Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Το καλοκαίρι του κυρίου Ζόμερ

Χθες, τελευταία μέρα του Ιουνίου και πρώτη μέρα των θερινών μου διακοπών -των δίμηνων θερινών διακοπών που έχουμε εμείς οι δάσκαλοι και για τις οποίες μας μέμφονται και μας λοιδορούν οι μη δάσκαλοι - έτρεχα πάνω κάτω μες στο σπίτι, να συμμαζέψω τις σημειώσεις και τα βιβλία και όλα τα υπόλοιπα σχολικά εργαλεία. Κάποια στιγμή, όπως περνούσα από την κεντρική κοινόχρηστη βιβλιοθήκη, το μάτι μου έπεσε στη ράχη ενός βιβλίου του Πάτρικ Ζίσκιντ, που το είχα ακόμη αδιάβαστο. Πόσα χρόνια βρίσκεται εκεί, έτσι ολοκαίνουριο και αν-άνοιχτο δεν ξέρω. Είχα ξεχάσει εντελώς πότε το αγόρασα και πότε το στρίμωξα ανάμεσα στα άλλα, με προοπτική να το διαβάσω την κατάλληλη χρονική στιγμή. 

Τον Ζίσκιντ τον γνώρισα, φοιτήτρια ακόμη, από το Άρωμα, όπως και πολλοί άλλοι. Μετά διάβασα το κοντραμπάσο και μετά-αρκετά χρόνια αργότερα-ξαναδιάβασα το 'Αρωμα, γι' αυτό θυμάμαι μέχρι σήμερα την περιγραφή της μύτης του μωρού μες στο καλάθι, που το 'χει εγκαταλείψει η μάνα του στην αγορά, κι αυτό τρομαγμένο αντί να κλαίει, όπως θα έκανε κάθε άλλο μωρό, ρουθουνίζει ασταμάτητα, προσπαθώντας να μαντέψει πού βρίσκεται και τι υπάρχει πίσω από τις δυσοσμίες που καλύπτουν τον αέρα και τον κόσμο ολόκληρο. 
Με αυτές τις σκέψεις συνέχισα να τακτοποιώ τη χαρτούρα, που η κάθε σχολική χρονιά συσσωρεύει σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Μέσα μου όμως ένιωθα έντονο το κάλεσμα του βιβλίου. Ξέρω καλά πόσο αδύναμη είμαι σε τέτοιου είδους καλέσματα.
Από την άλλη, ο καιρός χθες ήταν με το μέρος ... του βιβλίου. Τελευταία μέρα του Ιούνη, του πρώτου μήνα του καλοκαιριού, αλλά το (δικό μας) καλοκαίρι δεν το αποφασίζει να έρθει. 
Κάπως έτσι "Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ" βρέθηκε, εν τέλει,  στα χέρια μου. Η πρώτη έκπληξη ήταν η αντίθεση που υπήρχε ανάμεσα στην εικόνα του εξώφυλλου και στον τίτλο του βιβλίου. "Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ" φαρδιά πλατιά και καλλιγραφικά τυπωμένο σε μια σελίδα με ψυχρά χρώματα και χειμωνιάτικο τοπίο.  Όλα λευκά και χιονισμένα κι αυτός ντυμένος με χοντρά σκούρα ρούχα και με τη μαγκούρα στο χέρι να δρασκελίζει, έχοντας πάρει τον κατήφορο. Πριν ακόμη διαβάσω τι έγραφε το οπισθόφυλλο ένιωσα να συμπάσχω με αυτόν τον κύριο Ζόμερ. Ένιωσα, για τους δικούς μου λόγους, που σχετίζονται με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες και άλλα τινά θέματα, να ταυτίζομαι  μαζί του.
Τι του έχει συμβεί; Γιατί είναι χειμωνιάτικο το καλοκαίρι του και γιατί με τόση βία ροβολάει τον κατήφορο;
Έψαξα να βρω μια πρώτη απάντηση στο οπισθόφυλλο:   
Το καινούργιο βιβλίο του Πάτρικ Ζίσκιντ 
είναι μια ιστορία από την παιδική ηλικία,
όχι όμως μια ιστορία για παιδιά.
Μιλάει για έναν αινιγματικό πεζοπόρο.
Διηγείται την ιστορία του κυρίου Ζόμερ.

Στρώθηκα μετά μανίας στην ανάγνωση. Νωρίς το απόγευμα το είχα τελειώσει, αλλά  ποιος είναι και γιατί περπατάει, σχεδόν τρέχοντας, ο κύριος Ζόμερ δεν έμαθα ποτέ!
Ούτε και ο ίδιος ο αφηγητής δεν ήξερε να πει περισσότερα για τον μυστηριώδη κύριο. 
Τον έβλεπε από καιρού εις καιρόν να εμφανίζεται, και μάλιστα σε κάποια κομβικά σημεία της  αφήγησης της παιδικής του ηλικίας, όπως, για παράδειγμα, τότε που η δασκάλα του πιάνου, η στριμμένη, ανέραστη και ψυχωσική, ηλικιωμένη γυναίκα, με τη συμπεριφορά της τον εξανάγκασε να...βάλει τέλος στη ζωή του. Τότε που για λίγα λεπτά η μόνη του ευχαρίστηση ήταν να φαντασιώνεται τι ωραία που θα ήταν η κηδεία του, πόσο θα έκλαιγαν οι φίλοι και οι συγγενείς, πόση μεταμέλεια θα έδειχναν οι γονείς του, που δεν στάθηκαν όπως έπρεπε σ' αυτόν τον τόσο καλό, τόσο ευγενικό, τόσο ευαίσθητο και ιδιαίτερο νέο...
Ήταν σκαρφαλωμένος πάνω στον ψηλό πεύκο, έτοιμος να κάνει βουτιά στο κενό, και τότε ήρθε και στάθηκε ακριβώς από κάτω, στο σημείο που θα έπρεπε να σκάσει με το κεφάλι, αν άφηνε το κλαδί που κρατούσε σφιχτά, ναι, εκεί ακριβώς, ήρθε και στάθηκε ο μυστηριώδης κύριος Ζόμερ, βλέποντας με αγωνία γύρω και τριγύρω σαν να προσπαθούσε να φυλαχτεί από απειλητικούς εχθρούς και αόρατους δαίμονες!
Ο λίγος αυτός χρόνος της παρουσίας του κυρίου Ζόμερ, στο χωρικό σημείο που θα άφηνε ο νεαρός αφηγητής την τελευταία του πνοή και θα αποχαιρετούσε τα εγκόσμια, άλλαξε τη ροή της ιστορίας. 
Για τον μυστηριώδη κύριο δεν μάθαμε τίποτα παραπάνω. Η αφήγηση όμως συνεχίστηκε κι από αυτό και μόνο κατανοεί κανείς πως ο χρόνος που κερδήθηκε ήταν αρκετός για κάποιες δεύτερες σκέψεις και τις συνεπακόλουθες μεταμέλειες.

Κάνοντας κι εγώ τις δεύτερες σκέψεις μου, σήμερα, την 1η μέρα του Ιούλη, καταλήγω στο συμπέρασμα πως ο κύριος Ζόμερ, ο κύριος Καλοκαίρης δηλαδή, ο τόσο μυστηριώδης, ο τόσο αεικίνητος, ο τόσο βιαστικός, που εμφανίζεται εκεί που δεν τον περιμένει ο μικρός Ζίσκιντ, δεν είναι παρά η στοιχειωμένη παιδική  ηλικία... 
Ο κύριος Ζόμερ δεν είναι μια απλή χωρική παρουσία. Είναι ο ίδιος ο χρόνος που τρέχει ασταμάτητα. Και σέρνει μαζί ό,τι βαραίνει μέσα μας, ό,τι μας καθηλώνει... Ό,τι φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε μεγαλώνοντας.
Νομίζω πως ούτε λίγο ούτε πολύ, ο καθένας, μέχρι κάποια ηλικία τουλάχιστον, έχει τον δικό του κύριο Ζόμερ. 
Για κάποιον ο κύριος Ζόμερ είναι το γέννημα μιας άθλιας δασκάλας μουσικής. Για κάποιον  άλλον η στρίγκλα καθηγήτρια των Γερμανικών ή το καφετί peet bul του γείτονα, που του έφραζε τον δρόμο το βράδυ που γύριζε  από το φροντιστήριο στο σπίτι. Για άλλον η ίδια του η μάνα...
Στο σκοτεινό, μυστηριώδες, πρόσωπο του κυρίου Ζόμερ αντανακλούν όλοι οι σκιώδεις φόβοι της παιδικής μας ηλικίας, που - υποσυνείδητα - μας ακολουθούν και μεγαλώνουν μαζί μας, μέχρι να φτάσουμε σε εκείνο το επίπεδο κατανόησης εαυτού, για να πούμε με θάρρος και αποφασιστικότητα: Αντίο, για πάντα, κύριε Ζόμερ! 

Επειδή τον δικό μου κύριο Ζόμερ, έχω την τύχη (ή μήπως το προνόμιο της ηλικίας;) να τον έχω προ πολλού αντιμετωπίσει,  αυτό που θα ήθελα να πω σήμερα δεν είναι το "Αντίο, κύριε Ζόμερ", αλλά "Αντίο, κακοκαιρία...".

Εύχομαι από αύριο η θερμοκρασία να αρχίσει να ανεβαίνει!
Η θάλασσα, το πέλαγος, οι άνθρωποι, το διάβασμα, το γράψιμο, η ζωή...
Το όνειρο μας περιμένει :)

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ! Και καλές διακοπές!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου