανγκλαντές στην Αγγλία. Έχοντας πίσω του λαμπρές σπουδές, μαθηματικών και νομικής, εργάζεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα στη Νέα Υόρκη και, στη συνέχεια, ως δικηγόρος στο Λονδίνο, από όπου φεύγει για να εργαστεί στην πρωτεύουσα του Μπανγκλαντές Ντάκα και, από εκεί, στο Αφγανιστάν. Παρακολουθούμε επίσης τις ερωτικές του περιπέτειες, κυρίως την περίπλοκη σχέση του με την Έμιλυ, χαρισματικό γόνο της βρετανικής υψηλής κοινωνίας.

Πρόκειται για ένα ογκώδες μυθιστόρημα, 626 σελίδων, σε μέγεθος 16x24, το οποίο  για μένα είναι αποτρεπτικό, επειδή τα μυθιστορήματα τα διαβάζω ξαπλωμένη και τέτοιου μεγέθους βιβλία δεν τα αντέχουν οι ταλαιπωρημένοι μου καρποί! Ίσως αναγκαστώ να αγοράσω κάποιο ειδικό αναλόγιο τοίχου, ένα πτυσσόμενο, που θα κρατά το βιβλίο μπροστά στα μάτια μου, για να μην επιβαρύνω τα χέρια μου. Θα βρω τον τρόπο. Επειδή επιβάλλεται να το διαβάσω για πλείστους λόγους, με πρώτο και καλύτερο τον εξής: η κρίση στη ζωή ενός σαραντάχρονου άντρα είναι το θέμα και του δικού μου μυθιστορήματος. Αυτού που προσφάτως ξεκίνησα να γράφω...Και δεν ξέρω αν ποτέ το τελειώσω...
Και θαρρείς πως όποιο βιβλίο πέφτει στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό με κάποιον τρόπο πραγματεύεται την κρίση του αρσενικού στις διάφορες φάσεις της ζωής του. Ως παιδί, ως έφηβο, ως ενήλικα, ως μεσήλικα, σαραντάρη δηλαδή και πάει λέγοντας. 
Μια σειρά από συμπτώσεις; Ή μήπως μια, από την πλευρά μου υποσυνείδητη, σθεναρή ωστόσο, επιδίωξη; Βέβαια, δεν έχει και τόσο σημασία για ποιο λόγο συμβαίνει, αλλά το ότι συμβαίνει. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που με προβληματίζει και με ενδιαφέρει. 

Γι' αυτό θα το αρχίσω αμέσως μετά από τα τρία - με την κρίση της αντρικής ταυτότητας στον πυρήνα τους όλα - που διαβάζω αυτήν την εποχή. 


Μέχρι τότε, το καταπληκτικό εξώφυλλο του βιβλίου, δεν παύει ούτε λεπτό να με καλεί.
Οι παράλληλες σιδηρογραμμές... Η ομίχλη που καλύπτει το ένα άκρο τους. Σαν να χάνονται στο άπειρο. Σαν να συνεχίζουν για πάντα. Το άλλο άκρο δεν είναι στην εικόνα. Είναι εκεί που είμαστε εμείς, οι αναγνώστες. Άντρες και γυναίκες. Δεν έχει σημασία... 
Όλοι πληγώνονται. Όλοι υποφέρουν. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο. 
Άλλος σιωπώντας, άλλος κραυγάζοντας. 
Κάποιοι κρατούν το φταίξιμο για τον εαυτό τους, κάποιοι το πετούν στα μούτρα των άλλων. Ανάμεσά του κι εκείνοι οι σοφοί, που ξέρουν πώς να μοιράζονται...και το μοιράζονται.
Ο καθένας αφηγείται τη δική του εκδοχή. 
Ποιος είναι ο αφηγητής; Μήπως εσύ; Στη μέση της διαδρομής! Εκεί! Λίγο πριν λίγο μετά τα σαράντα! Στην πρώτη ουσιαστική ανασκόπηση... Απογραφή ...εμπορεύματος! Κυνισμός! Απανθρωπιά; Και μετά; Λήψη (νέων) αποφάσεων ζωής! 
Ανανέωση; Αναθεώρηση! Συνειδητή; Ή μήπως στην τύχη; Σαν ανακάτωμα τράπουλας... Εδώ παπάς εκεί παπάς... Πιθανότητες! Αυταπάτες...

Μένει το βλέμμα μου καρφωμένο στον άντρα της εικόνας και μετά από λίγο νιώθω να μου κόβεται η ανάσα σαν να πρόκειται να είμαι η μοναδική μάρτυρας της επόμενης κίνησής του...

Σταματώ εδώ. Πάω να τελειώσω τα μυθιστορήματα που διαβάζω. Θέλω χρόνο για το Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε. Και ελπίζω πως διαβάζοντάς το, θα βρεθώ ένα βήμα πιο κοντά στο μυστηριώδες σαραντάχρονο αντρικό μυαλό, που εις μάτην, μου φαίνεται, προσπαθώ να καταλάβω εδώ και αρκετό καιρό

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Η άλλη όψη της απόγνωσης

Απόσπασμα από ένα βιβλίο του αγαπημένου Αρκ Ε. Φάιερ

Αναζητώ αυτό το κάτι που με συνδέει μαζί σου με ένα δεσμό που ούτε με εφαρμογή της θεωρίας των κόμβων δεν θα μπορούσα να λύσω.  Και ξέρεις: μαχαίρια, σπαθιά, λάμες, λεπίδες και όπλα πάσης φύσεως δεν χρησιμοποιώ. Αν τον λύσω τον κόμβο,  θα το κάνω αποκλειστικά και μόνο με το μυαλό. Με τη σκέψη, με την περισυλλογή, με τον διαλογισμό.
Διαλογίζομαι και καταφεύγω στον χρόνο τον δικό μου, τον υποκειμενικό, που δεν σχετίζεται  με την ημερομηνία που αναγράφεται στο πάνω μέρος της σελίδας. Αυτός, ο δεύτερος, είναι μια σύμβαση άνευ ουσίας. Μπορεί να φανεί χρήσιμος στο μέλλον. Αν σε κάποια στιγμή η χωροχρονική μου υποκειμενικότητα αλλάξει σχήμα και μορφή, κάτι που γίνεται σχεδόν πάντα χωρίς προειδοποίηση. Σκάει σαν βουβό κύμα απ' το πουθενά, κι αν τύχει και με βρει ξέμπαρκο με παρασέρνει σε άγνωστα μέρη, σε βαθιά νερά. 
Αυτό το άγνωστο, το αχαρτογράφητο, με παγιδεύει, επειδή η περιέργειά μου, σε συνδυασμό με την αχαλίνωτη φαντασία μου, με εκτοξεύει σε άλλους ουρανούς, σε καινούρια σύμπαντα.
Αναγκάζομαι να επινοήσω νέες γεωμετρίες, με άλλους όρους ή και άνευ όρων...
Όρων σωτήριων! Σωτήριων;
Πώς σώζεις κάτι; Πώς σώζεις τον εαυτό σου;
Με μεταμόρφωση...

"Είμαι ένας μικρός γυρίνος.
Αναπνέω με βράγχια.
Κεφάλι μέσα, κεφάλι  έξω.
Σε αέναη αναζήτηση
μιας συνεχούς μεταμόρφωσης..."

Πάνω σ' αυτές τις λέξεις ήρθαν και κούμπωσαν οι δικές σου. Δέθηκαν με δεσμό που με κρατάει καθηλωμένο. Είναι θέμα τοπολογίας όμως. Και επανέρχομαι στον χώρο με την καντιανή του ερμηνεία. Ο χώρος, όπως και ο χρόνος, είναι έννοια του υποκειμένου. Κι εκεί ακριβώς, στη φιλοσοφική διάσταση, γεννήθηκε το πρόβλημά σου.
"Εγώ δεν είμαι εσύ!" "Ποιος είμαι;"
Το είπες με θυμό. Έναν θυμό που δεν είχε εμφανή δικαιολογία. Σα λεπίδι αιμοσταγές, που βγήκε αίφνης απ' το μανίκι, για να κόψει τον φόβο, να τον μεταμορφώσει, να τον κάνει θαρραλέο.
Λεπίδι βγάζει ο δειλός, ο φοβισμένος. Αυτός που σκιάζεται απ' τη φιγούρα του Πατέρα. Ενός Πατέρα που δεν έχει ξεπεράσει με τα χρόνια. Και ο θυμός γίνεται η προκάλυψη αυτού του φόβου, που σαν ύφαλα μαζεύει πάνω του πεταλίδες, τους άλλους φόβους, τους μικρούς και τους μεγάλους. Ο φόβος γεννάει φόβους και οι κοινωνικές συμβάσεις - να είσαι καλό παιδί, να είσαι χρήσιμος άνθρωπος, να είσαι αποδεκτός απ' τους ανθρώπους - πιέζουν. Πιέζουν με μια πίεση που κάνει τους φόβους θυμούς, χιλιάδες θυμούς κι αυτοί σκάνε σαν βόμβες, σαν αστραπές, σαν κεραυνοί εν αιθρία. Και μετά ηρεμία...
Όσο πιο βαθύς ο θυμός τόσο πιο έντονη η προσποίηση.
Όσο πιο μεγάλη η απελπισία τόσο πιο γοερή η σιωπή.
Εσωτερική απομόνωση.
Το τσίρκο του ποιητή με τα χιλιάδες πρόσωπα.
Τώρα κατανοώ για ποιο λόγο εγώ -υποσυνείδητα- είχα επιλέξει τον λαβύρινθο.
Στο τσίρκο βλέπεις, απ' όπου κι αν σταθείς. Βλέπεις ολόκληρη τη σκηνή. Βλέπεις τους κλόουν να εναλλάσσονται με τα άγρια θηρία και με του σκοινοβάτες και με τους ισορροπιστές επάνω στ' άλογα. Τα βλέπεις όλα. Κι όταν στο τέλος της παράστασης παρελαύνουν, γεμίζει ο κύκλος με παράταιρες υπάρξεις. Με καλλονές ντυμένες στρας  να φεγγοβολά την ομορφιά τους και με κακοφορμισμένους κουασιμόδους, με νάνους, με παλιάτσους, με ιδρωμένα άλογα, με χνώτα που βρωμάνε αλκοόλ και φόβο.
Μια ατέλειωτη μασκαράτα. Ήχοι, θόρυβοι, κραυγές, μπόχα.
Κι εσύ,  παγωμένος θεατής,  ποιητή με τα χιλιάδες πρόσωπα, ανύμπορος. Ανυπεράσπιστος!
Ο λαβύρινθος, φίλε μου, είναι η σωστή επιλογή.
Και είναι σωστή επειδή την έκανα εγώ. Εγώ το υποκείμενο.
Ο λαβύρινθος σώζει. Περιορίζει. Βλέπεις ένα μικρό κομμάτι. Αναζητάς την έξοδο. Ψάχνεις τον μίτο της Αριάδνης κι αν δεν τον βρεις, υφαίνεις τον δικό σου. Με ότι υλικό έχεις διαθέσιμο. Με τα ρούχα σου. Με τις σάρκες σου. Με την ψυχή σου. Δεν σταματάς ν' αναζητάς την έξοδο.

Λαβύρινθος είναι η απόγνωση σε κίνηση.
Τσίρκο είναι η απόγωνση σε ακινησία.


Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Άδηλη η ψυχή του αγοριού...

Είναι δυο τρεις μέρες τώρα που προσπαθώ να γράψω... 
Ξεκινώ κι εγκαταλείπω την προσπάθεια πριν καλά καλά την αρχίσω. Είναι πολύ δύσκολο το θέμα που με απασχολεί και δεν χωρά ούτε σε λογοπαίγνια ούτε στους συνήθεις αστεϊσμούς στους οποίους καταφεύγω - κι εγώ όπως και πολλοί άλλοι - όταν η σοβαρότητα του πράγματος μου προκαλεί αμηχανία.
Η "αμηχανία", ως λέξη, δεν περιγράφει ούτε το ένα απειροστό εκείνου του συνονθυλεύματος συναισθημάτων από τα οποία διακατέχεται όποιος αποφασίσει να σκύψει βαθιά μέσα στην ψυχή ενός αγοριού. Το άγνωστο που συναντά μερικές φορές είναι πιο τρομακτικό κι από τους "δράκους" που μας κυνηγούν στους εφιάλτες των παιδικών μας χρόνων! Τότε που ζητάμε από τη μητέρα μας να αφήσει το φως αναμμένο, όταν έρχεται το βράδυ να μας σκεπάσει, με εκείνο το γλυκό φιλί της καληνύχτας, που η αίσθησή του γίνεται υποσυνείδητα η καταφυγή μας στα δύσκολα χρόνια που δεν είμαστε πλέον παιδιά ή όταν η μητέρα δεν είναι πλέον ανάμεσά μας...

Τον τελευταίο καιρό μια σειρά από συμπτώσεις με ώθησε να ξαναδιαβάσω κλασικά βιβλία στα οποία ο αφηγητής είναι ένας νεαρός έφηβος που παλεύει απεγνωσμένα να βρει το δρόμο του προς την ενηλικίωση κι έρχεται αντιμέτωπος πρώτα με τους γονείς του, μετά με τους δασκάλους του, με τους συμμαθητές του, με όλη την κοινωνία και οτιδήποτε την συναπαρτίζει... Στο βάθος όμως, αυτό που στοιχειώνει τον αφηγητή είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Ένας εαυτός που αλλάζει. Που από τη συμπαγή παιδικότητα περνά στη δια βίου διάσταση του είναι με το γίγνεσθαι.
Θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ, αφού πρώτα αναφέρω ποια είναι τα βιβλία που ξαναδιαβάζω αυτόν τον καιρό. 
"Ντέμιαν" τουΈρμαν Έσσε, σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα και "Ο φύλακας στη σίκαλη", του J. D. Saligner, σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη. Τα είχα διαβάσει όταν ήμουν φοιτήτρια στα Γιάννενα, κι εκείνα τα ίδια αντίτυπα έχω ξανά στα χέριά μου, εδώ και λίγους μήνες, προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβαίνει στην ψυχή και στο μυαλό ενός αγοριού όταν είναι μεταξύ 12 και 18. Ή και μεγαλύτερο. Επειδή μερικές φορές η εφηβεία παίρνει μακράν παράταση... Τα εγχειρίδια της ψυχολογίας είναι μεν κατατοπιστικά, αλλά περιορίζονται σε μια επιστημοσύνη που δεν καλύπτει όλα τα πώς και τα γιατί που γεννά η περιέργειά μου μπροστά σε τέτοιες δύσβατες και σκοτεινές (ανα)γνωστικές αναζητήσεις.
Τέτοιες στιγμές η πλέον στέρεη και έγκυρη προσέγγιση γίνεται μέσα από τη λογοτεχνία. Ενίοτε δε και από τη φιλοσοφία.

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω την εξομολόγηση του Σίνκλαιρ, του νεαρού αφηγητή στο "Ντέμιαν", και βλέπω όσα δεν βλέπουμε, όταν - ως γονείς ή και ως εκπαιδευτικοί -συναναστρεφόμαστε με τους νέους ή όταν απλά τους επιτηρούμε/παρατηρούμε εξ αποστάσεως να συναναστρέφονται μεταξύ τους, να συμμετέχουν σε παρέες, να πηγαίνουν σε πάρτυ, να κολυμπούν σε πισίνες...

"Όσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο διαφορετικός ήμουν από την καινούρια μου παρέα, τόσο περισσότερο δυσκολευόμουν να ξεφύγω απ' αυτήν. Δεν θυμάμαι πια αν κατά βάθος το πιοτό ή το όνομα που είχα βγάλει μου έδιναν ικανοποίηση.  Ένα ήταν βέβαιο: πως ποτέ δεν είχα κατορθώσει να συνηθίσω στο οινόπνευμα. Ήταν σαν να με έβαζαν σε καταναγκαστικά έργα. Έκανα αυτή τη ζωή γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Φοβόμουν να συνεχίσω να ζω στη μοναξιά, φοβόμουν τις χιλιάδες κρίσεις τρυφερότητας και ντροπής, που σ' αυτές έκλινα πάντα από φυσικού μου. Τρόμαζα στην τρυφερή σκέψη του έρωτα, που συχνά με κρατούσε ξάγρυπνο." (σελ. 78)

Ένα μικρό απόσπασμα από την εκμυστήρευση όπου ο Σίνγκλαιρ περιγράφει την τεράστια μοναξιά και τον παραλυτικό φόβο που βιώνει μπροστά στις επιθυμίες που εκπηγάζουν από την ίδια την ανθρώπινή του φύση, καθώς παλεύει να σταθεί...
Και πάνω από όλα βιώνει ενοχή!  Ένοχος, επειδή μεγαλώνει. Ένοχος επειδή επιθυμεί... 
Ένοχος επειδή γίνεται άντρας... 
Ο νεαρός Σίνκλαιρ, βέβαια,  ζει -υποθέτω- λίγο πριν από το 1919, που έγινε  η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Έσσε. 
Τα βιώματά του όμως και οι αγωνίες του δεν έχουν να κάνουν τόσο με τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα της εποχής που ζει, λέω εγώ,  όσο με την υποκρισία... 
Και η υποκρισία μιας εποχής σε τίποτε δεν διαφέρει από την υποκρισία μιας άλλης.
Έχει την ίδια βασική δομή. Τα ίδια αξιώματα... 

"Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν..."

Η υποκρισία είναι το θεμελιώδες υλικό των δυτικών κοινωνιών... που εκβιάζουν από το άτομο μια ωρίμανση αντίθετη στην ίδια του τη φύση. 
Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς - όπως διαβάζω στην εισαγωγή του βιβλίου "Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο"- ισχυρίζεται ότι:

Είναι πάγια κατάσταση οι άνθρωποι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να κρύβουν την ανωριμότητά τους, γιατί μόνο ό,τι διαθέτουμε από ωριμότητα μέσα μας είναι κατάλληλο προς τα έξω. [...] δε βλέπετε ότι η εξωτερική σας ωριμότητα δεν είναι παρά μύθος και ότι όλα όσα προσπαθείτε να εκφράσετε δεν αντιστοιχούν στην εσωτερική πραγματικότητά σας;
Ενώ υποκρίνεστε την ωριμότητα, στην πραγματικότητα ζείτε σε έναν πολύ διαφορετικό κόσμο. Αν δεν κατορθώσετε να συνενώσετε αυτούς τους δύο κόσμους, ο πολιτισμός θα είναι για σας πάντα ένα εργαλείο αυταπάτης.

Η εισαγωγή στο "Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο" είναι του καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας, Φραντσέσκο Καταλούτσιο, που είναι επιμελητής και μεταφραστής ολόκληρου του έργου του Γκομπρόβιτς. Προσοχή! Ο Γκομπρόβιτς δεν είναι φιλόσοφος. Λογοτέχνης είναι! Γι' αυτό άλλωστε οι αλήθειές του, σαν κι αυτές του παραπάνω αποσπάσματος περί ανωριμότητας, είναι έγκυρες! 

Δυσκολεύομαι πολύ να γράψω. Είναι μεγάλο το βάρος των ημερών, κάτω από την υποκριτική στάση όλων μας...
Μα πώς να αποδεχτούμε την ανωριμότητά μας και πώς να αφήσουμε πίσω την σύμφυτη με  το είναι μας ενοχή;
Την κουβαλάμε μέσα μας από κείνη την πολύ μακρινή εποχή, που ως άλλοι Σίνκλαιρ παλέψαμε με την αποδοχή της ενηλικίωσης. Ή μήπως από τότε που εκπέσαμε από την αγγελική παιδικότητα στις εκφυλιστικές μεταβολές του χρόνου; 
Από τον Παράδεισο στην Κόλαση...
Του μυαλού μας.

Ξαναδιαβάζω τα φοιτητικά μου αναγνώσματα, το "Ντέμιαν" και το "Ο φύλακας στη σίκαλη"  και βρίσκω πόσα αγνοούμε ακόμη και σήμερα από τον ψυχισμό του εφήβου που προσπαθεί να ενηλικιωθεί. Που προσπαθεί να ανταποκριθεί στα πρότυπα των αρίστων που εμείς οι ανώριμοι υποκριτές του επιβάλλουμε...
Κι αυτά τα πρότυπα δεν συγχωρούν αδυναμίες, εκδορές, αίματα, λιποψυχίες...
Αυτά τα πρότυπα απαιτούν επιτυχίες.

Πόσο άδηλη και πόσο μόνη είναι η ψυχή του αγοριού...
Και στα βιβλία, που διαβάζω. 
Και στη δική μας κοινωνία. Και παντού.


Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Το καλοκαίρι του κυρίου Ζόμερ

Χθες, τελευταία μέρα του Ιουνίου και πρώτη μέρα των θερινών μου διακοπών -των δίμηνων θερινών διακοπών που έχουμε εμείς οι δάσκαλοι και για τις οποίες μας μέμφονται και μας λοιδορούν οι μη δάσκαλοι - έτρεχα πάνω κάτω μες στο σπίτι, να συμμαζέψω τις σημειώσεις και τα βιβλία και όλα τα υπόλοιπα σχολικά εργαλεία. Κάποια στιγμή, όπως περνούσα από την κεντρική κοινόχρηστη βιβλιοθήκη, το μάτι μου έπεσε στη ράχη ενός βιβλίου του Πάτρικ Ζίσκιντ, που το είχα ακόμη αδιάβαστο. Πόσα χρόνια βρίσκεται εκεί, έτσι ολοκαίνουριο και αν-άνοιχτο δεν ξέρω. Είχα ξεχάσει εντελώς πότε το αγόρασα και πότε το στρίμωξα ανάμεσα στα άλλα, με προοπτική να το διαβάσω την κατάλληλη χρονική στιγμή. 

Τον Ζίσκιντ τον γνώρισα, φοιτήτρια ακόμη, από το Άρωμα, όπως και πολλοί άλλοι. Μετά διάβασα το κοντραμπάσο και μετά-αρκετά χρόνια αργότερα-ξαναδιάβασα το 'Αρωμα, γι' αυτό θυμάμαι μέχρι σήμερα την περιγραφή της μύτης του μωρού μες στο καλάθι, που το 'χει εγκαταλείψει η μάνα του στην αγορά, κι αυτό τρομαγμένο αντί να κλαίει, όπως θα έκανε κάθε άλλο μωρό, ρουθουνίζει ασταμάτητα, προσπαθώντας να μαντέψει πού βρίσκεται και τι υπάρχει πίσω από τις δυσοσμίες που καλύπτουν τον αέρα και τον κόσμο ολόκληρο. 
Με αυτές τις σκέψεις συνέχισα να τακτοποιώ τη χαρτούρα, που η κάθε σχολική χρονιά συσσωρεύει σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Μέσα μου όμως ένιωθα έντονο το κάλεσμα του βιβλίου. Ξέρω καλά πόσο αδύναμη είμαι σε τέτοιου είδους καλέσματα.
Από την άλλη, ο καιρός χθες ήταν με το μέρος ... του βιβλίου. Τελευταία μέρα του Ιούνη, του πρώτου μήνα του καλοκαιριού, αλλά το (δικό μας) καλοκαίρι δεν το αποφασίζει να έρθει. 
Κάπως έτσι "Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ" βρέθηκε, εν τέλει,  στα χέρια μου. Η πρώτη έκπληξη ήταν η αντίθεση που υπήρχε ανάμεσα στην εικόνα του εξώφυλλου και στον τίτλο του βιβλίου. "Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ" φαρδιά πλατιά και καλλιγραφικά τυπωμένο σε μια σελίδα με ψυχρά χρώματα και χειμωνιάτικο τοπίο.  Όλα λευκά και χιονισμένα κι αυτός ντυμένος με χοντρά σκούρα ρούχα και με τη μαγκούρα στο χέρι να δρασκελίζει, έχοντας πάρει τον κατήφορο. Πριν ακόμη διαβάσω τι έγραφε το οπισθόφυλλο ένιωσα να συμπάσχω με αυτόν τον κύριο Ζόμερ. Ένιωσα, για τους δικούς μου λόγους, που σχετίζονται με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες και άλλα τινά θέματα, να ταυτίζομαι  μαζί του.
Τι του έχει συμβεί; Γιατί είναι χειμωνιάτικο το καλοκαίρι του και γιατί με τόση βία ροβολάει τον κατήφορο;
Έψαξα να βρω μια πρώτη απάντηση στο οπισθόφυλλο:   
Το καινούργιο βιβλίο του Πάτρικ Ζίσκιντ 
είναι μια ιστορία από την παιδική ηλικία,
όχι όμως μια ιστορία για παιδιά.
Μιλάει για έναν αινιγματικό πεζοπόρο.
Διηγείται την ιστορία του κυρίου Ζόμερ.

Στρώθηκα μετά μανίας στην ανάγνωση. Νωρίς το απόγευμα το είχα τελειώσει, αλλά  ποιος είναι και γιατί περπατάει, σχεδόν τρέχοντας, ο κύριος Ζόμερ δεν έμαθα ποτέ!
Ούτε και ο ίδιος ο αφηγητής δεν ήξερε να πει περισσότερα για τον μυστηριώδη κύριο. 
Τον έβλεπε από καιρού εις καιρόν να εμφανίζεται, και μάλιστα σε κάποια κομβικά σημεία της  αφήγησης της παιδικής του ηλικίας, όπως, για παράδειγμα, τότε που η δασκάλα του πιάνου, η στριμμένη, ανέραστη και ψυχωσική, ηλικιωμένη γυναίκα, με τη συμπεριφορά της τον εξανάγκασε να...βάλει τέλος στη ζωή του. Τότε που για λίγα λεπτά η μόνη του ευχαρίστηση ήταν να φαντασιώνεται τι ωραία που θα ήταν η κηδεία του, πόσο θα έκλαιγαν οι φίλοι και οι συγγενείς, πόση μεταμέλεια θα έδειχναν οι γονείς του, που δεν στάθηκαν όπως έπρεπε σ' αυτόν τον τόσο καλό, τόσο ευγενικό, τόσο ευαίσθητο και ιδιαίτερο νέο...
Ήταν σκαρφαλωμένος πάνω στον ψηλό πεύκο, έτοιμος να κάνει βουτιά στο κενό, και τότε ήρθε και στάθηκε ακριβώς από κάτω, στο σημείο που θα έπρεπε να σκάσει με το κεφάλι, αν άφηνε το κλαδί που κρατούσε σφιχτά, ναι, εκεί ακριβώς, ήρθε και στάθηκε ο μυστηριώδης κύριος Ζόμερ, βλέποντας με αγωνία γύρω και τριγύρω σαν να προσπαθούσε να φυλαχτεί από απειλητικούς εχθρούς και αόρατους δαίμονες!
Ο λίγος αυτός χρόνος της παρουσίας του κυρίου Ζόμερ, στο χωρικό σημείο που θα άφηνε ο νεαρός αφηγητής την τελευταία του πνοή και θα αποχαιρετούσε τα εγκόσμια, άλλαξε τη ροή της ιστορίας. 
Για τον μυστηριώδη κύριο δεν μάθαμε τίποτα παραπάνω. Η αφήγηση όμως συνεχίστηκε κι από αυτό και μόνο κατανοεί κανείς πως ο χρόνος που κερδήθηκε ήταν αρκετός για κάποιες δεύτερες σκέψεις και τις συνεπακόλουθες μεταμέλειες.

Κάνοντας κι εγώ τις δεύτερες σκέψεις μου, σήμερα, την 1η μέρα του Ιούλη, καταλήγω στο συμπέρασμα πως ο κύριος Ζόμερ, ο κύριος Καλοκαίρης δηλαδή, ο τόσο μυστηριώδης, ο τόσο αεικίνητος, ο τόσο βιαστικός, που εμφανίζεται εκεί που δεν τον περιμένει ο μικρός Ζίσκιντ, δεν είναι παρά η στοιχειωμένη παιδική  ηλικία... 
Ο κύριος Ζόμερ δεν είναι μια απλή χωρική παρουσία. Είναι ο ίδιος ο χρόνος που τρέχει ασταμάτητα. Και σέρνει μαζί ό,τι βαραίνει μέσα μας, ό,τι μας καθηλώνει... Ό,τι φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε μεγαλώνοντας.
Νομίζω πως ούτε λίγο ούτε πολύ, ο καθένας, μέχρι κάποια ηλικία τουλάχιστον, έχει τον δικό του κύριο Ζόμερ. 
Για κάποιον ο κύριος Ζόμερ είναι το γέννημα μιας άθλιας δασκάλας μουσικής. Για κάποιον  άλλον η στρίγκλα καθηγήτρια των Γερμανικών ή το καφετί peet bul του γείτονα, που του έφραζε τον δρόμο το βράδυ που γύριζε  από το φροντιστήριο στο σπίτι. Για άλλον η ίδια του η μάνα...
Στο σκοτεινό, μυστηριώδες, πρόσωπο του κυρίου Ζόμερ αντανακλούν όλοι οι σκιώδεις φόβοι της παιδικής μας ηλικίας, που - υποσυνείδητα - μας ακολουθούν και μεγαλώνουν μαζί μας, μέχρι να φτάσουμε σε εκείνο το επίπεδο κατανόησης εαυτού, για να πούμε με θάρρος και αποφασιστικότητα: Αντίο, για πάντα, κύριε Ζόμερ! 

Επειδή τον δικό μου κύριο Ζόμερ, έχω την τύχη (ή μήπως το προνόμιο της ηλικίας;) να τον έχω προ πολλού αντιμετωπίσει,  αυτό που θα ήθελα να πω σήμερα δεν είναι το "Αντίο, κύριε Ζόμερ", αλλά "Αντίο, κακοκαιρία...".

Εύχομαι από αύριο η θερμοκρασία να αρχίσει να ανεβαίνει!
Η θάλασσα, το πέλαγος, οι άνθρωποι, το διάβασμα, το γράψιμο, η ζωή...
Το όνειρο μας περιμένει :)

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ! Και καλές διακοπές!


Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Και η βροχή συνεχίζεται...

Σήμερα είναι 27 Ιουνίου ή Ιουν-βρίου ή Ιουν-ουαρίου, όπως - λόγω του χειμωνιάτικου καιρού - γράφουν αστειευόμενοι στα κοινωνικά δίκτυα. Βέβαια, καθόλου αστεία δεν είναι τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Είναι ανησυχητικά. Και η ανησυχία είναι κλιμακούμενη με τον δείκτη προς τα πάνω...
Όλοι σχεδόν οι δρόμοι στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε πολλές άλλες πόλεις,  καθημερινά γίνονται ποτάμια! Τα πλείστα όσα ρέματα, που κατά καιρούς έκλεισε η ασυδοσία των εργολάβων και των λοιπών εμπλεκομένων κερδοσκόπων που το επέτρεψαν, φράζουν το δρόμο στο νερό και το κάνουν ορμητικό -δικαίως- εκδικητικό και πολύ επικίνδυνο.
Και η επικινδυνότητα του νερού έρχεται στις μέρες μας δίπλα δίπλα  με έναν άλλο μεγάλο κίνδυνο, που θα έπρεπε να μας ωθεί να ανοίγουμε βιβλία και να διαβάζουμε από διάφορες πηγές όσα θα έπρεπε να ξέρουμε και δεν τα μάθαμε ποτέ. Η γνώση και η επίγνωση της κατάστασης είναι μια κάποια λύση και ίσως η ασφαλέστερη, όταν μιλάμε για κλιματικές αλλαγές όπως ακριβώς είναι και όταν μιλάμε για  χάρτες και εκτάσεις... 

Η αναφορά στους χάρτες και τις εκτάσεις κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Από χθες που ξαναδιάβαζα τον Φραμπέτι -συγγραφέα των βιβλίων "Καταραμένα Μαθηματικά", "Το βιβλίο Κόλαση", "Η μικρή Καλβίνα" και άλλων μικρών θαυμαστών αναγνωσμάτων, όλα από τις εκδόσεις opera- το μυαλό μου έχει κολλήσει στο κείμενο που φέρει τον τίτλο "χάρτες και εκτάσεις". Είναι στο βιβλίο "Η σιωπή της καμηλοπάρδαλης". Έχω γράψει κι άλλες φορές αποσπάσματα από το συγκεκριμένο βιβλίο, ειδικά σε περιόδους, όπως η σημερινή, που δεν πρέπει να σιωπά κανείς! Δέκα χρόνια πριν (δέκα ολόκληρα χρόνια πριν!? Πώς πέρασαν!) είχα γράψει το απόσπασμα με τίτλο "Οι αυτόχειρες τοξότες", όπου περιγράφεται το πώς η αδύνατη διαδικασία αυτοχειρίας με χρήση τόξου γίνεται εντέλει δυνατή! 
Τώρα αντιγράφω αυτό που εδώ και εικοσιτέσσερις ώρες  στριφογυρίζει στη σκέψη μου (σελ. 45)

   Στο "Σύλβια και Μπρούνο" ο Lewis Carrol αναφέρεται σε κάποιους γερμανούς χαρτογράφους, οι οποίοι κατατρυχόμενοι απ' την έμμονη ιδέα να επιτύχουν τη  μέγιστη δυνατή ακρίβεια, αύξαιναν όλο και πιο πολύ το μέγεθος των χαρτών τους, ώσπου συνέλαβαν την ιδιοφυή ιδέα να σχεδιάσουν ένα χάρτη της χώρας με κλίμακα 1:1, δηλαδή σε κάθε χιλιόμετρο πραγματικής έκτασης να αντιστοιχεί ένα χιλιόμετρο χάρτη. Το μοναδικό πρόβλημα είναι ότι, όταν τον ξεδιπλώνουν, ο χάρτης καλύπτει ολοκληρωτικά τη χώρα, κάτι που τον καθιστά αυτόχρημα δύσχρηστο, κυρίως γιατί εμποδίζει τη διέλευση του ηλιακού φωτός. Όμως αυτό το πρόβλημα επιλύεται με μια δεύτερη ιδιοφυή ιδέα: να χρησιμοποιείται η ίδια η χώρα ως χάρτης του εαυτού της. Οι χαρτογράφοι διαβεβαιώνουν ότι η διαφορά είναι σχεδόν ανεπαίσθητη.

Το πρόβλημα της δημιουργίας ενός χάρτη, της αναπαράστασης δηλαδή των τριών διαστάσεων στις δύο με ακρίβεια, είναι μέγα μαθηματικό και ενδιαφέρον πρόβλημα, που απασχόλησε τους ανθρώπους από την αρχαιότητα (Βλέπε Ερατοσθένη, κ.ά.). Σήμερα   λόγω υψηλής τεχνολογίας οι χάρτες ως προς την κατασκευή, δεν αποτελούν πρόβλημα. 
Οι κλίμακες όμως και οι κλιμακώσεις, για τα σύνορα και τα ονόματα των χωρών συνεχίζουν να δημιουργούν προβλήματα...

Στο μεταξύ, έξω βρέχει και οι δρόμοι έχουν γίνει ποτάμια. 
"Οι δρόμοι έχουν γίνει ποτάμια" είναι μια μεταφορά που εκφράζει την κυριολεξία, όπως τη  βλέπω από το παράθυρό μου! Όμως "δεν μπορούμε να συγκρίνουμε ένα ποτάμι με έναν δρόμο, γιατί οι δρόμοι ανήκουν στην ιστορία, ενώ οι ποταμοί στη γεωγραφία", λέει ο  Τζοβαννίνο Γκουαρέσκι στο βιβλίο του, "Ο μικρός κόσμος του Δον Καμίλο". 
Ίσως διαφωνούσε κάποιος με τον Γκουαρέσκι, επειδή στις μέρες μας οι επιστήμες έχουν αλλάξει το μεθοδολογικό τους οπλοστάσιο και πολλές από αυτές, προς αναζήτηση μιας αλήθειας, συνεργάζονται. Όμως αρκεί να διαβάσει λίγες μόνο γραμμές παρακάτω για να διαπιστώσει πως ο συγγραφέας καταρρίπτει ο ίδιος τον ισχυρισμό του με το εξής (περίπου ακλόνητο) επιχείρημα: (σελ. 8)

Οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν την ιστορία, την υφίστανται, όπως και τη γεωγραφία. Εξάλλου η ιστορία είναι αλληλένδετη με τη γεωγραφία.
Οι άνθρωποι πασχίζουν να διορθώσουν τη γεωγραφία τρυπώντας τα βουνά κι αλλάζοντας τη ροή των ποταμών και νομίζουν πως έτσι θ' αλλάξουν και τη ροή της ιστορίας. Όλ' αυτά όμως είναι αυταπάτες. Κάνουν μια τρύπα στο νερό. Κάποια μέρα θ' αναποδογυρίσουν τα πάντα, το νερό θα καταπιεί τις γέφυρες, θα σπάσουν τα φράγματα και θα πλημμυρίσουν τα ορυχεία, θα γκρεμιστούν τα παλάτια, τα σπίτια και οι καλύβες. Πάνω στα ερείπια θα φυτρώσει χορτάρι κι όλα θα γίνουν στάχτη. Όσοι επιζήσουν, θ' αρχίσουν πάλι να κυνηγάνε τα ζώα με τις πέτρες κι η ιστορία θα επαναληφθεί.
Η συνηθισμένη ιστορία.

Η αλήθεια είναι πως όταν το πρωί, φεύγοντας για το σχολείο, έβγαλα ξανά το μπουφάν από τη ντουλάπα, σήμερα που είναι 27 Ιουνίου, μου πέρασε κι εμένα από το μυαλό μήπως βρισκόμαστε στην έναρξη ενός καινούριου παγετώνα... 
Οι μετεωρολόγοι λένε πως από μεθαύριο θα επανέλθει ο καιρός στα κανονικά για την εποχή επίπεδα. Μπορεί. Μπορεί και όχι. Η πρόβλεψη του καιρού είναι αποτέλεσμα μελέτης ενός χαοτικού και άρα ευαίσθητου στις αρχικές συνθήκες συστήματος. 
Κατά συνέπεια μια ανεπαίσθητη αλλαγή μπορεί να προκαλέσει πολύ διαφορετικά και σίγουρα καθόλου ανεπαίσθητα αποτελέσματα.
Μια απειροελάχιστη ριπή, μια νυχτοπεταλούδα, μπορεί να προκαλέσει απρόβλεπτα κατακρημνίσματα, ικανά να κάνουν τους δρόμους ποτάμια που θα αλλάξουν τη γεωγραφία και τη ροή της ιστορίας.., 
Και πάλι από την αρχή.
Σήμερα είναι 27 Ιουνίου

Και η βροχή συνεχίζεται
https://www.thessalonikiartsandculture.gr/thessaloniki/thessaloniki-my-home/vroxeri-thessaloniki-i-melagxoliki-goiteia-tis-polis/



Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Η εποχή των κερασιών


 "Τι είναι αληθινό και τι επινοημένο; Τι υπήρξε στ' αλήθεια και τι δεν συνέβη ποτέ; Επηρεάζει η φαντασία την πραγματικότητα; Ή η πραγματικότητα τη φαντασία;
  Ο εικονογράφος και καρτουνίστας Ντέιβιντ Σράιλυ είχε πει κάποτε: "Όταν με ρωτούν από πού αντλώ έμπνευση, εγώ απαντώ πως στ' αλήθεια δεν ξέρω. Είναι ανόητη αυτή η ερώτηση. Γιατί αν ήξερα από πού παίρνω ιδέες, αυτές οι ιδέες δε θα ήταν πια δικές μου. Θα ανήκαν σε κάποιον άλλο κι εγώ θα τις είχα απλώς κλέψει. Οι ιδέες έρχονται απ' το πουθενά κι έξαφνα βρίσκονται στον νου σου. Ίσως να προέρχονται απ' τον Θεό, από τις δυνάμεις του σκότους ή από κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό".
  Η δική μου θεωρία είναι πως μπορεί κανείς να χωρίσει σε τρεις μεγάλες ομάδες εκείνους που γράφουν μυθιστορήματα και που μας αφηγούνται κάτι.
  Οι πρώτοι γράφουν πάντα μόνο για τον εαυτό τους -κάποιοι απ΄αυτούς ανήκουν στην κατηγορία των σπουδαίων λογοτεχνών.
  Οι άλλοι έχουν ένα αξιοζήλευτο ταλέντο να επινοούν ιστορίες. Ταξιδεύουν με το τρένο κι εκεί που κοιτούν έξω απ' το παράθυρο τους έρχεται έξαφνα μια ιδέα.
  Και, τέλος, είναι και μερικοί που θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως ιμπρεσιονιστές συγγραφείς. Το δικό τους χάρισμα είναι να βρίσκουν ιστορίες.
Προχωρούν στον κόσμο με τα μάτια ανοιχτά και συλλέγουν καταστάσεις, διαθέσεις και μικρές σκηνές, σαν να μαζεύουν κεράσια από ένα δέντρο."

Τον Ντέιβιντ Σράιλυ δεν τον γνωρίζω. Τον Αντρέ Σαμπανέ, η άποψη του οποίου για τις ιστορίες αναγράφεται ακριβώς από πάνω, τον γνώρισα νωρίς σήμερα το πρωί. Θα τον είχαν γνωρίσει από χθες το βράδυ αν η κούραση και η νύστα μου είχαν επιτρέψει να διαβάσω μερικές σελίδες ακόμη από το βιβλίο του Νικολά Μπαρρό, "Η εποχή των κερασιών" (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ). Κατάφερα όμως να διαβάσω μόνο το πρώτο κεφάλαιο, όπου γνώρισα την Ορελί Μπρεντέν, σε πλήρη απόγνωση να περιπλανιέται στην παρισινή νύχτα κάτω από τις σταγόνες της βροχής, που έσμιγε με τα δάκρυά της, μέχρι που έφτασε στη μικρή γέφυρα του Λουδοβίκου Φίλιππου, που οδηγεί απέναντι, στο νησάκι Ιλ Σαιν Λουί. Κι εκεί στάθηκε.

Κι από το σημείο αυτό ξεκινά μια ιστορία. Από κει. Ή λίγο πριν. Ή λίγο μετά.

Ποτέ δεν ξέρει κανείς με βεβαιότητα πού,  πώς και πότε ξεκινά μια ιστορία. Ούτε και πότε τελειώνει ξέρει...
Αυτό με τις ιστορίες πάντα με μπέρδευε. Κι όποτε μπήκα στον κόπο (γιατί περί κόπου πρόκειται) να εντοπίσω  πώς και πού και πότε ξεκίνησε μια ιστορία, δεν κατάφερα να απαντήσω με σιγουριά. Κάθε φορά που κατέληγα κάπου, προέκυπτε ένα καινούριο στοιχείο, που με πήγαινε πιο πίσω στο χρόνο κι άλλαζε το "πότε" κατά μια μέρα ή ένα μήνα ή μερικά χρόνια... Κι όταν αλλάζει το "πότε", τότε αλλάζει και το "πού", γιατί είμαστε άνθρωποι.
Δεν είμαστε δέντρα να μένουμε καθηλωμένοι στο ίδιο σημείο. Ένα δέντρο αφηγούμενο ιστορίες για τα πουλιά που έχτισαν φωλιά στα κλαδιά του, θα είχε τουλάχιστον σταθερό το "πού" και σίγουρο το "γιατί": για να ζευγαρώσουν!
Οι άνθρωποι όμως δεν είναι πουλιά. Αλλάζουν συνεχώς θέση, αλλάζουν ενίοτε φωλιά, γυρνούν από δω κι από κει, αναζητώντας παραμυθία και παρηγοριά... 
Όπως ακριβώς έκανε η Ορελί, χθες βράδυ που περιδιάβαινε στους παρισινούς δρόμους και στις αμέτρητες σκέψεις που την έπνιγαν ανακατωμένες με τα δάκρυά της...

Είμαι περίπου στη μέση του βιβλίου και...παρακαλάω να μην τελειώσει! 
Ή έστω να κρατήσει περισσότερο από εκείνους τους πολύ δυνατούς έρωτες που επειδή, ακριβώς είναι πολύ δυνατοί έως θυελώδεις, σαν κεραυνοί εν αιθρία, κρατούν λίγο και χάνονται μόλις φυσήξει ο Μπάτης, που φουσκώνει τα πανιά και παίρνει τα σύννεφα και τ' αστραπόβροντα μακριά...

Αλλά εγώ δεν θέλω να τελειώσει.
Γι' αυτό το διαβάζω αργά. Το απολαμβάνω σελίδα σελίδα. Κεφάλαιο κεφάλαιο.
Στα περιττά κεφάλαια αφηγείται η Ορελί, στα άρτια ο Αντρέ. Μέχρι τώρα τουλάχιστον. Περιγράφουν και οι δύο το κάθε τι  αναλυτικά, παραθέτουν τις ιστορίες τους, κάνουν τις υποθέσεις τους, εικάζουν τις εξέλιξεις,  με μια υποβόσκουσα ειρωνεία που κάνει το κείμενο χιουμοριστικό και απολαυστικό, αποφεύγοντας το δράμα!
Ανάμεσά στην Ορελί και τον Αντρέ ένα βιβλίο με τίτλο: "Γυνακεία χαμόγελα"!
Ποιος το έγραψε; Ποιος δεν το έγραψε; Ποιος είναι ο ήρωας και ποιος ο συγγραφέας;
Και, εν τέλει, τίνος είναι η ιστορία; Της Ορελί; Του Αντρέ; Του Νικολά; Μήπως είναι δική σου; Θα έλεγα πως είναι δική μου, αν δεν είχα ακούσει παλιότερα (πόσο παλιά δεν θυμάμαι πια) για ένα νησί κάπου στο Αιγαίο, κάπου πάνω στη Γη, όπου έχουν ξεραθεί όλες οι κερασιές! Θα ισχυριζόμουν πως  σ' αυτό το νησί "η εποχή των κερασιών" είναι μια φράση χωρίς κανένα απολύτως νόημα. Επειδή πιστεύω ότι οι εποχές, ο χρόνος, ο τόπος αποκτούν το νόημα που τους δίνουμε εμείς. Κι εμείς ακόμη έτσι αποκτούμε νόημα.
Κι αν υπάρχουν στιγμές που φαίνεται πως έχει χαθεί εντελώς το νόημα του νοήματος, ευτυχώς που υπάρχει η Λογοτεχνία!
Η ανάγνωση ενός καλού μυθιστορήματος με επαναφέρει στην πραγματικότητα, που είναι η πιο φανταστική ιστορία

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Επικαλούμενη τον Κούντερα

Ο Μίλαν Κούντερα υπήρξε ένας από τους αγαπημένους της νιότης μου συγγραφείς και - όπως συμβαίνει με όλους τους αγαπημένους μου συγγραφείς - ανατρέχω από καιρού εις καιρόν στα βιβλία του, είτε για να δω αν ακόμη μου αρέσουν πολύ είτε για να απαγκιστρώσω το μυαλό μου από τα αδιέξοδα και τις εμμονικές σκέψεις που με κατακλύζουν... 
Χθες άνοιξα το βιβλίο του Κούντερα "Αθανασία", σε μετάφραση Κατερίνας Δασκαλάκη, από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, που για πρώτη φορά το είχα διαβάσει το καλοκαίρι του 1992, τις πρώτες μέρες των διακοπών, σε κάποιο χωριό της Χαλκιδικής. Με θυμάμαι, (πριν ακόμη κλείσω τα 30, με πολύ καλή όραση), που με είχε βρει η αυγή! Είχα ξαγρυπνήσει δυο βράδια στη σειρά, επειδή δεν μπορούσα να αφήσω την Αθανασία από τα χέρια μου. Ήμουν σε μια σοφίτα, σε ένα άβολο νοικιασμένο κρεβάτι, με λιγοστό φως και η Αθανασία φώτιζε όλες τις αισθήσεις μου ταυτόχρονα! Η Ανιέζ, η ηρωίδα του σπονδυλωτού μυθιστορήματος του Κούντερα, χαράχτηκε από τότε ανεξίτηλα στη μνήμη μου, περισσότερο ακόμη και από την κεντρική ιδέα του βιβλίου που - σε γενικές γραμμές - είναι μια επιχειρηματολογία που μεταθέτει το πρόβλημα του ανθρώπου από τον εγγενή φόβο για τον θάνατο στην αδήριτη επιθυμία για την αθανασία... Την Αθανασία!
Χθες άνοιξα το βιβλίο και έπεσα στο κεφάλαιο με τίτλο "Η εικονολογία". Διαβάζοντάς το διαπίστωσα πόσο επίκαιρο είναι, παρόλο που έχουν περάσει περίπου τριάντα χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο. Έχουν αλλάξει τα "μέσα", βέβαια, αφού από την εφημερίδα το ραδιόφωνο και την τηλεόραση περάσαμε στο διαδίκτυο, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Πιθανότατα να γίνεται και...ουσιαστικότερη, αφού το internet μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως ζούμε, πως ενέχουμε, πως συναποφασίζουμε και πως συμβάλλουμε στην εξέλιξη της κοινωνίας και αυτής ακόμη της ανθρωπότητας. 
Συμβάλλουμε όμως; Ή μήπως, απλά, βάζουμε την υπογραφή μας σε ποικίλα αιτήματα, όπως αυτά για τη σωτηρία των ελεφάντων, των δελφινιών ή άλλων ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση ή κακοποιούνται από ανθρώπους για λόγους που εμάς, λόγω απόστασης ή κουλτούρας ή διαφορετικών αναγκών και συμφερόντων, μας φαίνονται παράλογοι, απάνθρωποι και κατακριτέοι; 
Λειτουργούμε υπό το καθεστώς μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας που - για δικούς μας λόγους συνειδητούς ή από καταβολής ή και τα δύο - έχουμε ασπαστεί ή αγόμαστε και φερόμαστε έρμαια των εκάστοτε σφυγμομετρήσεων;  
Ο Μίλαν Κούντερα, τριάντα χρόνια πριν, είχε απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, επικαλούμενος μάλιστα τη γιαγιά του, που ζούσε σε ένα χωριό της Μοραβίας. Αντιγράφω ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασμα, αφού εξηγήσω πρώτα ότι χρησιμοποιώντας τον (όχι πλέον) νεολογισμό  "εικονολογία" αναφέρεται στην επικράτεια της εικόνας και τη συρρίκνωση και συμπίεση των λεκτικών κωδίκων από αυτήν.  Συγκεκριμένα γράφει:

Εικονολογία [...] μια λέξη που μας επιτρέπει να συγκεντρώνουμε κάτω από την ίδια στέγη φαινόμενα ή ονομασίες τόσο διαφορετικές: διαφημιστικά πρακτορεία, σύμβουλοι επικοινωνίας των πολιτικών, σχεδιαστές που προβάλλουν τη γραμμή ενός καινούριου αυτοκινήτου ή τον εξοπλισμό μιας αίθουσας γυμναστικής, δημιουργοί μόδας και μεγάλοι μόδιστροι, κομμωτές, σταρ της  show business που υπαγορεύουν τους κανόνες της φυσικής ομορφιάς, απο τους οποίους θα εμπνευστούν όλοι οι κλάδοι της εικονολογίας.

Υποθέτω πως για να κατανοήσουμε την έννοια και τη λειτουργία της "εικονολογίας" θα πρέπει να σκεφτούμε με τον τρόπο που σκεφτόμασταν τριάντα χρόνια πριν, όταν η σκέψη μας όφειλε να "εικονοποιεί", επειδή οι εικόνες δεν μας είχαν ακόμη κατακλύσει, από τις λογής λογής οθόνες... Εν πάση περιπτώσει, αντιγράφω το χαρακτηριστικό απόσπασμα που πολύ μου άρεσε και πολύ σύμφωνη με βρήκε

Όλες οι ιδεολογίες νικήθηκαν: τα δόγματά τους κατέληξαν να ξεσκεπαστούν σαν αυταπάτες και οι άνθρωποι έπαψαν να τα παίρνουν στα σοβαρά. Για παράδειγμα, οι κομμουνιστές πίστεψαν ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού θα εξαθλίωνε όλο και περισσότερο το προλεταριάτο' ανακαλύπτοντας μια μέρα ότι όλοι οι εργάτες στην Ευρώπη πήγαιναν με το αυτοκίνητό τους στη δουλειά τους, είχαν την ανάγκη να φωνάξουν ότι η πραγματικότητα είχε κάνει ζαβολιά. Η πραγματικότητα ήταν πιο δυνατή από την ιδεολογία. Και είναι ακριβώς με την έννοια αυτή που η εικονολογία την ξεπέρασε: η εικονολογία είναι πιο δυνατή από την πραγματικότητα, η οποία άλλωστε από πολύ καιρό έχει πάψει να αντιπροσωπεύει για τον άνθρωπο αυτό που αντιπροσώπευσε για τη γιαγιά μου που ζούσε σε ένα χωριό της Μοραβίας και όλα τα ήξερε εμπειρικά: πώς ψήνουν το ψωμί, πώς χτίζουν ένα σπίτι, πώς σκοτώνουν το γουρούνι και πώς κάνουν καπνιστό κρέας από αυτό, με τι ράβουν τα παπλώματα, αυτό που ο εφημέριος σκεπτόταν για τον κόσμο κι αυτό που για το ίδιο πράγμα σκεπτόταν ο δάσκαλος' συναντώντας καθημερινά όλους τους κατοίκους του χωριού, ήξερε πόσα εγκλήματα είχαν γίνει τα τελευταία δέκα χρόνια στην περιοχή' για να το πούμε έτσι, κρατούσε την πραγματικότητα υπό τον προσωπικό της έλεγχο, κατά τρόπο που κανένας δεν θα μπορούσε να την κάνει να πιστέψει ότι η γεωργία της Μοραβίας ανθούσε, αν δεν υπήρχε κάτι να φάνε στο σπίτι. Στο Παρίσι, ο γείτονάς μου στο διπλανό διαμέρισμα περνάει την ημέρα του καθισμένος στο γραφείο του, απέναντι σ' έναν άλλο υπάλληλο, έπειτα γυρίζει στο σπίτι, ανοίγει την τηλεόραση για να μάθει τι γίνεται στον κόσμο και, όταν ο παρουσιαστής,  σχολιάζοντας την τελευταία σφυγμομέτρηση, τον πληροφορεί ότι, για την πλειοψηφία των Γάλλων, η Γαλλία έχει το ρεκόρ στην Ευρώπη σε ότι αφορά την ασφάλεια (τη διάβασα πρόσφατα αυτή τη σφυγμομέτρηση), περιχαρής, ανοίγει ένα μπουκάλι σαμπάνια και ποτέ δεν θα μάθει πως την ίδια μέρα, στον ίδιο δρόμο, έγιναν τρεις ληστείες και δύο φόνοι.

Έγινε σαφές, νομίζω, η "εικονολογία" του Κούντερα, έχει εξελιχτεί σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε "εικονική πραγματικότητα" και μέσα στην οποία έχουμε εγκλωβιστεί, χωρίς, δυστυχώς, να έχουμε πάντοτε επίγνωση του εγκλεισμού μας.
https://medium.com/the-mission/a-beginner-s-journey-into-virtual-reality-aad7fa7cc40b
Και πώς να έχουμε; Τριάντα χρόνια πριν υπήρχε ακόμη η στοιχειώδης κλιμάκωση: ιδεολογία, πραγματικότητα, εικονολογία. 
Τώρα η κλιμάκωση  δεν υπάρχει, καθώς η δύναμη του μέσου μας έχει ξεπεράσει.
Μας έχει ξεπεράσει για πλείστους λόγους, ένας εκ των οποίων είναι το ότι μας λείπει παντελώς η εμπειρία. Και σίγουρα, στους νεότερους τουλάχιστον, λείπει η εμπειρία που κατείχε  η γιαγιά του Μίλαν Κούντερα, στον μικρόκοσμό της, στο μακρινό χωριό της Μοραβίας! Ούτε εγώ ξέρω πώς να σκοτώσω ένα γουρούνι. Δεν ξέρω πως να κάνω κρέας καπνιστό. Πώς να ξέρω; Ποτέ δεν είχα γουρούνια! (Και να είχα δεν με έχω ικανή να τα έσφαζα, ειδικά τα γουρούνια...)
Όμως σιγά σιγά ξεχνώ κι αυτά που ήξερα. Έχω ένα laptop στην αγκαλιά μου.
Είμαι ένα μαρσιποφόρο, και στον μάρσιπό μου έχω ένα laptop.
Το βγάζω και πατάω τα πλήκτρα.
Συνυπογράφω για τη σωτηρία των δελφινιών. Καταδικάζω τους Ιάπωνες που μαζικά τα σφαγιάζουν. Και μετά από λίγο κάνω like ή βάζω καρδούλες στις καταπληκτικές γεωμετρικές λύσεις που κοινοποιεί ο μαθηματικός Γιαπωνέζος e-φίλος μου!
Πατάω πλήκτρα! Επειδή ζω! Πατάω πλήκτρα, για να ζω. Και γράφω και σβήνω!
Και δεν σβήνω. Δεν (σε) σβήνω...

Εικάζω πως πέρα από την εικονική πραγματικότητα, πέρα από την μικτή πραγματικότητα (mixed reality), υπάρχει ακόμη και σήμερα η...πραγματική πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα της εμπειρίας. Μιας εμπειρίας που δεν έχουμε...
Εικάζω όμως, και οι εικασίες απαιτούν απόδειξη,
όπως ακριβώς και οι εμπειρίες απαιτούν να τις ζήσουμε

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

"ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ", έντεκα συν μια...

Έντεκα διηγήματα από τον εξωτικό κόσμο των μαθηματικών

Τα μαθηματικά ως επιστήμη αποκαλύπτουν τα ορθολογικά θεμέλια του κόσμου μας και παράλληλα δίνουν έρεισμα για φιλοσοφικές προεκτάσεις. 
Ήταν επόμενο να γοητεύσουν τον Ζήνωνα, τον Άμποτ και τον Μπόρχες, δίνοντας έμπνευση και μέθοδο για ιστορίες και πειράματα σκέψης που εξετάζουν τον κόσμο μας από το μηδέν ως το άπειρο, από τον άνθρωπο ως το σύμπαν.

Χιούμορ και δράμα, ευφάνταστες αφηγήσεις και νοητικές αναζητήσεις. Τα διηγήματα που φιλοξενούνται σ' αυτήν την ανθολογία μας προσφέρουν μαθηματικά λογοπαίγνια, τοπολογικούς λαβύρινθους, γεωμετρικές περιπέτειες: ένας άνθρωπος που παγιδεύεται σε μια χώρα δύο διαστάσεων, ένας φοιτητής που πρέπει να βρει τρόπο να ξεφύγει από μια συμφωνία με τον διάβολο, ένας πόλεμος με εξωγήινους που διεξάγεται αποκλειστικά με την απόδειξη μαθηματικών θεωρημάτων, ένα τρένο που εξαφανίζεται από τις ράγες του...

Ένα απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. Πρόκειται για έντεκα διηγήματα που επέλεξε και μετέφρασε ο Χριστόδουλος Λιθαρής. Το βιβλίο κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις αλεξάνδρεια και έχει κάτι κοινό με το δικό μου βιβλίο, με τον Γιάννη που αγάπησα! Τι;
Και στα δύο βιβλία προλογίζει, με τον δικό του μοναδικό και απολαυστικό τρόπο, ο Τεύκρος Μιχαηλίδης!
Όμως η δωδέκατη ιστορία που προοικονομεί ο τίτλος της ανάρτησης δεν είναι το δικό μου βιβλίο, δεν είναι ούτε ο Γιάννης που αγάπησα, ούτε ο Κώστας που αγαπώ, ούτε ο x, ο y κι ο z, που -τυχόν- θα αγαπήσω στο μέλλον. 
Η δωδέκατη ιστορία δεν είναι ούτε το δεύτερο βιβλίο που αναφέρεται στην αφίσα, Ο μαθηματικός και ο δικαστής, εκδόσεις αλεξάνδρεια, μετάφραση Τεύκρου Μιχαηλίδη,  που θα παρουσιαστεί μαζί με τις έντεκα ιστορίες στις 22 Ιουνίου στο Publc, όπου θα σας περιμένουμε στην περίπτωση, βέβαια, που δεν έχετε φύγει για Χαλκιδική και παραμένετε ακόμη στην ερωτική Θεσσαλονίκη...
Η δωδέκατη ιστορία έχει να κάνει με μια συζήτηση που είχα σήμερα στο σχολείο, την ώρα της αναμονής των θεμάτων, αλλά σεβόμενη τα παιδιά που συμμετέχουν στο Διαγωνισμό,  τον οποίον εμείς επιμένουμε να αποκαλούμε -άλλοτε Πανελλήνιες και άλλοτε Πανελλαδικές- Εξετάσεις, την κρατώ για να τη γράψω την επόμενη Τετάρτη, αν στο μεταξύ δεν έχουν προκύψει μια ντουζίνα καινούριες ιστορίες μαθηματικής φαντασίας, από αυτές που φτιάχνονται στο μυαλό ανθρώπων σαν κι εμένα, που λίγο τα Μαθηματικά (με Μ κεφαλαίο) λίγο ο Έρωτας, λίγο το κρασί, λίγο η θάλασσα ξετυλίγουν σαν κουβάρι, που άλλοτε οδηγεί στην έξοδο από τον (τοπολογικό) λαβύρινθο κι άλλοτε τεντώνεται σαν σκοινί για ακροβάτες στο ... μεγάλο μας τσίρκο!
Ακροβατώντας  μεταξύ φανταστικού και πραγματικού,  μεταξύ λογικής και ευαισθησίας, μεταξύ Μαθηματικών και Λογοτεχνίας, μετρώ τις μέρες, μέχρι εκείνη την Παρασκευή, που θα ανταμώσουμε ξανά, για να τα πούμε από κοντά, όπως την προηγούμενη φορά...

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Παράξενες ιστορίες...στη σκιά της αποτυχίας!

Από προχθές έχουν γεμίσει οι "τοίχοι" στα πλείστα κοινωνικά δίκτυα με ευχές για τους μαθητές και τις μαθήτριες που συμμετέχουν στις Εισαγωγικές Εξετάσεις! 
Παλιότερα έγραφα κι εγώ. Έδινα τις ευχές μου. Τώρα συνειδητά δεν το κάνω, 
επειδή το όλο θέμα έχει προ πολλού ξεφύγει από τις πραγματικές του διαστάσεις και επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους νέους και τις νέες που διαγωνίζονται! 
Ναι, διαγωνίζονται! Επειδή περί Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Ο Υ πρόκειται! 
Και πότε επιτέλους θα αποφασίσουμε να το πούμε σωστά και να περιορίσουμε, έστω και με αυτόν τον τρόπο, τις συνέπειες της μη επιτυχίας; 
Επειδή άλλο είναι να μην πετυχαίνω σε έναν διαγωνισμό και άλλο να αποτυγχάνω στις "εξετάσεις"! 
"Εξετάστηκες και κρίθηκες μη ικανός" είναι άλλο από το "διαγωνίστηκες και η κατάταξή σου είναι τέτοια που...".
Οι μέρες αυτές, στη χώρα μας, έχουν πάρει διαστάσεις εξωπραγματικές και τις βιώνουν άπαντες, έχοντες και μη έχοντες σχέση με το θέμα, ως ένα δυσβάσταχτο και άκρως αγχωτικό γεγονός. Χθες, γυρνώντας από το σχολείο, σταμάτησα να βάλω βενζίνη. Μόλις με βλέπει ο βενζινάς, παιδικός μου φίλος, μου λέει με ύφος παρηγορητικό: "Έχετε και τις πανελλαδικές εξετάσεις τώρα...", κουνώντας το κεφάλι μου με συγκατάβαση!
Δεν απάντησα. Ένιωσα όμως, προς στιγμήν, μια ανεπαίσθητη δόση αυτολύπησης να προσπαθεί να ξαπλωθεί στους νευρώνες μου: "Πίσω και σε έφαγα!", της έκανα και χαμογέλασα στον φίλο μου. 
Σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ, ακούστηκε ο Αγγελάκας μέσα μου! :)
Έτσι είναι!
Το σχολείο και το όλο εκπαιδευτικό μας σύστημα καλλιεργεί την αίσθηση της αυτολύπησης, ενίοτε δε της ηττοπάθειας και της παραίτησης σε ένα μεγάλο πλήθος παιδιών, μέσω της (ψευδ)αίσθησης πως η αποτυχία είναι γνώρισμα των  άχρηστων, των μη ικανών, των "failers"!
Όμως είναι έτσι; Ή μήπως η αποτυχία είναι μια κατάσταση η οποία, (όταν δεν διαποτίζεται από την καταλυτική αυτολύπηση που αδρανοποιεί τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως ηλικίας και προέλευσης), διδάσκει, νουθετεί κι ενδυναμώνει; Αν αποτύχω σ' αυτήν την προσπάθεια, τότε θα εξετάσω πού οφείλεται η αποτυχία, θα διορθώσω κάτι, θα αλλάξω κάτι άλλο και θα επαναλάβω το πείραμα. Στην πορεία θα γίνω λίγο πιο σοφή, ή να το πω πιο ρεαλιστικά: θα γίνω πιο έμπειρη! Η αποτυχία είναι  κι αυτή μια εμπειρία. Ξαναπροσπαθώ και πετυχαίνω. Ή παραιτούμαι και κάνω κάτι άλλο. Ή - και για μένα αυτό είναι το καλύτερο - δεν παραιτούμαι και παράλληλα κάνω -τουλάχιστον και ένα ακόμη- κάτι άλλο!

Δεν θα έμπαινα στον κόπο να γράψω περί αποτυχίας, αν δεν συνέτρεχαν τρεις λόγοι. (Περισσότεροι είναι οι λόγοι, αλλά μόνο τους τρεις θα κοινοποιήσω...)
Τον πρώτον τον είπα ήδη, αφορά τις ποικίλες ευχές για επιτυχία στις πανελλήνιες, που κατακλύζουν από προχθές τα κοινωνικά δίκτυα. (Στα δελτία ειδήσεων δεν αναφέρομαι, γιατί είναι μεγάλη  και πολύ πονεμένη ιστορία...)
Ο δεύτερος λόγος είναι ένας άσημος δάσκαλος από την επαρχία Σαντόγκ! Πρόκειται για τον Που Σονγκλίνγκ, που γεννήθηκε το 1640, την εποχή της Δυναστείας Τσινγκ.
Αυτός ο δάσκαλος κατάφερε να περάσει το πρώτο επίπεδο των εξετάσεων για να εργαστεί στη δημόσια διοίκηση, αλλά απέτυχε πολλές φορές στο επόμενο. Στη σκιά αυτής της αποτυχίας, για πολλά χρόνια συνέλεγε και ξαναέγραφε τις "Παράξενες ιστορίες από το κινέζικο σπουδαστήριο". Λεπτολόγος και επίμονος, διάλεγε με προσοχή τις λέξεις του, δημιουργώντας έτσι το δικό του ιδιαίτερο λυρικό στιλ. Η συλλογή του έφτασε τις 490 περίπου ιστορίες, οι περισσότερες καταγράφουν παλιότερα λαϊκά παραμύθια απο την προφορική παράδοση. 

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο: "παράξενες ιστορίες από το κινέζικο σπουδαστήριο", εκδόσεις ΑΙΩΡΑ. Το βιβλίο με τις ιστορίες που έγραψε ένας ... αποτυχημένος και τις διαβάζω εγώ τέσσερις αιώνες μετά! Το ξεφυλλίζω μαζί με δυο τρία άλλα βιβλία, προσπαθώντας να βρω κάτι για τους ήρωες, που είναι θέμα στην αυριανή μου ομιλία. Δεν επέλεξα κανένα βιβλίο του Μπρεχτ, για ευνόητους λόγους, αν και συμφωνώ μαζί του στο "αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες".  Αλίμονο!

Όπως συμφωνώ και με αυτό που είχε πει ο αείμνηστος Ντενί Γκετζ, πως ήρωες είμαστε όλοι μας, το καθένα από τα ανώνυμα x είναι ένας εν δυνάμει ήρωας, επειδή έχει έντονο μέσα του το αίσθημα του ανικανοποίητου κι επειδή παλεύει συνεχώς να κάνει τον εαυτό του και τον κόσμο καλύτερο.


Και σε μια τέτοια προσπάθεια, πιθανότατα,  η αποτυχία να είναι το πρώτο βήμα στον δρόμο προς τη ... ζωή!

Κι ο τρίτος λόγος, είμαστε εμείς...
Οι δεινόσαυροι, εμείς
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ.Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται...
[...]
Charles Bukowski (πηγή: http://www.poiein.gr/archives/6922)

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Το πιστόλι του Νεύτωνα

"Αν με ρωτούσες σήμερα αγαπητέ υποθετικέ αναγνώστη, αν θα επιθυμούσα να είχε σβήσει ένα μαγικό χέρι αυτό το άρθρο [...], δεν θα ήξερα τι να σου απαντήσω. Γνωρίζω πια ότι χωρίς αυτό θα δυσκολευόμουν εξαιρετικά να βρω τον δολοφόνο και να αποκαλύψω τα απύθμενα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Θα έχανα την ευκαιρία να βρεθώ αντιμέτωπος με την περίεργη λογική ενός παράξενου φόνου, ενώ θα παρέμεναν αναπάντητα και πολλά ερωτήματα σχετικά με τη δική μου ύπαρξη." 

Είναι ο αστυνόμος Γιάννης Λόντσας, αυτός που μονολογεί, ο ήρωας στο δεύτερο μυθιστόρημα του Ανδρέα Λύκου, που έχει τίτλο "Το πιστόλι του Νεύτωνα" και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τραυλός, ακριβώς  ένα μήνα πριν. 
Το βιβλίο το είχα διαβάσει στην πρώτη του εκδοχή, επειδή με τον Ανδρέα είμαστε φίλοι και συνεργάτες εδώ και χρόνια. Γνωριστήκαμε το 2007, στην Πάρο, στο εργαστήρι λεσχών ανάγνωσης που είχε διοργανώσει η Ομάδα "Θαλής και Φίλοι". Ίσως δεν σε ενδιαφέρουν αυτά αγαπητέ υποθετικέ αναγνώστη, αλλά συνδέονται με την ιστορία που θέλω να πω. Θα προσπαθήσω, ωστόσο, να είμαι σύντομη, αν και στις λεπτομέρειες μερικές φορές κρύβονται τα ενδιαφέροντα και τα καθοριστικά... Εκείνο το μακρινό πλέον καλοκαίρι εγώ συντόνιζα το εργαστήρι που είχε θέμα το βιβλίο "Από την παράνοια στους αλγορίθμους. Η 17η νύχτα και άλλες διαδρομές", του Απόστολου Δοξιάδη και κάθε απόγευμα από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή θα δεχόμουν μια διαφορετική ομάδα εκπαιδευτικών, για να συζητήσουμε για το βιβλίο και να προτείνω δράσεις σχετικές με αυτό. 
Η ομάδα του Ανδρέα ήρθε τη Δευτέρα. Εκεί μιλήσαμε οι δυο μας για πρώτη φορά. Τις επόμενες μέρες, τόσος κόσμος που συμμετείχε εκείνον τον καιρό στα εργαστήρια της ομάδας "Θαλής και Φίλοι", δεν θυμάμαι να ξανανταμώσαμε. 
Το κλίμα ήταν όμορφο, οι παρέες πολύ μεγάλες, οι μέρες γεμάτες επιμόρφωση και οι νύχτες γεμάτες συζητήσεις που συνοδεύονταν από εδέσματα και κρασί. Ωραίες εποχές! 
Πέντε ολόκληρες μέρες πνευματικής υπερδιέγερσης και (υπερ)κοινωνικής δράσης. 
Δάσκαλοι, καθηγητές, πανεπιστημιακοί, αλλά και άνθρωποι έξω από τον χώρο της τυπικής εκπαίδευσης, σε συνεχή και ουσιαστική αλληλεπίδραση.
Την Παρασκευή το απόγευμα, όσο να 'ναι μια ψιλοστεναχώρια την είχα που τέλειωνε το εργαστήρι και η παραμονή στο νησί, βλέπω τον Ανδρέα να μπαίνει στην αίθουσα που ήμουν εγώ.  (Στο σχολείο γίνονταν τα εργαστήρια). 
-"Η ομάδα σας είναι σε άλλη άθουσα σήμερα!", του είπα, πιστεύοντας πως ήρθε από λάθος.
-"Ναι, το ξέρω.", απάντησε ευγενικά. "Αλλά μου άρεσαν πολύ αυτά που είπατε για τον Έσερ και ήρθα, για να τα ξανακούσω!".
Εντάξει, μετά από αυτό τι θα μπορούσα να του πω; 
Ο Μάουριτς Κορνέλις Έσερ έγινε η αφορμή να γεννηθεί μια φιλία δυνατή.
Εγώ για τον Έσερ λίγα πράγματα γνώριζα τότε. Ίσα για τις ανάγκες της παρουσίασης που είχα ετοιμάσει. Ο Ανδρέας αντιθέτως γνώριζε πολλά. Έφηβος, ακόμη, είχε γοητευτεί από το έργο του Ολλανδού καλλιτέχνη. Είχε θαυμάσει τις συμμετρίες του, τις πλακοστρώσεις του και τις μεταμορφώσεις του. Και αυτός ο θαυμασμός είχε ως αποτέλεσμα το πρώτο του μυθιστόρημα: Αναμνήσεις Συμμετρίας, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. 
(Κι αυτό το βιβλίο το είχα διαβάσει στην πρώτη πρώτη του εκδοχή, κάποτε στην Κομοτηνή!)
Από τότε με τον Ανδρέα έχουμε συζητήσει για πολλά βιβλία. Κυρίως, για βιβλία που περιγράφουν ιστορίες μαθηματικών και Μαθηματικών. Άλλωστε για μια σχολική χρονιά, 2007-2008, συντονίζαμε μαζί τη λέσχη ανάγνωσης στην Κομοτηνή. Επίσης, ωραία εποχή! 

Με όσα αποκαλύπτω μέχρι εδώ για τη φιλία μου με τον Ανδρέα Λύκο, ελάχιστη σύνδεση θα βρίσκεις αγαπήτε υποθετικέ αναγνώστη με το πιστόλι του Νεύτωνα και πιθανόν να έχεις δίκαιο! Όμως σου διαφεύγει μια μικρή λεπτομέρεια, που θα την πω ευθύς αμέσως! 
Ανάμεσα στα βιβλία που κατά καιρούς συζητήσαμε θυμάμαι να μιλάμε και για το βιβλίο "Ο πόλεμος των μαθηματικών" του Bardi, που κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Τραυλός! Εγώ το έχω στη βιβλιοθήκη μου, το έχω ξεφυλλίσει, αλλά δεν το είχα διαβάσει ολόκληρο, σε αντίθεση με τον Ανδρέα. 
Ο Ανδρέας που το είχε διαβάσει, είχε εμπνευστεί, είχε φαντασιωθεί, είχε ταξιδέψει, είχε απογειωθεί! Μου μιλούσε για την ιδέα του να πει μια ιστορία βασισμένη στον...εκατονταετή πόλεμο για την πατρότητα του Απειροστικού Λογισμού και φωτιζόταν το πρόσωπό του. 
Το είπε και το έκανε!
Έφτιαξε τους δικούς του ήρωες, τους τρεις Έλληνες καθηγητές Μαθηματικών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, όπου φοίτησε και ο ίδιος ο Ανδρέας, να παίζουν επί σκηνής τη διαμάχη του Ισαάκ Νεύτωνα και του Γκότφιρντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς για τη διεκδίκηση των πνευματικών δικαιωμάτων του Απειροστικού Λογισμού! 
Σε μια και μοναδική παράσταση! Αμέσως μετά ένας φόνος. Ο πρώτος φόνος. Και από αυτόν   ξεκινά η ιστορία, την οποία ο αστυνόμος Γιάννης Λόντσας αναλαμβάνει να διερευνήσει.
Ένα πιστόλι που χάθηκε. Μια εικασία που αποδείχτηκε κι έγινε θεώρημα. 
Ένα θεώρημα που διεκδικούν περισσότεροι από ένας επιστήμονες! 
Μια βιβλιογραφία!!! Τι μπορεί να κρύβει;

Ένα παζλ που τα κομμάτιά του ταξιδεύουν στο χώρο και στο χρόνο και συνταιριάζονται για να αφηγηθούν ιστορίες που μοιάζουν και ιστορίες που διαφέρουν! 
Ανθρώπινοι χαρακτήρες που συγκλίνουν, αναζητώντας νόημα στη ζωή! 
Μια αλήθεια που φτιάχνεται και άλλες που αποκαλύπτονται. 

Κι εμείς, άλλοτε επιλέγοντας (προσεκτικά και ασφαλώς) από τα κομμάτια του παζλ κι άλλοτε με μάτια κλειστά σε ένα τρελό μπάντζι τζάμπινγκ, δοκιμάζουμε και δοκιμαζόμαστε.
Κατεβάζουμε βιβλία από τα ράφια και...συναντιόμαστε, φωτογραφίζουμε οπισθόφυλλα κι όλο βρισκόμαστε, επειδή, όπως λέει ο αστυνόμος Γιάννης Λόντσας:

"Κάθε μέρα, ξυπνάμε με στόχο να σκηνοθετήσουμε καλά τις συνθήκες της ζωής μας και να βρούμε εκείνη τη λεπτή ισορροπία που θα μας επιτρέψει να απολαύσουμε την κάθε μας στιγμή. Αναζητώντας την ευτυχία, ξεχνάμε ίσως τη φρικτή εκείνη στιγμή που θα ισοπεδώσει όλες μας τις προσπάθειες σε χίμαιρες. Η λεπτή γραμμή που οριοθετεί τη ζωή και την χωρίζει από τον θάνατο, σπάει εξαιτίας κάποιον απίθανων γεγονότων, που πολλές φορές εμφανίζονται αναπάντεχα, χωρίς να μπορούμε να τα επηρεάσουμε".

Αυτή είναι η άποψη του αστυνόμου. Τον συμπάθησα τον Γιάννη Λόντσα (και όχι μόνο λόγω ονόματος, επειδή γενικά έχω μια τάση να αγαπώ τον Γιάννη...:) ), θα μου επιτρέψει όμως να διαφωνήσω μαζί του: δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως αναζητούμε την ευτυχία.
Αντιθέτως, είμαι σίγουρη πως τη σκηνοθετούμε..και εκεί είναι η ουσία!
To casting: η επιλογή των ρόλων και των χαρακτήρων.
Τόσο στη ζωή μας, όσο και στα βιβλία...
Και ο Ανδρέας στο πιστόλι του Νεύτωνα, σίγουρα, έκανε το casting με μεγάλη επιτυχία!

------------------------------------
Για τις γυναίκες του μυθιστορήματος θα μιλήσω στην παρουσίαση που θα γίνει το Σάββατο 9 Ιουνίου, στις 22.00, στην εξέδρα του Φεστιβάλ Βιβλίου, στην παραλία της Θεσσαλονίκης!
Εγώ και η Βάλια με  την Αναστασία, τη Βάντα, την Ελένη και τη μοναδική Κατερίνα Σαραντοπούλου, αν και ο Ανδρέας θα λείπει! :)

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Κανείς δεν είναι τέλειος!

Έχω πει κατ' επανάληψη ότι με θεωρώ τυχερή που κάνω τη δουλειά που κάνω.
Και με θεωρώ τυχερή, επειδή εκτός όλων των άλλων, έχω το μεγάλο πλεονέκτημα, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα της σχολικής τάξης να ξεχνώ, έστω και για λίγο, τα μείζονα προβλήματα των ημερών, και να αναζητώ μέσα στο βλέμμα των παιδιών, που κάθονται αντίκρυ μου, ένα καλύτερο αύριο, μια φευγαλέα ελπίδα, μια μικρή φλόγα ικανή να πυροδοτήσει τη φαντασία μου και τη θέλησή μου, ακόμη και εκείνες τις φορές που τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα από ότι συνήθως, όπως όταν πρέπει να βγούμε από την καθιερωμένη ρουτίνα και να εφαρμόσουμε ένα διαφορετικό εβδομαδιαίο πρόγραμμα, σαν αυτό της Θεματικής Εβδομάδας, που καθιερώθηκε από πέρυσι στα Γυμνάσια.
Κατά της "καινοτομίας", είναι σαφές πως δεν είμαι. Κατά της διαθεματικότητας και της διεπιστημονικότητας είναι σαφέστατο πως δεν είμαι. Κατά της μη συνετής κεντρικής επιβολής προγραμμάτων που δεν έχουν εφαρμοστεί πιλοτικά και δεν έχουν αξιολογηθεί (μόλις χρησιμοποίησα μια...απαγορευμένη λέξη!) επαρκώς, είμαι. Και η Θεματική Εβδομάδα από πέρυσι που καθιερώθηκε με εγκύκλιο, που έφτασε στα σχολεία το μεσημέρι της 23ης Δεκεμβρίου, (την τελευταία μέρα πριν από τις διακοπές, δηλαδή), και κατά συνέπεια δεν έφτασε στους άμεσα ενδιαφερόμενους, παρά μόνο με την επανέναρξη των μαθημάτων, έχει εξ αρχής "καεί". Αφού έγινε όπως έγινε την πρώτη χρονιά, γιατί να μη γίνει έτσι και τη δεύτερη, και την τρίτη μέχρι να ατονίσει ο θεσμός και να ξεχαστεί εντελώς...

Στο σχολείο μου και πέρυσι και φέτος (με διαφορετικό Διευθυντή και το μισό Σύλλογο να συμπληρώνει και σε άλλα σχολεία, με αποτέλεσμα να μην είμαστε ούτε μια μέρα την εβδομάδα άπαντες και άπασες όλοι μαζί, με ότι αυτό συνεπάγεται) το παλέψαμε, για να ανταποκριθούμε με αξιοπρέπεια και σοβαρότητα. Πώς όμως να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, όταν συντρέχουν μια σειρά από λόγους που δυσχεραίνουν τα πράγματα; Ή πώς να έχουμε ένα ικανοποιητικό, έστω, αποτέλεσμα, όταν λείπουν παιδιά, επειδή κάποιοι (ευτυχώς πολύ λίγοι) γονείς ορθώνουν το ανάστημά τους μπροστά στο "ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ", για να "προστατεύσουν" τα παιδιά τους;
Σύνθετο το θέμα και σε μεγάλο βαθμό παρεξηγημένο όχι μόνο από την πλευρά (αρκετών) γονιών, αλλά και των εκπαιδευτικών, αλλά κυρίως του ίδιου του Υπουργείου που θεωρεί ότι είναι αρκετό να θεσμοθετήσει μια "Θεματική Εβδομάδα", αντί να αλλάξει εξ ολοκλήρου το πρόγραμμα σπουδών, προκειμένου να αναβαθμίσει την παρεχόμενη εκπαίδευση. 
Θέματα σαν κι αυτά που καλούμαστε να καλύψουμε στο πλαίσιο της Θεματικής Εβδομάδας θα έπρεπε να αποτελούν βασικά μαθήματα στο Α.Π.Σ. και ειδικά στα Δ.Ε.Π.Π.Σ., που πριν δουν το φως του ήλιου τα έφαγε το μαύρο σκοτάδι. 
Κι εγώ είχα μεγάλο βάρος φέτος. Πέρυσι, εμπνεύστηκα από το καθιερωμένο μου βραδινό γιαουρτάκι ένα ενδιαφέρον θέμα και το έκανα στην Α' Γυμνασίου, μάλιστα σε δύο φάσεις, μια προεργασία το μήνα Φεβρουάριο και την ολοκλήρωση του θέματος στο πλαίσιο της Θεματικής Εβδομάδας. Και είχε πάει καλά.
Φέτος; Θα μου πεις ότι το Ι.Ε.Π. έχει ολόκληρη σελίδα προτεινόμενων και υποστηρικτικών θεμάτων. Ε, τότε θα πω κι εγώ: Εντάξει, αλλά αν είναι και στην καινοτομία να ακολουθήσω κατά γράμμα οδηγίες, τότε σε τι θα διαφέρει για μένα από την τυπική διδασκαλία; 
Τόσες ώρες εδώ, τόσες ώρες εκεί, έμφαση στη δραστηριότητα χ, κατά προτεραιότητα η άσκηση ψ! 
Θαρρείς και όλες οι τάξεις σε όλα τα σχολεία είναι ολόιδιες ή θαρρείς πως η κοινωνία έχει ανάγκη από ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου κι εμείς (ανεπυτυχώς) παλεύουμε να τον φτιάξουμε ή θαρρείς πως...
Αλλά αρκετά διαμαρτυρήθηκα και τελειώνει ο χρόνος, χωρίς να έχω μπει ακόμη στο θέμα.
Το θέμα μου είναι αυτό που έκανα εγώ σήμερα με τα δύο τμήματα της Β' Γυμνασίου. 
Την ιδέα τη συνέλαβα από την αρχή της σχολικής χρονιάς, όταν έκανα την άσκηση 7 στη σελίδα 14 του σχολικού βιβλίου. "Πόσο ωραία θα ταίριαζε ο δείκτης σωματικού βάρους με τη μέση τιμή που θα διδαχτούν στη Στατιστική!", είχα σκεφτεί και το έβαλα στόχο να έχω φτάσει στην παράγραφο 4.5 του Α' Μέρους του βιβλίου, μια εβδομάδα πριν από τη Θεματική Εβδομάδα, ώστε και πρόσφατο να το έχουν το μάθημα, αλλά και εμπέδωση των μαθηματικών εννοιών και διαδικασιών να κάνουν στο πλαίσιο των..."καινοτόμων δράσεων"!

Χωρίστηκαν τα παιδιά σε ομάδες των πέντε για να μετρήσουν με τις μετροταινίες που τους προμήθευσα το ύψος τους, (υ). Και για να συμπλήρωσαν στο Φύλλο Εργασίας το ύψος και το βάρος τους, (Β). Τους  είχα ζητήσει από την προηγούμενη εβδομάδα να  ζυγιστούν στα σπίτια τους ή αλλού. Μετά έπρεπε να βρουν το Μ.Ο. του ύψους και του βάρους της ομάδας τους και χρησιμοποιώντας τον τύπο Β/υ^2, να υπολογίσουν το δείκτη σωματικού βάρους.
Υπήρχε και δεύτερο ζητούμενο, να βρουν ο καθένας το δείκτη βάρους του και μετά να βρουν το μέσο όρο. Τέλος θα έπρεπε να συγκρίνουν τα δύο αποτελέσματα. 
Όμως δεν είχα προβλέψει τις αντιδράσεις του 1/10 περίπου των παιδιών, τα οποία λόγω του μεγάλου βάρους τους ή του μικρού ύψους τους, ήρθαν όλα μαζί να μου δηλώσουν πως δεν θέλουν να συμμετέχουν στη δράση! 
Μου πήρε κάποια δευτερόλεπτα να σκεφτώ με ποιο τρόπο έπρεπε να αντιδράσω για να το σώσω, χωρίς κανέναν να πληγώσω...
"Πείτε έναν υποθετικό ή έναν κατά προσέγγιση αριθμό...", είπα στο τέλος.
"Δεν έχει και τόση σημασία το αποτέλεσμα που θα βρείτε, όσο η διαδικασία!", είπα κι έτσι αποσωβήθηκε ο κίνδυνος να δουλέψω μόνο με τα 9/10 των παιδιών.
Αυτή η απρόβλεπτη εξέλιξη μου έδωσε την ευκαιρία να σκεφτώ πόσο  λάθος προτεραιότητες δίνουμε σε αυτά που μαθαίνουν τα παιδιά μας στο σχολείο. Και τους το είπα.
Πριν ξεκινήσουμε την προβλεπόμενη (και ασφαλή για μένα) διαδικασία της καταμέτρησης, της καταγραφής και των αριθμητικών υπολογισμών, πήρα το ρίσκο να τους μιλήσω για πιο προσωπικά θέματα. Για τις δικές μου αγωνίες, όταν ήμουν παιδί.
Δεν τις απαρρίθμησα, αλλά εξήγησα πως κι εγώ,θα είχα γλιτώσει αρκετά δεινά, αν είχα από μικρή κατανοήσει πράγματα που μου πήρε πολλά χρόνια να καταλάβω και να αποδεχτώ...
"Κανείς δεν είναι τέλειος!", τους είπα. "Ο καθένας μας είναι ένα σύνολο θετικών και αρνητικών χαρακτηριστικών, τόσο στην εμφάνιση όσο και στον χαρακτήρα... Στον χαρακτήρα με τα χρόνια και με προσπάθεια μπορούμε να διορθώσουμε ό,τι μας ενοχλεί, στην εμφάνιση τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Γι' αυτό πρέπει να αποδεχτούμε αυτό που είμαστε και  να προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε τα μειονεκτήματά μας σε πλεονεκτήματα! Έτσι θα είμαστε λιγότερο αγχωμένοι, λιγότερο μίζεροι, περισσότερο χαλαροί, πιο χαρούμενοι και πιο ευτυχισμένοι".
Και αυτό που νιώθουμε θα θέλουμε να το μοιραζόμαστε με τους άλλους, γιατί ακριβώς εκεί βρίσκεται το μυστικό... Να θέλεις να δώσεις χαρά, να μοιράσεις χαμόγελα...
Όπως ακριβώς που μας είπε χθες ο Δημήτρης Αντωνίου, μιλώντας επί μια ώρα σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες του σχολείου.

Όμως για τον Δημήτρη απαιτείται ειδικό αφιέρωμα, κι ό,τι κι αν πω θα είναι λίγο...
Μέχρι να αποφασίσω τι θα πω, παραπέμπω σε ένα δικό του άρθρο εδώ.
Και πραγματικά τον ευγνωμονώ.