Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Ο ΓΑΤΟΣ ΜΟΥΡ και οι εκπαιδευτικές αναζητήσεις...

Οι κουβέντες που γίνονται αυτές τις μέρες για τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση είναι ατελείωτες. Οι κρίσεις και οι επικρίσεις για την ανεπιτυχή μέθοδο επιλογής των εισακτέων, που κατέλαβαν θέσεις έχοντας πάρει μονάδες, δηλαδή δίνοντας λευκές κόλλες,  κατακλύζουν τα ΜΜΕ.  Από την άλλη  οι (ημι)εξαγγελίες που περιμένουμε να ακούσουμε, για τις επικείμενες αλλαγές στο Εκπαιδευτικό Σύστημα ολιγωρούν για ποικίλους λόγους και πιστεύω δικαίως. Όχι μόνο επειδή εν όψει των Δημοτικών Εκλογών καλό είναι να μην παίρνει κανείς τόσο μεγάλα ρίσκα, όπως οι Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις, αλλά επειδή κυρίως θα πρέπει  να εξετάζεται αρχικά αυτή καθ' αυτή η επιλυσιμότητα του προβλήματος, απαλλαγμένη από τις όποιες μικροπολιτικές και τα διαπλεκόμενα (οικονομικά) συμφέροντα, κάτι που απαιτεί χρόνο, σοβαρότητα και καλή γνώση της (παγκόσμιας) Ιστορίας της Εκπαίδευσης. Πού και πότε τη μαθαίνει κανείς αυτήν την ιστορία; Πόσοι από όλους εμάς που εμπλεκόμαστε με την εκπαίδευση ήρθαμε ποτέ σε επαφή με αυτό το θέμα; Πόσο βοηθάει στην κατανόηση των υπαρκτών εκπαιδευτικών προβλημάτων η εξέτασή τους στο βάθος του χρόνου; Προσωπικά πιστεύω πως  βοηθάει πολύ, ακόμη κι αν αυτή η εξέταση γίνεται όχι μέσα από δοκίμια, αλλά από μυθιστορήματα και διηγήματα προηγούμενων εποχών. Ένα τέτοιο μυθιστόρημα είναι και αυτό του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, (1776-1822), με τίτλο "Βίος και Πολιτεία του γάτου Μουρ". Ο Χόφμαν, κατ' εξοχήν παράδειγμα καλλιτέχνη της εποχής του γερμανικού Ρομαντισμού, δε χάνει την ευκαιρία να ασκήσει δριμεία κριτική  σε διάφορες εκπαιδευτικές μεθόδους της εποχής. Ο ήρωας του, γάτος Μουρ, που στο ομώνυμο βιβλίο αφηγείται τη ζωή του, συχνά εκθειάζει τον Δάσκαλό του, όπως  στο απόσπασμα που ακολουθεί:

"Θα πρέπει να αποδώσω τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον δάσκαλό μου Άμπραχαμ, που για την αγωγή μου δεν ακολούθησε ούτε τον ξεπερασμένο πια Μπάσεντοφ ούτε και τη μέθοδο Πεσταλότσι, παρά μου άφησε πλήρη και απεριόριστη ελευθερία να διαπαιδαγωγηθώ μόνος μου.."

Ο δάσκαλος του Μουρ, όπως φαίνεται κατά την κρίση του γάτου, είχε επιλέξει για τη διαπαιδαγώγηση του ιδιαίτερου αυτού τετράποδου, που έχει την ικανότητα να γράφει, να διαβάζει και να κρίνει, μια μέθοδο κοντά στις θέσεις του Ρουσσώ,  σύμφωνα με τις οποίες το παιδί (και, εν προκειμένω, το γατί), πρέπει να είναι ελεύθερο στη φύση, αποκομμένο από τον πολιτισμό και να μαθαίνει μέσω της προσωπικής εμπειρίας και της αυτενέργειας. Πράγματι ο γάτος Μουρ, αποκομμένος από τον έξω κόσμο, έγκλειστος στο σπίτι, και κυρίως στο γραφείο, του δασκάλου του  έχει μετατρέψει σε φυσικό του κόσμο τα βιβλία και τα συγγράμματα του δευτέρου, με τα οποία ασκείται από μόνος του στη γραφή και στην ανάγνωση.
Ποιοι όμως είναι οι Μπάσεντοφ (Μπάζεντοφ) και Πεσταλότσι, των οποίων τις μεθόδους ο Μουρ χαρακτηρίζει ξεπερασμένες; Είναι πράγματι ξεπερασμένες οι μέθοδοί αυτές στις μέρες του Μουρ  ή μήπως αποτελούν καινοτομίες της εποχής του;
Ο ελβετός παιδαγωγός Ερρίκος Πεσταλότσι (1746-1827), σύγχρονος του Χόφμαν, που μέσω του Μουρ χαρακτηρίζεται ως παρωχημένος, επωνομάζεται μέχρι σήμερα από πολλούς "δάσκαλος της αγάπης", καθώς οι πρακτικές του προωθούν τον σεβασμό και την αγάπη προς το παιδί, κι αυτό αποτελεί τον κοινό του παρονομαστή του με τον Ρουσσώ, που πρώτος "αποχαρακτηρίζει" τα παιδιά και τα καθιστά από homunculus, δηλαδή  μικρογραφίες ανθρώπων, αυτόνομα όντα με δική τους σεβαστή προσωπικότητα και  ψυχοσύνθεση.
Όσο δε για τον Μπάζεντοφ, επίσης γερμανό και σύγχρονο του Χόφμαν, έχει κι αυτός δεχτεί την επιρροή του Ρουσσώ, αλλά διαφοροποιείται ως προς το κέντρο βάρους της εκπαίδευσης που πρέπει να παρέχεται στους νέους. Η γνώση πρέπει να βασίζεται τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη, αλλά τα πρακτικά οφέλη, της γνώσης, θα πρέπει να υπερτερούν έναντι εκείνων της θεωρητικής ανθρωπιστικής παιδείας! Τα πρακτικά οφέλη, δηλαδή αυτά που θα μπορεί να εφαρμόσει ο εκπαιδευθείς στην καθημερινή του ζωή για να εξυπηρετήσει τόσο τις προσωπικές του όσο και τις κοινωνικές ανάγκες, είναι αυτά στα οποία οφείλει να εστιάζει η εκπαίδευση.
Αυτή είναι η μία εκδοχή, η οποία κατά την κρίση μου, αν δεν διατηρηθούν οι ισορροπίες ανάμεσα στα δυο είδη παιδείας, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε καθαρά χρησιμοθηρική διαδικασία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Σε λιγότερο από μισό αιώνα αργότερα  ο Νίτσε έρχεται να ασκήσει τη δική του δριμεία κριτική και να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την επικράτηση της παραπάνω εκπαιδευτικής τακτικής που εστιάζει πρωτίστως στην πρακτική αξία της γνώσης. Στο βιβλίο του "ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ", διαβάζουμε:

"Δύο φαινομενικά αντίθετα ρεύματα με εξίσου ολέθριες συνέπειες κυριαρχούν σήμερα στα εκπαιδευτικά μας συστήματα:
Από τη μια η τάση για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας κι από την άλλη η τάση για τον περιορισμό και την αποδυνάμωσή της.
Η παιδεία, για διαφορετικούς λόγους, πρέπει να φτάσει σε όσο το δυνατό ευρύτερους κύκλους-αυτό επιδιώκει η μια τάση. Η άλλη προβλέπει την αξίωση να εγκαταλείψη η παιδεία τις πιο ψηλές, τις πιο ευγενικές και ανώτερες απαιτήσεις της και να αρκεστεί να υπηρετήσει κάποιο άλλο σχήμα, ας πούμε το κράτος.
Πιστεύω ότι έχετε προσέξει από ποια πλευρά ακούγεται πιο απροσχημάτιστα η κραυγή για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας. Η επέκταση αυτή είναι ένα από τα πιο προσφιλή εθνικοοικονομικά δόγματα της εποχής.Όσο το δυνατό περισσότερη γνώση και μόρφωση, άρα: όσο το δυνατό περισσότερες ανάγκες, άρα: όσο το δυνατό περισσότερη ευτυχία- κάπως έτσι είναι η συνταγή."

Και σταματώ σε αυτό το "όσο το δυνατόν περισσότερες ανάγκες τόση το δυνατόν περισσότερη ευτυχία", που, φαντάζομαι, θα κάνει τα κόκκολα του Επίκουρου, με το "λάθε βιώσας" του, να τρίζουν, για να συμπληρώσω πως ο παραπάνω σχολιασμός για τα θέματα της παιδείας γίνεται από τον μαθητή που συνομιλεί με τον δάσκαλο του. Το βιβλίο είναι δομημένο σε μορφή διαλόγου. Ο δάσκαλος  έρχεται κατόπιν να τονίσει την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της κλασικής παιδείας στα γυμνάσια της Γερμανίας και τη μελέτη των αρχαίων ελλήνων κλασικών που η απομάκρυνσή τους από τα προγράμματα σπουδών εκγυμονεί κινδύνους για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Μάλιστα. Τάδε έφη Νίτσε, εν έτη 1872, σε ηλικία μόλις 28 ετών.
Η αλήθεια είναι πως μάλλον δεν εισακούστηκε στο βαθμό που θα έπρεπε γιατί η Γερμανία, όπως και η Πρωσία, πριν ακόμη από τη μεταξύ τους ένωση, υιοθέτησαν  εκπαιδευτικές μεθόδους που έριχναν το βάρος στην πρακτική αξία της γνώσης με πρωταρχικό στόχο τη δημιουργία υπάκουων πολιτών, πρόθυμων να εργαστούν για την κοινωνική πρόοδο και την κρατική ευημερία, και- όπως μας δείχνει  η ιστορία- μάλλον τα κατάφεραν σε ικανοποιητικό βαθμό.
Θα μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε τους έλληνες να διαπράττουν δυο παγκόσμιους πολέμους, να ορθοποδούν τάχιστα και να σκάβουν τα θεμέλια νέων,  αυτή την φορά, οικονομικών πολέμων!?
Εγώ αδυνατώ! Και ευτυχώς!
Όμως, καθώς σε λίγες μόλις μέρες οι πόρτες των σχολείων ανοίγουν διάπλατες για να ξαναδεχτούμε στην αγκαλιά μας τη μαθητιώσα νεολαία, ίσως πρέπει να καταβάλουμε έντονη προσπάθεια για να "φανταστούμε" ποιας μορφή "ευτυχία" και ποιο σύστημα αξιών θα ήταν καλύτερο για τα παιδιά μας και αν, ως μελετητές των Ρουσσώ και Πεσταλότσι, δεν έχουμε σκοπό να τους τα επιβάλουμε, ας έχουμε τουλάχιστον την ικανότητα, εν απολύτω ειλικρινεία, να τα (ανα)δείξουμε.

Και για να κλείσω θα δώσω πάλι τον λόγο στον γάτο Μουρ, να ολοκληρώσει τις σκέψεις του και αυτή τη φορά δεν θα τον διακόψω:

"Θα πρέπει να αποδώσω τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον δάσκαλό μου Άμπραχαμ, που για την αγωγή μου δεν ακολούθησε ούτε τον ξεπερασμένο πια Μπάσεντοφ ούτε και τη μέθοδο Πεσταλότσι, παρά μου άφησε πλήρη και απεριόριστη ελευθερία να διαπαιδαγωγηθώ μόνος μου.
Έπρεπε φυσικά να ακολουθώ ορισμένες βασικές αρχές που ο δάσκαλος Άμπραχαμ θεωρούσε απολύτως απαραίτητες για την κοινωνία μας, όπως την έχει πλάσει ο Θεός να ζει σ' αυτόν τον πλανήτη, χωρίς αυτές όλος ο κόσμος θα' ρχόταν τα πάνω κάτω, θα έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλο και κοινωνία δεν θα υπήρχε! Ουσία αυτών των βασικών αρχών ο δάσκαλος Άμπραχαμ θεωρούσε τη "φυσική ευγένεια", σε αντίθεση με την συμβατική, που μας υποχρεώνει να λέμε:
"Σας παρακαλώ ταπεινά να με συγχωρήσετε", τη στιγμή που κάποιος αγροίκος πέφτει πάνω μας ή κάποιος μπουνταλάς μας πατάει το πόδι. Παραδέχομαι ότι τέτοιου είδους τσιριμόνιες μπορεί να είναι απαραίτητες στους ανθρώπους. Αλλά το μυαλό μου δεν μπορεί να συλλάβει την εφαρμογή τέτοιων κανόνων στο δικό μου γένος που γεννήθηκε ελεύθερο."

Τάδε έφη γάτος Μουρ!
Κι εγώ λέω πως το δικό μας το μυαλό οφείλει άμεσα και με σοβαρότητα να συλλάβει την εφαρμογή κανόνων για το δικό μας γένος που, επίσης, γεννήθηκε ελεύθερο.
Όχι για να λύσει, με τους κανόνες αυτούς, άπαξ και δια παντός τα προβλήματα στο χώρο της Παιδείας, καθώς η ιστορία δείχνει πως δεν είναι επιλύσιμα, αλλά για να προσαρμόσει όσο το δυνατόν καλύτερα τις λύσεις στα τρέχοντα...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σε όλους μας!

-------------------------------------------------------------------------------------------------
Για μια εκτενή κοινωνιολογική ανάλυση στα εκπαιδευτικά συστήματα και τις μεθόδους διαπαιδαγώγησης διαβάστε εδώ

2 σχόλια:

  1. ΑΣΤΕΡΙΟΣ ΔΑΜΟΥΛΑΣ1 Σεπτεμβρίου 2010 - 10:35 π.μ.

    Καλημέρα Κατερίνα
    Τελικά ο Μόμπιους Ντικ έχει σημαδέψει και την εκπαίδευση εκτός από την ζωή μας!!Το βιβλίο(με τον γάτο Μουρ)κυκλοφορεί η είναι δύσκολο να βρεθεί?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. γεια σου Αστέριε!

    ακριβώς έτσι, όπως το λες. Ο Crumey κάνει κατ' επαλάληψη αναφορά στο βιβλίο του Χόφμαν, οπότε μας ωθεί να το αναζητήσουμε. Είναι από τις εκδόσεις Ερατώ και είναι κάπως δύσκολο να το βρεις. Το είχα παραγγείλει και περίμενα αρκετό καιρό να μου το φέρουν.
    (Αν δεν το βρεις θα σου δανείσω το δικό μου.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή