Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Χαραγμένα σε πηλό

"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αιώνα π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

Θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να δώσουμε διάφορες απαντήσεις, καθώς οι τόποι που αναφέρονται υπήρξαν κομβικοί στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης, τόποι λαμπροί! Αν και, δυστυχώς, προσφάτως  έγιναν τόποι θλίψης, πικρίας, αιματοκυλήσματος, ακραίου φανατισμού, έγιναν τόποι ντροπής. 

Θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να απαντήσουμε εστιάζοντας στο παρελθόν ή στο παρόν. Στο καλό ή στο κακό. Στην αίγλη, για παράδειγμα, που δίνουν στο ανθρώπινο είδος επιτεύγματα όπως η επινόηση της γραφής και η καθιέρωση της επιστημονικής σκέψης! Ή στην αισχύνη, για αντιπαράδειγμα, που απορρέει απ' τις ακρότητες που υπαγορεύει ο πλουτισμός, ο ιμπεριαλισμός και ο φονταμενταλισμός.

Θα μπορούσαμε... Αρκεί να μας είχε θέσει κάποιος το ερώτημα, που έθεσαν οι αγαπημένες φίλες, Ρένα Κύρκα και η Χρυσούλα Βαρδαλή! Μαθηματικός η πρώτη, φιλόλογος η δεύτερη, συνάδελφοι στο σχολείο και φίλες στη ζωή, συνεργάστηκαν για χρόνια στο συντονισμό της Λέσχης Ανάγνωσης που ίδρυσαν και λειτούργησαν στο σχολείο τους, εμπλέκοντας τους μαθητές και τις μαθήτριές τους σε ποικίλες δράσεις, με στόχο τη φιλαναγνωσία, τη γνώση, την παιδεία και, αναμφιβόλως, τη φιλία, διαβάζοντας μαζί τους πλείστα βιβλία και ειδικά του είδους που αποκαλούμε "Μαθηματική Λογοτεχνία"!


"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αι. π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

Το ερώτημα που διατύπωσαν οι δυο τους απαντήθηκε, περίτεχνα, από τις ίδιες στο βιβλίο "Χαραγμένα σε πηλό" που κυκλοφόρησε μόλις, από τις εκδόσεις "πηγή" και φέρει τη δική τους υπογραφή! Δύο φίλες, δύο συνεργάτες, δύο εκπαιδευτικοί!  Άντλησαν υλικό από τη Βαβυλώνα, τον Ευφράτη, το Αρτεμίσιο, την Πριήνη, τη Μίλητο, τη Σάμο, την Παλμύρα, τη Δαμασκό, το Χαλέπι κι έφτασαν στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη για τις ανάγκες του μύθου που επινόησαν. 
Για να πούμε, βέβαια, τα πράγματα όπως έχουν θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως δεν είναι ένας ο μύθος, αλλά δυο. "Ο φίλος του Θαλή", από τη Ρένα Κύρκα και "Για το θησαυρό της Παλμύρας" από τη Χρυσούλα Βαρδαλή, δύο μύθοι διακριτοί, που κι ο καθένας από μόνος του θα μπορούσε να σταθεί, αλλά οι φίλες τους συνέδεσαν μαζί.

Χωρίς να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες, για να μη μετριάσω την απόλαυση των αναγνωστών, θα αναφέρω, εν συντομία, τι αποκόμισα από την κάθε ιστορία, αλλά και τι κοινό στο τότε και στο τώρα κατάφερα να βρω.

Το τότε είναι λίγο μετά τον θάνατο του Θαλή του Μιλήσιου. Ξεκινά στη Βαβυλώνα με τον έμπορο Λαλίγια, που τον συνέδεε μακρά φιλία με τον Μιλήσιο φιλόσοφο, και φτάνει μέχρι και τη Σάμο, στη σχολή του Πυθαγόρα. Ένα ταξίδι μακρύ, μιας μικρής ομάδας ανθρώπων που αφήνουν πίσω πατρίδα κι οικογένειες, ή πιο σωστά, αφήνουν πίσω ό,τι είχε απομείνει από τις οικογένειες, για να φτάσουν σε μέρη ασφαλή, μακριά από τον κίνδυνο των Περσών που κατακτούν τη μια μετά την άλλη τις πόλεις, αφήνοντας στις θέσεις τους αποκαΐδια. Οι πήλινες πινακίδες, με τη σφηνοειδή γραφή και το Βαβυλωνιακό σύστημα αρίθμησης, παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία, καθώς γίνονται αφορμή να ανθίσει ο έρωτας του Ουμπάρ και της Μπελίτ. Και φυσικά η συγγραφέας-μαθηματικός δεν περιορίζεται εκεί, δράττεται της ευκαιρίας να μιλήσει για τα "μαθηματικο - φιλοσοφικά" επιτεύγματα του Θαλή, του Πυθαγόρα και άλλων, χρησιμοποιώντάς τα ως δομικά υλικά της αφήγησης. Από την άλλη, οι Βαβυλώνιοι συνοδοί του έμπορου Λαλίγια κι άλλοι ακόμη, που στο διάβα τους οι πρώτοι συναντούν, γίνονται φίλοι κι όλοι μαζί πορεύονται, αναζητώντας λύση κι εκείνοι στα δεινά τους. 

Η Ρένα Κύρκα, με ένα λόγο πεζό-"έμμετρο", κινείται από τον όλεθρο της στάχτης που αφήνει πίσω του ο σώμα με σώμα πόλεμος, στους ναούς με το λευκό μαρμάρινο φως και τη θεϊκή γαλήνη. Αλλάζει σκηνικό, κρατώντας αναλλοίωτη τη δύναμη του έρωτα κι εκείνη της φιλίας, που απαιτεί αφοσίωση, όπως αυτή που δείχνει ο Λαλίγια στον φίλο του, τον Θαλή. Με τα λόγια του τελευταίου χαράσσεται η πήλινη πινακίδα, που εμφανίζεται στο τέλος της πρώτης ιστορίας... 

Αυτή η πήλινη πινακίδα, εμφανίζεται στην αρχή της δεύτερης ιστορίας, όπου είναι η σειρά της Χρυσούλας Βαρδαλή να πιάσει το γαϊτανάκι της αφήγησης. Ξεκινάει στη Σάμο του 2015, σε μια μικρή πορτοκαλί σκηνή, από όπου βγαίνει μια νεαρή πρόσφυγας που έφτασε με βάρκα από την Τουρκία... Η Δάφνη, φτάνει στην Ελλάδα, όπως χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες, αλλά έχει έρθει με ειδική αποστολή. Διασχίζει κι αυτή μια διαδρομή ανάλογη με εκείνη του Λαλίγια, ξεκινώντας όχι από τη Βαβυλώνα, αλλά από τη Μααλούλα, ένα παλιό αραμαϊκό χωριό της νότιας Συρίας, αναζητώντας έναν σύγχρονο Θαλή, τον Θαλή Πολίτη, έναν αρχαιολόγο από την Αθήνα, σταλμένη απ' τον καθηγητή της Σαλέχ αλ Χαμπίμπ, κουβαλώντας την πολύτιμη πήλινη πινακίδα!

Η πινακίδα, επομένως, είναι το πρόσχημα! Η πινακίδα, που ευφυώς επινόησαν οι συγγραφείς του βιβλίου είναι ο συνδετικός κρίκος των δύο ιστοριών και ταυτόχρονα είναι ο μίτος της αφήγησης της δεύτερης ιστορίας. Οι δύο φίλες εξάρουν τη φιλία, την αγάπη, την αφοσίωση, επιλέγοντας το αιματοβαμμένο σκηνικό του πολέμου. Διεγείρουν τις αισθήσεις μας με τη διάχυτη μυρωδιά της καμένης σάρκας, από τους παλιούς και τους σύγχρονους πολέμους, στη Μέση Ανατολή, με τα ακρωτηριασμένα σώματα, με τις βομβαρδισμένες πόλεις, τα χαλάσματα, την έλλειψη των βασικών πόρων επιβίωσης... Στον πυρήνα και των δύο ιστοριών βρίσκεται η προσφυγιά, τότε και τώρα, το ίδιο σκληρή, το ίδιο παράλογη, το ίδιο τρομαχτική, το ίδιο επικίνδυνη, ένας δρόμος μακρύς στην ιστορία της ανθρωπότητας...

"Δρόμο μακρύ κινήσαμε", συνέχισε η Τζεμέτι, "που επιστροφή δεν ξέρω αν έχει, και είναι φορές που φόβο νιώθω μέσα μου, μην είμαστε σαν δέντρα που ξεριζώθηκαν και δύσκολα σε νέα χώματα ρίζες βαθιές απλώνουν".  (σελ. 77, "Ο φίλος του Θαλή")

"Φεύγοντας (η Δάφνη) από την πατρίδα, ήταν γεμάτη θυμό για τη χαμένη της ζωή. Θα μπορούσε να κάνει τα πάντα για να την κερδίσει ξανά, αν της το ζητούσε κάποιος. Ήταν έτοιμη να θυσιαστεί για να εκδικηθεί για τη δυστυχία της. Στη συνέχεια όμως όλα άλλαξαν. Σιγά σιγά. Η απόγνωση έγινε συνήθεια και η συνήθεια ζωή. [...] Στα κέντρα προσφύγων που βρέθηκε, νοιάζονταν όλο και περισσότερο για το κρεβάτι, το φαγητό, την ασφάλεια που θα έβρισκε". (σελ. 232, "Για το θησαυρό της Παλμύρας")

"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αιώνα π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

"Η πήλινη πινακίδα με τις ρήσεις του Θαλή, που επινόησαν οι δύο φίλες" - στο πλαίσιο του βιβλίου - είναι απάντηση σωστή!

"Ο όλεθρος του πολέμου, η συμφορά της προσφυγιάς", που διαχρονικά βιώνει η ανθρωπότητα, είναι μια απάντηση, εξίσου σωστή... 

Κι ένα βιβλίο που το αποδεικνύει  από τον πολύ τον κόσμο πρέπει να διαβαστεί.

---------------------------------------------------------------------------

Για την ιδιαίτερη γραφή των κειμένων, ως μη ειδική δεν θα μιλήσω, παρά μονάχα αυτό θα πω: αυθόρμητα εντόπισα ομοιότητες και διαφορές του λόγου, όπως αυτός εκφέρεται από τη φιλόλογο κι από τη μαθηματικό...Ήταν κομμάτι της αναγνωστικής απόλαυσης ακόμη και αυτό... :) 



Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

"Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος"

 

Χθες διάβασα το βιβλίο του Ίαν Ριντ, "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος", σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη εδώ και  τρεις μήνες, αλλά πολλοί το γνωρίζουν ήδη από την ομώνυμη ταινία του Charlie Kaufman, παραγωγή Netflix.

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής τα "ψυχολογικά θρίλερ" δεν είναι πρώτη μου επιλογή ούτε ως ταινίες ούτε ως βιβλία, γι' αυτό δεν έχω δει την ταινία του Κάουφμαν.  Ωστόσο, ο τρόπος που το συγκεκριμένο βιβλίο έφτασε στα χέρια μου είναι αποτέλεσμα μιας σειράς συμπτώσεων που χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καμβά για ένα αφήγημα με χαρακτηριστικά ψυχολογικού θρίλερ, αν εξαιρέσουμε ότι η ιστορία είχε ένα πολύ αίσιο τέλος, για το οποίο ευχαριστώ θερμά την Σ.Ε. και τις εκδόσεις Πατάκη!

Χθες, λοιπόν, διάβασα -σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο- το βιβλίο του Ίαν Ριντ, το πρώτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου Καναδού συγγραφέα, για το οποίο στο οπισθόφυλλο γράφει:

"Ο Ίαν Ριντ συνδυάζει την αγωνία με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τον τρόμο...μια ιστορία ανατροπών με πολλαπλές ερμηνείες"     Publishers Weekly. 

"Απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα"    The Globe and Mail

Και, πράγματι, η φιλοσοφική διάσταση είναι ρητή με αναφορά στον Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ. 

"Το νόημα της ύπαρξής μου συνίσταται στο γεγονός ότι η ζωή μού έχει θέσει ένα ερώτημα. Ή, αντίστροφα, ότι συνιστώ ένα ερώτημα που απευθύνεται στον κόσμο κι εγώ οφείλω να γνωστοποιήσω την απάντηση μου, αλλιώς εξαρτώμαι από την απάντηση του κόσμου".

Ήδη από τη σελίδα 57 του βιβλίου προοικονομείται η αγωνία του ατόμου για τον αυτοπροσδιορισμό και ο φόβος του για τον ετεροπροσδιορισμό! Από την αρχή διατυπώνονται μια σειρά από υπαρξιακά ερωτήματα, με κυρίαρχο αυτό της μοναξιάς, που πηγάζει από τη δυσκολία προσέγγισης και κατανόησης ενός άλλου ανθρώπου! Τονίζεται κατ' επανάληψη πως εξίσου δύσκολη είναι η γνωριμία του ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνει το ερώτημα: τι συνιστά τον "εαυτό"; Μήπως ο  εαυτός ένα κι αυτός ένα ερώτημα; Ή μήπως είναι μια σειρά ερωτημάτων, τόσων όσα  είναι και οι "φωνές" που κουβαλάει ο καθένας μέσα του; 

Αυτό το πιστεύω κι εγώ, στην καλύτερη του εκδοχή όμως, ή τουλάχιστον στην φαινομενικά πιο ... ισορροπημένη. Πιστεύω ότι ο καθένας μας έχει τουλάχιστον δύο φωνές, αυτή που του υπαγορεύουν τα πρέπει του και αυτήν που του υπαγορεύουν τα θέλω του. Όταν δεν έρχονται σε συμφωνία το αποτέλεσμα είναι μια πλειάδα φαινομενικά παράλογων πράξεων...                         [Αυτό το θέμα πραγματεύεται άριστα ο Αλαίν ντε Μποττόν στο βιβλίο του "Το χρονικό του έρωτα", που διάβασα αμέσως πριν από το βιβλίο τον Ριντ, και παρόλο που μου άρεσε πολύ δεν έχω γράψει ακόμη κάτι σχετικό... Ελπίζω να βρω χρόνο να το κάνω... ]

Στο μυαλό του ήρωα του Ριντ οι φωνές δεν είναι δύο, είναι πολλές, είναι ο κατακερματισμένος εαυτός,  τα πολλά εσωτερικά πρόσωπα, μια σειρά ερωταποκρίσεων που διατυπώνονται σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης, αλλά αντί να επιφέρουν την ψυχική ισορροπία, γεννούν καινούρια ερωτήματα και νέες επινοημένες απαντήσεις... Η επινόηση και τα γεγονότα, σε όλη την ιστορία δεν διαφέρουν σε τίποτα. Αντιθέτως, γίνεται σαφής η ηθελημένη ταύτιση: "Όλες οι ιστορίες είναι επινοημένες. Ακόμα και όσες συνέβησαν", γράφει... 

Δεν θα πω περισσότερα για την ιστορία, για να αποφύγω το spoiling. Θα κάνω όμως δύο σχόλια, ένα υπό το πρίσμα της αναγνώστριας,  ένα υπό τη μόνιμη αγωνία της εν ενεργεία εκπαιδευτικού.

Όσο διάβαζα το βιβλίο, που έχει μια κυριολεκτικά γριφώδη γραφή, (και πώς θα χαρακτηριζόταν "θρίλερ", αν δεν την είχε;) έβαζα στοιχήματα με τον εαυτό μου για το "ποιος είναι ποιος" και κατά κάποιον τρόπο η διαδικασία αυτή, του εσωτερικού μου διαλόγου δηλαδή, έστω και στο επίπεδο αυτών των αθώων στοιχημάτων, πέτυχε μέσα μου, ως ένα βαθμό, την "πολυφωνία" που ο Ριντ προσπαθούσε να αποδώσει. Όμως απ' την "ανοιχτή συζήτηση" με το ανάγνωσμα, από τον εσωτερικό διάλογο που αυτό προκαλεί, είναι που απορρέει αυτό που ο Ρόλαντ Μπαρτ έχει χαρακτηρίσει ως "απόλαυση του κειμένου", οπότε, ναι, είναι ένα "απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα", όπως έγραψε το Publishers Weekly.

Εκείνο όμως στο οποίο θα σταθώ και θα προβληματιστώ, ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός, είναι το σχολείο. Το Σχολείο! Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο, γνωρίζουμε ήδη ότι ο εφιάλτης ξεκινά όταν εκείνη καταλήγει αποκλεισμένη σε ένα έρημο σχολείο από όπου προσπαθεί να ξεφύγει. Εκείνη βρίσκεται σε Σ Χ Ο Λ Ε Ι Ο!  Δεν βρίσκεται κλεισμένη σε ένα, ας πούμε, νοσοκομείο ή ένα πολυκατάστημα, ή ένα σκοτεινό πάρκινγ ή μια λαμβυρινθώδη συνοικία... Βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σχολείο, απομακρυσμένο από κάθε κατοικημένη περιοχή, εγκατελειμμένο, ερημωμένο, σχεδόν σκουριασμένο. 

Μεταφορικά η περιγραφή ταιριάζει με αυτό που είναι σήμερα το δικό μας σχολείο! Αποκομμένο εντελώς από την κοινωνία, απαρχαιωμένο, στοιχειωμένο, κολλημένο σχεδόν στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, τότε που τα σχολεία οργανώθηκαν με ένα βασικό σκοπό: την "παραγωγή" λειτουργικών και αποδοτικών εργατών.  Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ο Ριντ επέλεξε να εγκλωβίσει την αφηγήτρια του σε ένα εγκατελειμμένο, χαοτικό, σχολείο, ακριβώς για να τονίσει πως ο "εσωτερικός κατακερματισμός" ξεκινά από κει. Ο ήρωας, η ηρωίδα, εγώ, εσύ, αυτός, αυτή, έχει καλή επίδοση στα Μαθηματικά αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. 

Μπορεί για τον αναγνώστη που αγαπάει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος τα σχόλια αυτού του τύπου να περνούν απαρατήρητα, καθώς όλη η αγωνία κορυφώνεται από την κομμένη ανάσα κι από την καρδιά που πάει να σπάσει στα οποία ο Ριντ εμφατικά επανέρχεται. Τη δική μου προσοχή όμως την τράβηξε αυτό το συγκεκριμένο παράπονο: ήμουν καλός στα Μαθηματικά, αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. Πόσο θα ήθελα να ήμουν καλός στα Καλλιτεχνικά... 

Αυτό το παράπονο συνοψίζει τον σκοπό του σχολείου μας: καλλιέργεια της νόησης σε βάρος της αισθητικής καλλιέργειας. Μήπως αυτός ο στυγνός διαχωρισμός αποτελεί πηγή της "εσωτερικής κατάρρευσης" του σύγχρονου ανθρώπου; Ανεξάντλητο θέμα, που το αφήνουμε στην άκρη ή που προσπαθούμε να το ξεπεράσουμε με ... παγουρίνο, χάντρες και καθρεφτάκια... Παλιά δοκιμασμένη μέθοδος. Τείνω, όμως, να ξεφύγω από το βιβλίο, που το έχω ακόμη στα χέρια μου και διαβάζω ξανά και ξανά, (για να το πιστέψω), τις αναφορές στον επιστάτη του σχολείου...

"Οι κινήσεις του δεν ήταν γρήγορες. Το 'κάνε με το πάσο του. Μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί πώς οι τάξεις μας διατηρούνταν μονίμως καθαρές. Ερχόμασταν κάθε μέρα για μάθημα, παραμέναμε στην αίθουσα κι έπειτα φεύγαμε για το σπίτι, αφήνοντας πίσω μας ένα χάος. Την επομένη επιστρέφαμε και η αίθουσα ήταν καθαρή..." (σελ. 175-176)

"Είναι μέσα μόνος του, και εργάζεται. Ένας επιστάτης. Για να καθαρίσει ό,τι άφησαν πίσω τους τα παιδιά. Αυτό κάνει όλο το βράδυ, ενώ όλοι κοιμούνται. Καθαρίζει τις φραγμένες τουαλέτες. Τους σκουπιδοτενεκέδες. Τα πεταμένα φαγητά. Τα πατώματα, που τα κατουράνε για πλάκα τα αγόρια. Σκέψου το". (σελ. 181)

Σκέψου το! Σκεφτείτε το! Πού; Στον πολιτισμένο Καναδά! Σε μια χώρα πιο πάνω και από το "American Dream"! Τα αγόρια κατουράνε τα πατώματα για πλάκα...    (Το πρόβλημα αυτό το είχαμε σε δύο τουλάχιστον από τα πολλά σχολεία που έχω υπηρετήσει και μπορώ να πω ότι ήταν αυτά που θεωρώ τα δύο "καλύτερα")

Θα μπει ποτέ ένα τέλος;

Υπάρχει κανείς που θέλει να δώσει τέλος;

Υπάρχει κάποιος που μπορεί να δώσει τέλος;

Όχι αλληγορικά, όχι μεταφορικά,  ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ!

Ένα τέλος στην αθλιότητα που βιώνει η ανθρωπότητα, η εγκλωβισμένη σε μια  μικρή ντουλάπα (έχει σχέση με το βιβλίο), με την "Παιδεία" να αποτελεί μέρος της εξαθλίωσης, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στο μακρινό κι ονειρεμένο Καναδά και παντού στον πλανήτη γενικά...

Καλή αρχή στα σχολεία που άνοιξαν τις πόρτες τους σήμερα!


Υ.Γ. Η μοναξιά του ανθρώπου ξεκινάει από την οικογένεια και τρέφεται στο σχολείο...



Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

"Εκεί που ζούμε", του Χρίστου Κυθρεώτη

 Εναλλακτικός τίτλος: Μια μέρα με τον Αντώνη Σπετσιώτη

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ήρωας στο μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη, "Εκεί που ζούμε", που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη τον Νοέμβριο του 2019 και δεν έχω ιδέα πόσες εκδόσεις έχει κάνει από τότε, αλλά είμαι σίγουρη πως θα κάνει κι άλλες πολλές στο μέλλον.                                                                 

Έχω μπροστά μου ένα αντίτυπο του βιβλίου από την 4η έκδοση, που το δανείστηκα (και δεν έχω σκοπό να το επιστρέψω) από έναν φίλο (που ελπίζω, διαβάζοντας αυτά που θα γράψω, αν καταφέρω να γράψω αυτά που σκέφτομαι,  να φιλοτιμηθεί ή να συγκινηθεί και να μη μου ζητήσει το βιβλίο του πίσω...),  επειδή θέλω να το διαβάσω πάλι και, όταν θα το τελειώσω για δεύτερη φορά, θα θέλω να το διαβάσω πάλι. Μία προς μία τις 440 σελίδες από μια μέρα (και μια νύχτα) του Αντώνη Σπετσιώτη, που είναι "ένας τριανταπεντάχρονος νέος της χαμένης γενιάς", ή μήπως "ένας ακόμη ζαλισμένος άνθρωπος που τρέχει από δω κι από κει, [...], για να προλάβει να ξεμπλέξει ένα κουβάρι υποχρεώσεων που συνδέονται με τις ιδιότητες του ως επαγγελματία, ως γιου, ως φίλου και ως παλιού γνώριμου άλλων, εξίσου μπερδεμένων ανθρώπων;" (σελ. 267).

Νομίζω πως ισχύει το δεύτερο, χωρίς να αναιρείται το πρώτο. Με άλλα λόγια η παραπάνω διάζευξη δεν είναι αποκλειστική, που πάει να πει ότι τα δύο ενδεχόμενα δεν είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, που με τη σειρά του πάει να πει ότι μπορούν να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Και έτσι είναι. Ο χρόνος, και συγκεκριμένα η 20η Ιουνίου του 2014, η μέρα που μοιραζόμαστε από τη ζωή του Αντώνη, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στερεώνονται τα νήματα, για να κεντήσουν με κάθε λεπτομέρεια τον χαρακτήρα του φαινομενικά, τουλάχιστον, αναποφάσιστου τριανταπεντάχρονου ήρωα, που εκθέτει τις πιο μύχιες σκέψεις του από τα χαράματα της Παρασκευής, μέχρι το ξημέρωμα του Σαββάτου της 21ης Ιουνίου! Στο διάστημα αυτό καλείται να πάρει αποφάσεις για απλά πράγματα και για πολύπλοκα πράγματα. Για ζητήματα που λύνονται και για άλλα που παραμένουν άλυτα, επειδή πάνω τους βαραίνουν οι ζωές των ανθρώπων σμιλευμένες από τα μυριάδες λάθη που έχουν κάνει. Από τις λανθασμένες επιλογές που έκαναν ή δεν έκαναν και από τις αποφάσεις που πήραν ή δεν πήραν. Ή από τις αποφάσεις που έχουν πάρει άλλοι κι αυτοί τις ακολούθησαν. Όπως λέει ο Αντώνης:

"Ποιος μπορεί ποτέ να αποφασίσει οτιδήποτε ή να είναι σίγουρος για την απόφασή του, ποιος μπορεί να βάλει στην άκρη τις αντιρρήσεις που θα προβάλει ο στρατός των εναλλακτικών εαυτών του;" (σελ. 412)

Άδικο έχει; Όχι δεν έχει. Και μέσα στην παρατεταμένη και συνεχή του αβεβαιότητα ο Αντώνης εκφέρει όλες τις δυνατές εκδοχές μιας επιλογής, μιας πράξης και της παραπληρωματικής της, της μη πράξης δηλαδή, ταυτόχρονα. Ανατρέχει τη (σύντομη) ζωή του, που όμως του φαίνεται αιώνια Δεν παραλείπει να βρεθεί - λίγο πριν το ξημέρωμα του Σαββάτου - ανάμεσα σε εικοσάχρονους διαμαρτυρόμενους για έναν ράπερ, ονόματι Ανεπίδεκτο, ίσα ίσα για να δείξει πως τα δεκαπέντε χρόνια που τον χωρίζουν από  την επόμενη γενιά έχουν δημιουργήσει ένα "χάσμα" και μόλο που νιώθει (ίσως και όχι) την ανάγκη να συμπαρασταθεί στους διαμαρτυρόμενους, κάνει μεταβολή και συνεχίζει τη ... μοναχική του πορεία. 

Το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη μοναξιά, στην αβεβαιότητα, στην ανθρωπιά και στη δοτικότητα.  Επειδή ο Αντώνης, όσο αβέβαιος και αν είναι για κάθε τι το "ανθρώπινο", όπως είναι οι επιλογές, οι σχέσεις οι επαγγελματικές, οι συντροφικές, οι φιλικές, αλλά και οι φόβοι, οι αγωνίες, οι ίδιες οι ζωές, εν κατακλείδι, έχει τα σταθερά του σημεία. Μάλλον έχει τουλάχιστον ένα σταθερό σημείο, όπως την επιγραφή έξω από τα Δικαστήρια, όπου γενικώς δεν έχει σήμα, κι αυτή υψώνεται δίπλα στους κάδους απορριμμάτων, υποδεικνύοντας το σημείο όπου έχει σήμα, γράφοντας: ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ.

Πού είναι το σωστό σημείο; Σημείο στο χώρο; Σημείο στο χρόνο; Σημείο στη ζωή; Μέγιστο; Ελάχιστο; Στάσιμο; Κρίσιμο; Σημείο καμπής; Ή μήπως "σημείο αμφιβολίας", όπως λέει ο φίλος μου ο Δ., εννοώντας τα σημεία της διαδρομής όπου η πυκνή βλάστηση ή ένας ψηλός φράχτης διακόπτει την πορεία του. "Ο δορυφόρος εδώ, κανονικά, δείχνει μονοπάτι"... Κι όμως. Ο πανδαμάτωρ... Όλα τα αλλάζει. Τη φύση, τους ανθρώπους, τις ιδέες και, σίγουρα, τα δεδομένα. Γι' αυτό τα δεδομένα, οι ενδείξεις, οι πληροφορίες, συχνά διαψεύδονται στην πράξη, πιο εύκολα από ό,τι οι επιθυμίες και τα συναισθήματα. Ή μάλλον προηγείται η δική τους διάψευση από τη διάψευση των επιθυμιών και των συναισθημάτων. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο, μπροστά στη (μικρή ή μεγάλη) διάψευση, είναι που πρέπει να σκεφτούμε γρήγορα και να πάρουμε αποφάσεις. Στο βουνό αυτό γίνεται. Αποφασίζουμε την πορεία που θα ακολουθήσουμε και την ακολουθούμε. Ενδεχομένως, στο τέλος να έχουμε κάποιες μικροεκδορές ή και κάπως μεγαλύτερες, να ματώσουμε και λίγο, αλλά γίνεται. Και στις ελάχιστες φορές που δεν γίνεται καλείς βοήθεια. Κι αν δεν έρθει κανείς, τότε μπορεί και να πεθάνεις αβοήθητος.

Αλλά στη ζωή τι γίνεται; Είναι βουνό η ζωή; Έχει ανηφόρα, κατηφόρα, ευθεία;  Ή μήπως είναι ένα ... βουνό από αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε; Για τον Αντώνη μοιάζει σαν τέτοιο. Κι αυτό τον καθιστά πολύ ανθρώπινο, εν τελεί, πολύ πειστικό, πολύ αποδεκτό, πολύ ... αντι-ήρωα!

"[...] η λήψη αποφάσεων δεν είναι το δυνατό μου σημείο και είμαι πολύ καλύτερος στο να περιμένω απλά να μου συμβούν οι αποφάσεις των άλλων" (σελ 265).

Ακούγεται  ίσως μοιρολατρικό, αλλά κυρίως είναι θέμα επίγνωσης της κατάστασης, επίγνωσης της ίδιας της ζωής ενός ανθρώπου, που εκτός από τον εαυτό του έχει να αποφασίζει για τους γονείς, για τον αδερφό, για τη δουλειά, για τη μοναξιά... 

Άλλωστε, η "μη λήψη απόφασης" είναι κι αυτή μια απόφαση, ειδικά όταν ένα ζήτημα είναι διαχρονικό, μεγάλο και αφορά περισσότερους από έναν ανθρώπους (υπάρχει ζήτημα που να μην αφορά περισσότερους από έναν, άραγε;)! 

Επομένως, η μη λήψη απόφασης μπορεί σε βάθος χρόνο να φανεί σοφότερη κι από την πιο σοφή απόφαση.

Δεν είμαι τριανταπέντε, εδώ και είκοσι δύο χρόνια (προς το παρόν τουλάχιστον, αφού το είκοσι δύο δεν θα παραμείνει σταθερό), δεν είμαι δικηγόρος και για πολλούς λόγους δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω, δεν ανήκω σ' αυτό που λέμε "χαμένη γενιά", εννοώντας τη γενιά του γιού μου, αλλά παρόλα αυτά με τον Αντώνη ταυτίστηκα, επειδή ο εσωτερικός του μονόλογος, η ενδόμυχη συνεχής αμφισβήτηση των επιλογών (των δικών του και των άλλων, ειδικά των γονιών του και των δύο πρώην συντρόφων του), η κριτική του ματιά και η αδυναμία του να πάρει με απόλυτη βεβαιότητα μια απόφαση είναι δείγμα σοβαρότητας και όχι το αντίθετο.

----------------------------------------------------

"Εκεί που ζούμε", λοιπόν...

Το ερώτημα είναι "πού ζούμε;".  Πού ζούμε; 

Μάλλον κάπου μεταξύ βεβαιότητας και αβεβαιότητας...


Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

Μια οργισμένη εξανάσταση!

Ματιές και Τόποι: «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν»

“…στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος με το χώρο που παραχωρούν στους νεκρούς σ’ αυτόν τον κόσμο. Συναντάμε παντού αμέτρητα τεράστια νεκροταφεία. Οι τάφοι στην πόλη του Καΐρου κατέχουν περισσότερο χώρο από όσο τα σπίτια. Σ’ εμάς αντίθετα η γη κοστίζει ακριβά και οι νεκροί δεν αξίζουν πια τίποτε. Τους στοιβάζουμε, τους στριμώχνουμε τον έναν δίπλα στον άλλο, τον ένα πάνω στον άλλο, σε μια γωνίτσα έξω από την πόλη, στα προάστια, μέσα σε τέσσερις τοίχους. Οι μαρμάρινες πλάκες και οι ξύλινοι σταυροί καλύπτουν γενιές θαμμένες εκεί, εδώ και αιώνες. Στην είσοδο των πόλεων ένα λίπασμα από νεκρούς. Τους προσφέρουμε μόνο όσο χρόνο χρειάζονται για να χάσουν τη μορφή τους μέσα στη γη, την οποία έχει ήδη λιπάνει η προηγούμενη ανθρώπινη σήψη, το χρόνο που χρειάζεται να αναμιχθεί η σάρκα που αποσυντίθεται με το νεκρικό χώμα. Έπειτα, καθώς καταφτάνουν ασταμάτητα καινούριοι και καλλιεργούμε τα γειτονικά χωράφια με λαχανικά για τους ζωντανούς, σκάβουμε με τις αξίνες το ανθρωποφάγο αυτό έδαφος και ξεχώνουμε τα κόκαλα που συναντάμε, κεφάλια, χέρια, πόδια, πλευρά, αρσενικά, θηλυκά, παιδικά, που έχουν ξεχαστεί κι έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους. Τα πετάμε ανάκατα σε ένα λάκκο και προσφέρουμε στους καινούριους νεκρούς, σ’ αυτούς που ακόμη θυμόμαστε το όνομά τους, το χώρο που κλέψαμε από τους άλλους που κανείς δεν γνωρίζει πια, αυτούς που ξανακέρδισε το μηδέν, επειδή στις πολιτισμένες κοινωνίες πρέπει κανείς να είναι οικονόμος.» 

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γκυ ντε Μωπασάν, «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν», από τη σειρά «ΜΑΤΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΙ», των εκδόσεων Καστανιώτη, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Σκλαβούνου, που κυκλοφόρησε το 1997.  
Το βιβλίο έπεσε τυχαία στα χέρια μου χθες το πρωί, όταν επισκέφτηκα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη «Ευγενία Κλειδαρά», αναζητώντας ένα σύντομο και τερπνό μυθιστόρημα για το καυτό Σαββατοκύριακο. Δανείστηκα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, τον Γητευτή, που περιμένει ακόμη να το ανοίξω, καθώς η γλαφυρή περιγραφή του Μωπασάν με έχει καθηλώσει. Το ταξίδι από την Τύνιδα στο Καϊρουάν που περιγράφεται στις 152 σελίδες του μικρού αυτού οδοιπορικού, προέκυψε όταν τον συγγραφέα κατέκλυσε μια αίσθηση ματαιότητας, καθώς καθόταν στο παράθυρο του σπιτιού του στο Παρίσι και παρατηρούσε την οικογένεια των απέναντι που έμεναν στο ίδιο σπίτι επί δεκαοκτώ χρόνια. Θλιβεροί, μονότονοι, σχεδόν νεκροί, επαναλαμβανόμενοι. «Βλάκες», λέει ο Μωπασάν.

«Τόσο σύντομη, τόσο μακρόχρονη η ζωή, είναι φορές που γίνεται ανυπόφορη. Ξεδιπλώνεται, η ίδια πάντοτε, με το θάνατο να παραμονεύει στο τέρμα. Δεν μπορούμε μήτε να τη σταματήσουμε, μήτε να την αλλάξουμε, δεν μπορούμε καν να την καταλάβουμε. Και συχνά μπροστά στην αδυναμία της προσπάθειάς μας, μια οργισμένη εξανάσταστη μας κυριεύει. Ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν σκεφτόμαστε, ό,τι κι αν επιχειρήσουμε, θα πεθάνουμε…»

Με αυτά τα λόγια ξεκινά το βιβλίο του ο Γκυ ντε Μωπασάν που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1850 και συναναστράφηκε όλα τα μεγάλα πνεύματα της εποχής του. Το μεγάλο έργο που άφησε πίσω του τον καταξίωσε στην ιστορία της Λογοτεχνίας.

Στο βιβλίο που διαβάζω, σε όλο το πρώτο κεφάλαιο ο Μωπασάν παραθέτει το κίνητρο του για το ταξίδι στη Βόρεια Αφρική. Από το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Από το Αλγέρι στην Τύνιδα», κι ύστερα αρκείται στην περιγραφή των τόπων και των ανθρώπων, δίνοντας αναλυτικές πληροφορίες για τους Άραβες και τις συνήθειές τους, όπως τις παρατηρεί μετακινούμενος με δυσκολία στην όχι και τόσο φιλόξενη περιοχή. 
Συχνά πυκνά συγκρίνει, όπως και στο απόσπασμα που έχω παραθέσει στην αρχή, τη διαφορά Ευρωπαίων και Αράβων και ενίοτε τάσσεται υπέρ των δεύτερων. 
Το όλο ανάγνωσμα, αν συνδυαστεί μάλιστα με το κεφάλαιο «Η Αλγερινή Επανάσταση» από το βιβλίο «Επαναστατικά και Απελευθερωτικά Κινήματα» του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη, από τις εκδόσεις του «Εικοστού Πρώτου», δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που παραμένουν στο κεφάλι μου ανοιχτά, καθώς προσπαθώ να καταλάβω, έστω και λίγο, ποιες μακρόχρονες παραδόσεις διαμορφώνουν τη στάση και τη συμπεριφορά των αραβόφωνων φίλων και αγαπημένων μαθητών μου. 
Τώρα, βέβαια, θα μπορούσε να μου πει κανείς πως είναι λάθος μια οποιαδήποτε γενίκευση και θα συμφωνήσω.  Επίσης, θα μπορούσε να μου πει πως δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα μια τέτοιου τύπου, ας την πω, ιστορική διερεύνηση. Σωστό κι αυτό. 
Από την άλλη όμως, πώς θα μπορέσω να κατανοήσω τα ζητήματα που έχουν παρεισφρήσει στην καθημερινότητά μου και απασχολούν επισταμένως τη σκέψη μου; 
Νέοι τόποι, νέοι ορίζοντες, νέοι άνθρωποι και μια περίεργη ώθηση κατανόησης του ξένου, του μακρινού, που είναι δίπλα μου και, ενώ σταδιακά γίνεται οικείο, διατηρεί άσβεστη τη μυστηριακή του προέλευση. Πρόκειται για ένα ταξίδι «αναζήτησης».
Άλλωστε, όπως λέει ο Μωπασάν:

«Το ταξίδι είναι σαν μια διέξοδος, για να βγούμε από τη γνωστή πραγματικότητα και να περάσουμε σε μια ανεξερεύνητη πραγματικότητα που μοιάζει με όνειρο.»
(Το ταξίδι που κάνουμε από επιλογή, προφανώς εννοεί…)

Κι εγώ, σχεδόν έναν χρόνο τώρα, ταξιδεύω κι αγγίζω την ανεξερεύνητη πραγματικότητα… Μια από όλες τις πραγματικότητες που ανοίγονται γύρω μου. 
Και η περιέργειά μου με ωθεί, ολοένα με ωθεί, να μάθω το «γιατί;». 
Αυτό το πνιγμένο σε δάκρυα που δεν κύλησαν «γιατί;», αυτό που μένει μετέωρο στο υγρό, σκούρο μα και τόσο φωτεινό συνάμα, βλέμμα των Αράβων μαθητών μου…

Στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος…
Και στη Δύση, επίσης!
Στη Δύση, αυτήν την πολιτισμένη κοινωνία...

Άντε, καλό μήνα!

Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Η ιστορία του κύκλου

Τα φυσικά αντικείμενα δεν εμφανίζονται με αριθμούς προσαρτημένους επάνω τους. Οι αριθμοί, όπως και οι κύκλοι, αποτελούν αφαιρέσεις που υφίστανται μόνο στον ανθρώπινο νου: ακόμα και το 7 και το π δεν αποτελούν αφ’ εαυτών αριθμούς, αλλά απλά σύμβολα αριθμών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα μαθηματικά για τα φυσικά φαινόμενα, χρειάζεται, πριν από όλα, να συνδέσουμε τους αριθμούς με πραγματικά φυσικά αντικείμενα. Αυτό το κάνουμε με δύο τρόπους: με αρίθμηση και με μέτρηση. Αυτές οι δύο διαδικασίες είναι ριζικά διαφορετικές.
Η απαρίθμηση, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να είναι άμεση: απλά βάζουμε ένα σύνολο από αντικείμενα σε μια αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με το σύνολο των θετικών ακεραίων μας. Αν απαριθμήσουμε 34 πεπόνια σε ένα καρότσι, αναμένουμε ότι ένας άλλος παρατηρητής θα φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα αν τα καταμετρήσει και σίγουρα κανείς δε θα φτάσει σε αποτέλεσμα με ελαφρά διαφορετικούς αριθμούς όπως το 33,91 ή το 34,28. Ο καθένας, χρησιμοποιώντας το μετρικό σύστημα, θα έπαιρνε αποτέλεσμα 34 πεπόνια. Χρησιμοποιώντας ρωμαϊκή αρίθμηση, παίρνουμε XXXIV, που αποτελεί απλά ένα εναλλακτικό σύμβολο για τον αριθμό 34.
Παρά ταύτα, η σύμπτωση των αποτελεσμάτων της απαρίθμησης που γίνεται από διαφορετικούς καταμετρητές δεν είναι με κανέναν τρόπο εγγυημένη, ακόμα κι αν δεν γίνουν λάθη. Η σιωπηλή υπόθεση είναι ότι τα μέλη του συνόλου είναι χωρίς αμφιβολία όμοια, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε μετρητής αναγνωρίζει ένα πεπόνι όταν δει ένα πεπόνι. Θα έπρεπε όμως να καταμετρηθεί ένα σάπιο πεπόνι; Τι γίνεται με ένα πεπόνι που είναι πολύ άγουρο και πράσινο για να φαγωθεί; Ή ένα πεπόνι στο οποίο κάποιος σκίουρος μερικές δαγκωματιές; Συχνά, κάποιοι καταμετρητές δικαιολογημένα θα πάρουν διαφορετικές αποφάσεις από άλλους για το αν κάποια αντικείμενα ανήκουν ή δεν ανήκουν στο σύνολο αυτών που καταμετρούνται. Το αποτέλεσμα; Ασυμφωνία στην καταμέτρηση. 
Οι μαθηματικοί μπορούν να σχεδιάζουν Βένια διαγράμματα και να ορίζουν με άλλον αφηρημένο τρόπο ποιο στοιχείο ανήκει σε ένα συγκεκριμένο σύνολο. Το σίγουρο είναι ότι, στο χώρο των καθαρών μαθηματικών, οι απαριθμήσεις δεν είναι ποτέ αβέβαιες. […]
Στην ομαδοποίηση και στην απαρίθμηση θυσιάζουμε τη λεπτομέρεια για να κερδίσουμε μια γενικότερη περιγραφή. Δε θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να εκπλησσόμαστε όταν δύο ανεξάρτητες καταμετρήσεις διαφωνούν. Αυτό συμβαίνει συχνά και δεν είναι απαραίτητο κάποια απαρίθμηση να είναι λανθασμένη (όπως στις αναφορές θανάτων σε κάποια καταστροφή). Το σημείο που πρέπει να θυμάται κάποιος είναι τούτο: καμία αριθμητική καταμέτρηση δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή ως προς την αριθμητική της τιμή, χωρίς εξέταση του εμπειρικού πλαισίου από το οποίο προέκυψαν οι αριθμοί
 ----------------------------------------------------------------------------
Το παραπάνω κείμενο είναι συρραφή αποσπασμάτων ενός μεγαλύτερου αποσπάσματος από το βιβλίο του Ernest Zebrowski,  «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ μαθηματική λογική και το φυσικό σύμπαν», από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σε μετάφραση Π. Παπαχρήστου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο, με τίτλο «Τα μαθηματικά και ο φυσικός κόσμος», όπου ο Zebrowski αναλύει πώς συνδέονται τα μαθηματικά επινοημένα εργαλεία, όπως είναι το σύνολο των θετικών ακέραιων, με τα φυσικά αντικείμενα κατά την απαρίθμηση -ή αλλιώς καταμέτρηση- των στοιχείων ενός συνόλου. Ποιος όμως καθορίζει τους κανόνες ώστε ένα φυσικό αντικείμενο ή ένας άνθρωπος, ζωντανός ή νεκρός, θα πρέπει να καταμετρηθεί σε ένα συγκεκριμένο σύνολο; Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα μου ήρθε στο μυαλό η αμφισβήτηση που διατυπώθηκε προσφάτως 
για τον αριθμό των καταγεγραμμένων συνανθρώπων μας που κατέληξαν λόγω του COVID 19 στη χώρας μας.  
Το ερώτημα, αν η απαρίθμηση έγινε σωστά ή όχι, έχει παραμένει ανοιχτό. 
Όμως αναρωτιέμαι αν μπορεί να «κλείσει» ένα θέμα που έχει να κάνει με ανθρώπινες επιλογές, με σχεδιασμούς, με στόχους, με προοπτικές και, εν τέλει, με συμφέροντα… 
Άλλωστε, και ο Zebrowski το λέει ρητά: μπορεί δυο καταμετρήσεις να διαφέρουν σημαντικά, χωρίς καμία από τις δύο να είναι εσφαλμένη και αναφέρει ως παράδειγμα τους θανάτους σε κάποια καταστροφή. Με ποια κριτήρια γίνεται η εκάστοτε καταμέτρηση;
-------------------------------------------------------------------
Το βιβλίο είναι γοητευτικό και, καθώς απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό, περιέχει λίγα στοιχειώδη μαθηματικά, τα οποία ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσει κανείς για να διαβάσει το βιβλίο και να ακολουθήσει ένα «συναρπαστικό ταξίδι σε δύο κόσμους και στο σημείο τομής τους: τον κόσμο των στρογγυλών φυσικών οντοτήτων και σ’ αυτόν των πραγματικών και μαθηματικών κύκλων», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Εγώ πάλι, πιστεύω ότι αυτό που έχει να κερδίσει κάποιος διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, τη χρονική περίοδο που διανύουμε, κατά την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ όλοι κρεμόμαστε πάνω από τους αριθμούς των κρουσμάτων και των νεκρών,  περιμένοντας να ζήσουμε, να προγραμματίσουμε, να σχεδιάσουμε, να επανεκκινήσουμε τις δουλειές μας και τις ίδιες τις ζωές μας, αυτό που έχει να κερδίσει κανείς, είναι να κατανοήσει τη διαφορά του κόσμου της επιστήμης, που βασίζεται στα επινοημένα εργαλεία των μαθηματικών, από τον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει. 
Ως μέρος του φυσικού κόσμου, θα πρέπει να επανεκτιμήσουμε τη θέση μας και τις δυνατότητές μας. Θα πρέπει ακόμη να σταθούμε κριτικά απέναντι στα «θεοποιημένα» εργαλεία, που έχουμε επινοήσει για να κατανοήσουμε και να κατακτήσουμε τη φύση… 
«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ», ένα βιβλίο για την ιστορία της σκέψης και την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να κυριαρχήσει στη φύση, θα μπορούσε ως ένα βαθμό να μας διαφωτίσει, επειδή παρουσιάζοντας την ιστορία του κύκλου, περιγράφει τους κύκλους της ιστορίας μέσα από την εξέλιξη της επιστήμης.
Όμως σήμερα η επιστήμη, με τα χέρια ψηλά, γυρεύει από αριθμούς και νούμερα τη λύση κι ολοένα απαρριθμεί και καταμετρά. 

Στρατή, σε ευχαριστώ πολύ που μου δάνεισες το βιβλίο του Zebrowski!

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησιά

Κωνσταντινούπολη, 27 Δεκεμβρίου 537 μ.Χ.

" ... Πάνω στο τραπέζι που συνήθιζε να εργάζεται, (η Θεανώ) όλα ήταν άθικτα. Το χειρόγραφο που της είχε δώσει να μελετήσει ο Ευτόκιος, το μελανοδοχείο, οι γραφίδες της αραδιασμένες κατά σειρά, η ξύλινη κερωμένη πλάκα που χρησιμοποιούσε για τα πρόχειρα σχήματα και τους υπολογισμούς... Μόνο ο κώδικάς της, το βιβλίο όπου εδώ και δεκατρία χρόνια κατέγραφε τις προσωπικές έρευνες και παρατηρήσεις έλειπε. Μυστήριο! Μήπως το είχε αφήσει στο σπίτι του Ευτόκιου; Αδύνατον. Το έπαιρνε συχνά μαζί της όταν τον επισκεπτόταν για να συνεργαστούν, αλλά δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Είχε αυτό καμία σχέση με το φονικό;
Προβληματισμένη, έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Κάποια στιγμή, ένιωσε ένα τρίξιμο κάτω από τα πόδιά της. Έσκυψε και κοίταξε. Ένα πετραδάκι. Θα είχε ξεφύγει της Χαρίκλειας στο σκούπισμα. Όχι, σκέφτηκε. Αστειευόμαστε τώρα; Να ξεφύγει πετραδάκι από τη Χαρίκλεια; Το σκούπισμά της ήταν πάντα άψογο, πόσο μάλλον τέτοια μέρα, που λόγω της γιορτής η γυναίκα είχε άλλον ένα λόγο να θέλει το σπίτι ν' αστράφτει. Στάθηκε λίγο και συλλογίστηκε. Η Χαρίκλεια είχε σκουπίσει την ώρα που η ίδια έτρωγε στη σάλα το πρωινό της. Ύστερα είχαν φύγει μαζί, κατευθείαν για την εκκλησία. Επομένως, κάποιος είχε μπει στο δωμάτιό της μετά την αναχώρησή τους, προφανώς για να πάρει το μαχαίρι· 
μήπως και τον τόμο με τις σημειώσεις της; Πάντως το πετραδάκι πρέπει να το είχε φέρει αυτός, όποιος κι αν ήταν, μπαίνοντας απ' έξω στο σπίτι.
Επέστρεψε στη σάλα, εξετάζοντας με προσοχή το πάτωμα. Στον διάδρομο βρήκε μερικά ακόμα ίχνη, πετραδάκια και σβώλους από ξεραμένο χώμα. Ήταν φανερό: ο φονιάς είχε πάει στο δωμάτιό της, είχε πάρει το μαχαίρι και είχε επιστρέψει στη σάλα, όπου είχε σκοτώσει τον Ιωάννη. Τα κύρια ερωτήματά, όμως, παρέμεναν αναπάντητα. Τι δουλειά είχε ο Ιωάννης στο σπίτι της; Πώς ήξερε ο δολοφόνος ότι θα τον έβρισκε εκεί; Και κυρίως, γιατί να επιθυμεί κάποιος τον θάνατό του; "                                                                                            (σελ. 168-169)

Θεσσαλονίκη, 27 Δεκεμβρίου 2019 μ.Χ.  


1482 χρόνια ακριβώς από κείνη τη μέρα που στο σπίτι της Θεανώς συντελέστηκε το αποτρόπαιο έγκλημα. Κάποιος σκότωσε τον Ιωάννη! Κάποιος έκλεψε το μαχαίρι της, για να σκοτώσει τον Ιωάννη! Ποιος; Και γιατί;                                             

Θα τα μάθουμε διαβάζοντας τη συνέχεια...

Ενώ το πότε και το πού της δολοφονίας τα γνωρίζουμε από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο του βιβλίου!  
Ο Ιωάννης, στη σελίδα 21, κείτεται νεκρός, καταμεσής στην αίθουσα, (στη σάλα του σπιτιού της Θεανώς), φορώντας την καλή του φορεσιά! Το δαμασκηνό μαχαίρι της Θεανώς είναι βαθιά καρφωμένο στον νεανική του καρδιά!

Μια σειρά από αναχρονισμούς, στα επόμενα κεφάλαια, ανοίγουν σιγά σιγά το κουβάρι και εξυφαίνουν τον καμβά, πάνω στον οποίο οι επιμέρους ιστορίες ξετυλίγονται, για να διασταυρωθούν και να δέσουν μεταξύ τους, όπως ακριβώς διασταυρώνονται και σμίγουν οι άνθρωποι, στα βιβλία και στη ζωή! 
Τα ιστορικά πρόσωπα με τα επινοημένα πρόσωπα, όπως σε όλες τις προηγούμενες αφηγήσεις του Τεύκρου Μιχαηλίδη, έρχονται αντιμέτωπα με τη μοίρα τους και με τις επιλογές τους!  Και ολόκληρος "ο μύθος εκτυλίσσεται μέσα από σκάνδαλα, καταχρήσεις, μισαλλοδοξία και, κυρίως, μέσα από την αιώνια πάλη για εξουσία", στο Βυζάντιο, την εποχή του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας, που ως τόπος και ως χώρος ενδείκνυται για ιστορίες σαν κι αυτήν που διαβάζουμε στο μυθιστόρημα "Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησιά".
Εγώ όμως δεν θέλω να σταθώ στην ιστορία, ούτε στις αφηγηματικές τεχνικές του συγγραφέα. Μονάχα δυο λόγια για τη Θεανώ θέλω να πω!
Η Θεανώ, όπως και η Δόνα Εστεφάνα, στο μυθιστόρημα "Σφαιρικά Κάτοπτρα, Επίπεδοι Φόνοι", είναι μια νέα, φωτισμένη κοπέλα, με ζήλο για μάθηση και το μυαλό της βοηθάει! Πείθει τον πατέρα της να της επιτρέψει να φοιτήσει στην Ακαδημία του Πλάτωνα και περνά από όλη τη δοκιμασία μέχρι να γίνει δεκτή στη σχολή! Τα καταφέρνει, όπως τα καταφέρνουν πάντα οι ηρωίδες του Τεύκρου Μιχαηλίδη! Είναι ισάξιες των ανδρών στην επιστημοσύνη, σε εποχές που οι επιστημόνισσες ήταν μετρημένες στα δάχτυλα! 
Η διαφορά της Θεανώς από τη Δόνα Εστεφάνα, είναι πως η πρώτη έχει και το "αρνητικό" της, αν μου επιτρέπεται να χαρακτηρίσω με αυτόν τον όρο τον εκ διαμέτρου αντίθετο χαρακτήρα, ή μήπως να τον πω "συμπληρωματικό"; Ναι, σε τούτο το μυθιστόρημα υπάρχει ο αντίποδας της Θεανώς, η δίδυμη αδερφή, η Αναστασία!
Άσπρο - μαύρο οι δύο κοπέλες στις ανάγκες τους, στις επιλογές τους, στις αντιδράσεις τους!
Σκουλαρίκια και φτιασίδια η μία, κώδικα και γραφίδα η άλλη... 


Ξημερώνει η 27η Δεκεμβρίου του 2019! Φτάνει στο τέλος της κι αυτή η χρονιά... 
Καθισμένη στη γωνιά μου, στο σπιτικό μου -τυχερή εγώ- διαβάζω για δεύτερη φορά το μυθιστόρημα. (Πρώτη φορά το διάβασα σε μορφή  pdf, πριν ακόμη εκδοθεί, κεφάλαιο κεφάλαιο, όπως γραφόταν...). 
Κι όπως διαβάζω, βλέπω πίσω από τις λέξεις κι ανάμεσα στις γραμμές! Εκεί διακρίνω τις αντιθέσεις των δύο  γυναικών, όπως τις έπλασε η φαντασία του Τεύκρου Μιχαηλίδη κι όπως τις σμίλευσε η γραφίδα του!
Αργά αργά, αφαιρώ το ιστορικό πλαίσιο, απογυμνώνω τις γυναικείες μορφές και τις εξετάζω διαχρονικά.  Συγκρίνω τις ζωές τους και αξιολογώ... 
"Καμιά τους δεν ευτύχησε", μπορώ να πω.
Κι ύστερα, κλείνω τα μάτια και τις βλέπω ζωντανές, να γλιστρούν στην ανάγλυφη επιφάνεια του βιβλίου! Κι αναρριγώ...

"Τεύκρο, τις ιστορίες που μας γράφεις, χρόνο τον χρόνο, ολοένα και πιο πολύ τις αγαπώ!" 

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Η έρημος των Ταρτάρων

Αντιγράφω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίνο Μπουτζάτι, «Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΡΤΑΡΩΝ», σε μετάφραση Μαρίας Οικονομίδου, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ο ήλιος δεν έτρεχε πια να φύγει όπως παλιότερα, ανυπομονώντας να βασιλέψει, αλλά άρχιζε να αντιστέκεται λίγο καταμεσής του ουρανού, καταπίνοντας το σωριασμένο χιόνι [...] Είχε ξανάρθει η άνοιξη.
Ήδη ακούγονταν τα πρωινά οι φωνές των πουλιών που όλοι νόμιζαν πως είχαν ξεχάσει. [...]
Σχετική εικόνα
Τις νύχτες, στους κοιτώνες, οι σανίδες από τα ράφια όπου οι στρατιώτες ακουμπούσαν τα σακίδια, τις οπλοθήκες, οι ίδιες οι πόρτες, ακόμα και τα ωραία έπιπλα από μασίφ καρυδιά στο δωμάτιο του κυρίου συνταγματάρχη, όλα τα ξύλα του Οχυρού, συμπεριλαμβανομένων και των πιο παλιών, έστελναν τριξίματα στο σκοτάδι. Μερικές φορές ήταν ξεροί κρότοι σαν πιστολιές, θαρρείς κάτι γινόταν πραγματικά κομμάτια, κι όλο και κάποιος ξυπνούσε στο ράντζο του και τέντωνε το αυτί: τίποτα όμως δεν κατάφερνε να ακούσει, παρά μονάχα κι άλλα τριξίματα που μουρμουρίζουν στη νύχτα.


Είναι η ώρα που στις γέρικες σανίδες ξυπνά μια ασίγαστη νοσταλγία για τη ζωή. Πάρα πολλά χρόνια πριν, τις ευτυχισμένες μέρες, ήταν μια νεανική ροή ζεστασιάς και δύναμης, τα κλαδιά πετούσαν δέσμες βλαστών. Έπειτα όμως το δέντρο κόπηκε. Και τώρα που είναι άνοιξη, σε καθένα από τα κομμάτια του ακόμα ξυπνά, αν και απείρως ασθενέστερος, ένας παλμός ζωής. Κάποτε φύλλα και άνθη×τώρα μονάχα μια αόριστη ανάμνηση, εκείνο το λίγο που χρειάζεται για να κάνουν ένα κρακ και μετά τίποτα μέχρι τον επόμενο χρόνο. (σελίδες 175-176)

Λίγους μήνες πριν, μου το είχαν προτείνει στο βιβλιοπωλείο, όπου πήγα για να αγοράσω ένα βιβλίο του Καλβίνο. Το εγκωμίασαν τόσο που δεν θα μπορούσα να μην το πάρω. Μεταξύ μας, και λιγότερο να το εγκωμίαζαν πάλι θα το έπαιρνα, επειδή διάβασα στο οπισθόφυλλο πως: 

Το αριστούργημα του Ντίνο Μπουτζάτι Η έρημος των Ταρτάρων αφηγείται την ιστορία του νεαρού υπολοχαγού Τζοβάνι Ντρόγκο, ο οποίος περνάει τη ζωή του στο Οχυρό Μπουστιάνι, όπου τοποθετείται στον πρώτο του διορισμό, περιμένοντας μάταια την εισβολή του θρυλικού εχθρού από τον βορρά. Με φόντο την απέραντη, ομοιόμορφη έρημο, ο Μπουτζάτι αφηγείται την αναμονή της μεγάλης ευκαιρίας για τον αξιωματικό, της ευκαιρίας που θα αλλάξει τη ζωή χαρίζοντάς του την πολυπόθητη δόξα. Μόνο που η μεγάλη ευκαιρία τελικά δεν παρουσιάζεται ποτέ και ο αξιωματικός, τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά, έρχεται αντιμέτωπος με το κορυφαίο γεγονός: τον θάνατο. Και τον αντιμετωπίζει μονάχος, χωρίς να περιμένει βοήθεια ή κατανόηση από κανέναν, σε ένα περιβάλλον παντελώς άγνωστο.
Ένα μυθιστόρημα για τη μοναξιά, την υπαρξιακή αγωνία, την άνιση μάχη ενάντια στο πέρασμα του χρόνου, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον θάνατο.

Πράγματι. Άνθρωπος, μοναξιά, υπαρξιακή αγωνία, θάνατος! 
Η άνιση μάχη ενάντια στο πέρασμα του χρόνου! 
Η εσφαλμένη εντύπωση πως θα είμαστε για πάντα νέοι, πως το γήρας είναι υπόθεση άλλων και δεν μας αφορά.
Και η προσμονή της μεγάλης ευκαιρίας που δεν έρχεται!
Οι φιλοδοξίες, η νεανική υπεροψία, η επιτομή της οίησης!  
Σαν να μας χρωστάει η μοίρα, σαν να αξίζουμε  περισσότερο από τους άλλους! 
Εμείς, αυτοί που δικαιούμαστε τα πάντα!
Οι  μεγάλες προσδοκίες όμως ξεθωριάζουν με τα χρόνια, όπως ακριβώς ξεθωριάζουν και οι ψευδαισθήσεις που τις τρέφουν και τις συντηρούν. 
Όλα όσα αναφέρονται  στο οπισθόφυλλο αναπτύσσονται με μια μινιμαλιστική μαεστρία από τον Μπουτζάτι. Το Οχυρό, τα δύσβατα βουνά, η ομίχλη, ο Βορράς! 
Η αγωνία! Ο εκούσιος εγκλεισμός!
Όλα! Αυτό που καθόλου δεν αναφέρεται στο εξώφυλλο όμως είναι οι «Τάρταροι»!
Οι Τάρταροι! Ο εχθρός! Είναι η επινόηση που έχουμε ανάγκη για να δικαιολογούμε την ύπαρξή μας, τις επιλογές μας, τους στόχους μας. 
Ο εχθρός είναι το αίτιο που μας ωθεί να ... οχυρωθούμε πίσω από τα τείχη που υψώνουμε, για να κρύψουμε την εγγενή μοναξιά μας.
Ο εχθρός είναι ο λόγος  που κρυβόμαστε πίσω από τις μάσκες που βάζουμε, για να κρύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο.
Τόσο τετριμμένο το θέμα και τόσο αξεπέραστα διαχρονικό το πρόβλημα.
Μα και τόσο μοναδικά δοσμένο από τον Ντίνο Μπουτζάτι

Το διάβασα απνευστί! Το συστήνω ανεπιφύλακτα, ειδικά σε ανθρώπους μεταξύ 25 και 45... Για ευνόητους λόγους. Όχι πως είναι αργά για όλους εμάς τους υπόλοιπους!
Άλλωστε οι εχθροί είναι πανταχού παρόντες. Κυρίως όμως κρύβονται μέσα μας...

(Ένα εκτενές άρθρο σχετικά με το κλασικό αριστούργημα το Μπουτζάτι, υπάρχει εδώ)

Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

Εν αναμονή...

 Ο Αύγουστος οδεύει προς το τέλος του. Η αγωνία γονιών και παιδιών που περιμένουν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών στα Α.Ε.Ι. τελειώνει σιγά σιγά κι αυτή. Νέες έγνοιες, αναμενόμενες και μη, θα  κάνουν την εμφάνισή τους και η πολυδαίδαλη ζωή θα πάρει το δρόμο της σε όλα τα επίπεδα: ατομικά,  εργασιακά, κοινωνικά, πολιτικά, επιστημονικά κλπ. 
Σ’ αυτά τα τελευταία, τα επιστημονικά, θέλω να σταθώ με αφορμή τέσσερα από τα βιβλία που διαβάζω -ή/και  ξαναδιαβάζω- τον φετινό Αύγουστο, προσπαθώντας να βρω κι εγώ καινούριες ατραπούς, για τη σχολική χρονιά που σε λίγο ξεκινά. Στις επιλογές μου κυριαρχεί πάντα το αγαπημένο μου θέμα: ο συνταιριασμός της Γλώσσας με τα Μαθηματικά και των Μαθηματικών με τη Γλώσσα, σε κάθε δυνατή του εκδοχή: ιστορική, δομική, κοινωνιολογική... 

Διαβάζοντας για πολλοστή φορά αποσπάσματα από το βιβλίο του Gilles Dowek, "ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΟΓΙΣΜΟΥ. ΜΙΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ", στις παραπάνω εκδοχές του συνταιριάσματος της Γλώσσας με τα Μαθηματικά ήρθε να προστεθεί και μια ακόμη εκδοχή: η μελλοντολογική! 
Ο Dowek, διατρέχοντας την ιστορία του Λογισμού, από τους πρώτους υπολογισμούς των Βαβυλωνίων, στους συλλογισμούς των Ελλήνων και πίσω στους υπολογισμούς στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα επανέρχεται συχνά στο θέμα των "συντακτικών δομών" της γλώσσας αναγκαστικά, αφού για να θεμελιωθεί η Λογική απαιτείται μιας πρώτης τάξεως Γραμματική και μια Γλώσσα, που ούτε λίγο ούτε πολύ έχει κοινά χαρακτηριστικά  με τη φυσική γλώσσα. 
Στη συνέχεια θα αντιγράψω το  απόσπασμα, που καθώς το διάβαζα το μυαλό μου έφυγε από το ανάγνωσμα, κι άρχισε να σκέφτεται τα παιδιά, που έχουν συμπληρώσει τα μηχανογραφικά και που μετρούν τις μέρες για τα αποτελέσματα.
Γράφει ο Dowek:

    Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Noam Chomsky πρότεινε να εκφραστούν οι γραμματικές των φυσικών γλωσσών με αλγοριθμική μορφή και παρουσίασε μια γλώσσα έκφρασης των αλγορίθμων η οποία επιτρέπει να οριστεί μια γραμματική σε αλγοριθμική μορφή, χωρίς να απομακρυνόμαστε και τόσο από την παραδοσιακή μέθοδο παρουσίασης των γραμματικών ως σύνολα από κανόνες.
    Όταν επιχειρούμε να συντάξουμε έναν αλγόριθμο που να αποφαίνεται αν μια φράση είναι καλώς διατυπωμένη, στα γαλλικά για παράδειγμα, ανακύπτουν πολλά προβλήματα που η παραδοσιακή παρουσίαση της γραμματικής αποσιωπούσε. Για παράδειγμα, αν θέλουμε να επαληθεύσουμε ότι τα επίθετα συντάσσονται με τα ουσιαστικά στη φράση "τα μικρά γατιά είναι νεκρά" πρέπει σε μια πρώτη φάση να εντοπίσουμε τα επίθετα. Αυτό μας οδηγεί να αναρωτηθούμε σχετικά με το πώς γνωρίζουμε ότι το "μικρό" είναι επίθετο και ότι προσδιορίζει το ουσιαστικό "γατί", ή ακόμα μας κάνει να αναρωτηθούμε πώς ένας εξερευνητής, μέλος μιας ινδιάνικης φυλής, ο οποίος θα επιθυμούσε να μελετήσει τη γλώσσα μας, θα ήταν σε θέση να εντοπίσει τα επίθετα μέσα στη φράση. Μήπως επειδή μας το υποδεικνύει το λεξικό γνωρίζουμε ότι η λέξη "μικρό" είναι επίθετο; Μήπως επειδή γνωρίζουμε το νόημα των λέξεων "μικρό" και "γατί"; Μήπως επειδή η λέξη "μικρό" προηγείται της λέξης "γατί"; Ή μήπως επειδή το "μικρά" συντάσσεται με τα "γατιά"; Το σχέδιο της επαναδιατύπωσης των γραμματικών και φυσικών γλωσσών με τη μορφή αλγορίθμων έθεσε με αυτό τον τρόπο στη γραμματική και τη γλωσσολογία νέα ερωτηματικά σχετικά με τις γλώσσες και τη διαδικασία με την οποία ο εγκέφαλός μας τις χρησιμοποιεί.
    Αυτό το παράδειγμα της γραμματικής δεν είναι μεμονωμένο. Ήδη από τη δεκαετία του ογδόντα, οι επιστήμονες της πληροφορικής ενδιαφέρθηκαν με έναν καινούριο τρόπο για την κβαντική φυσική και ειδικότερα για την αρχή της υπέρθεσης που καθώς επιτρέπει ως ένα βαθμό τη διεξαγωγή ταυτόχρονα περισσότερων του ενός υπολογισμών σε ένα κύκλωμα, ενδέχεται να πολλαπλασιάσει την ισχύ των υπολογιστών. Είναι αυτό που ονομάζουμε "κβαντική πληροφορική". Ενδιαφέρονται επίσης για τη βιολογία και, ειδικότερα, για τη λειτουργία του κυττάρου που υποδεικνύει πρωτότυπους τρόπους υπολογισμού. Είναι αυτό που ονομάζουμε "βιο-πληροφορική".
    Ένα δεύτερο κεφάλαιο αυτών των σχεδίων, πιο διακριτικό ωστόσο, συνίσταται στην επαναδιατύπωση ενός μέρους της φυσικής και της βιολογίας με αλγοριθμική μορφή. Ενδεχομένως, εν καιρώ, μέσω αυτών των σχεδίων θα μετασχηματιστούν όχι μόνο η πληροφορική αλλά και οι επιστήμες της φύσης. (σελ. 100-101)

"Ήδη από τη δεκαετία του ογδόντα... η αρχή της υπέρθεσης". Νομίζω πως κάπου εδώ το μυαλό μου ξεστράτισε... 
Το 1980 είχα υποβάλλει το μηχανογραφικό μου. Την εποχή εκείνη συμπληρώναμε τα μηχανογραφικά, πριν πάρουμε τους βαθμούς των γραπτών εξετάσεων, έχοντας μάλλον ως βασικό οδηγό την επιθυμία μας για την επιλογή των Σπουδών και την επαγγελματική μας σταδιοδρομία. Βέβαια, την εποχή εκείνη όροι όπως "βιο-πληροφορική" ήταν ανύπαρκτοι...
Συλλογίζομαι με ποια κριτήρια επιλέγουν σήμερα οι υποψήφιοι τις σχολές που δηλώνουν. Και υπολογίζω πόσες φορές, ρωτώντας έναν τελειόφοιτο τι σκοπεύει να δηλώσει πρώτο στο μηχανογραφικό του, δεν πήρα ως απάντηση: "Να δω πρώτα πώς θα γράψω στις εξετάσεις και θα σκεφτώ...". Και οι υπολογισμοί μου με οδηγούν σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό, που δυστυχώς δεν αποτελείται μόνο από υποψήφιους, αλλά και από πολλούς γονείς... 
Κι αναρωτιέμαι ποιοι μετασχηματισμοί έχουν συντελεστεί στον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι, σήμερα, στην εποχή της βιο-πληροφορικής! 
Κι αναρωτιέμαι, επίσης, μήπως η αποδοχή του "Όχι τι θέλω να γίνω, τι μπορώ να γίνω, αυτό θα γίνω..." κατεβάζει τον πήχη και αποδυναμώνει τα "θέλω" των νέων ανθρώπων, που είναι το ισχυρότερο εσωτερικό κίνητρο για να μπορέσουν να βρουν τον δρόμο τους και τον εαυτό τους στην κοινωνία, στην οποία, αναμφιβόλως δεν ισχύει η αρχή της υπέρθεσης, αφού κάθε άλλο παρά γραμμικό σύστημα είναι... Ας είναι...

Εν αναμονή των αποτελεσμάτων, συλλογίζομαι και υπολογίζω κι αναρωτιέμαι, καθώς ετοιμάζομαι για την καινούρια σχολική χρονιά.
Ωστόσο, δεν παύω να ελπίζω και να εύχομαι: Να πάνε τα πράγματα για όλους καλά!

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

"Το μέλλον είναι πίσω μας"

Ήταν Τετάρτη 12 Ιουνίου, δύο η ώρα το μεσημέρι, όταν άφησα τη Σόλωνος πίσω μου και μπήκα σε ένα σχετικά πιο δροσερό κάθετο δρόμο, για να γλυτώσω όσο γίνεται τη λαύρα που απέπνεε η άσφαλτος και η συνεχής ροή των αυτοκινήτων. Δεν ήμουν ούτε στα μισά του δρόμου και είχα ήδη μετανιώσει που αποφάσισα να γυρίσω στην Κυψέλη με τα πόδια, αλλά από την άλλη δεν ήθελα να παραδεχτώ πως με τα χρόνια οι αντοχές μου ελαττώνονται... Βυθισμένη σ’ αυτές τις σκέψεις έπεσα πάνω σε ένα σταντ με βιβλία! Καταμεσής στο δρόμο, προσφορές, 3, 5, 7 ευρώ.  Το μάτι μου έπεσε αμέσως σε ένα μπλε-γαλάζιο εξώφυλλο με μια γυναικεία μορφή στη δεξιά άκρη που παρέπεμπε σε γοργόνα ή έτσι μου φάνηκε, καθώς οι κυματισμοί των μπλε αποχρώσεων γύρω της έδιναν την αίσθηση του βυθού.  Μήτσος Κασόλας, «Το μέλλον είναι πίσω μας». Τίποτε δεν μου είπε ο τίτλος εκείνη την καυτή μέρα στην Αθήνα, αν και θα έπρεπε καθώς μέσα σε πέντε μόνο λέξεις έδινε έναν χωρο-χρονικό προσανατολισμό άκρως ανατρεπτικό! Αυτό που μου χτύπησε περισσότερο στο μάτι ήταν οι εκδόσεις, «οι εκδόσεις των συναδέλφων»! Άνοιξα αμέσως να δω τι σόι εκδόσεις είναι αυτές και βρέθηκα μπροστά σε δύο ασυνήθη φαινόμενα. Το πρώτο ήταν ένα σύντομο «σημείωμα» που εξηγούσε το λόγο της ύπαρξης των εκδόσεων, το δεύτερο ήταν η άδεια αναπαραγωγής και ελεύθερης χρήσης... 
Αποτέλεσμα εικόνας για το μέλλον είναι πίσω μαςΑναζήτησα το βιβλιοπωλείο. Το βρήκα στο βάθος μιας δροσερής και σκοτεινής στοάς, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη λαύρα και το άπλετο φως του αθηναϊκού καλοκαιρινού μεσημεριού. Ο μικροσκοπικός χώρος ήταν κατάμεστος λογής λογής βιβλίων, ατάκτως ερριμμένων, από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι! «Ευχαρίστως θα ζούσα εδώ μέσα», σκέφτηκα, όταν σαν οπτασία ξεπρόβαλε πίσω από μια ψηλή ντάνα βιβλίων, ένας καλόσχημος, νεαρός κύριος! «Παρακαλώ!», είπε. «Σας ζηλεύω...», του απάντησα. Η συζήτηση που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα – πέρα από την πολύ όμορφη (ψευδ)αίσθηση πως βρίσκομαι σε κάτι που μοιάζει με το πλατωνικό σπήλαιο – να κερδίσω ακόμη ένα ευρώ έκπτωσης στην ήδη εκπτωτική τιμή του  βιβλίου!  
«Το μέλλον είναι πίσω μας», μπήκε στη στήλη με τα «προσεχώς». Εκεί περίμενε μέχρι τη Δευτέρα 8 Ιουλίου, την επομένη των εκλογών, σύμφωνα με το πρόγραμμά μου. Τη Δευτέρα όμως ο τίτλος απέκτησε μια ξεχωριστή σημασία, καθώς διαβάστηκε μέσα από το πρίσμα των συναισθημάτων που με κατέκλυζαν, λόγω του εκλογικού αποτελέσματος. 
Φυσικά αυτό είναι κάτι που αφορά το άτομό μου και γι’ αυτό το κρατώ για μένα. Αντιθέτως, κάτι που αφορά το ευρύ κοινό είναι το μυθιστόρημα του συγγραφέα, (δημοσιογράφου, φωτογράφου, οπερατέρ, βοηθού σκηνοθέτη, σεναριογράφου, χρονογράφου, και δεν ξέρω τι άλλο),  Μήτσου Κασόλα. Θεωρώ πως η περιγραφή στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ελάχιστα περιγράφει το περιεχόμενο του. Φαινομενικά πρόκειται για την ιστορία του συγγραφέα Ντίνου Υφαντή, που για δικούς του λόγους επιλέγει να συγγράψει ένα βιβλίο με το ψευδώνυμο Άγης Ιεροφάντης, προκειμένου να προκαλέσει μια νέα ... Αναγέννηση, στρέφοντας το σύμπαν ολόκληρο στην απροπαγάνδιστη αρχαία ελληνική κουλτούρα και γραμματεία. «Πώς αλλιώς θα παταχθεί ο δογματισμός, ο καπιταλισμός, η σαπίλα του κόσμου μας;»
Ο λόγος και ο αντίλογος στο μυθιστόρημα του Κασόλα, κινείται σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, καθώς μέσα στο μυθιστόρημά του, εξελίσσεται το μυθιστόρημα του Υφαντή-Ιεροφάντη, παράλληλα με τη ζωή του και τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη που προκαλούνται από την επέτειο του Πολυτεχνείου και υποδαυλίζονται από τη δολοφονία του αριστερού δημοσιογράφου, Πέτρου Κόκκινου, που γίνεται στην Παραλιακή, το μεσημέρι της ίδιας εκείνης μέρας. Ο Κόκκινος είχε ανακαλύψει ένα ημερολόγιο με το χρονικό της δολοφονίας ενός άλλου δημοσιογράφου, του Πολκ, που το 1948 ήρθε στην Ελλάδα, για να οδηγηθεί από αριστερούς στα βουνά, όπου θα συναντούσε τον Μάρκο Βαφειάδη για να του πάρει συνέντευξη. Η δολοφονία του Πολκ δεν διελευκάνθει. Ούτε και του Κόκκινου, άλλωστε. Είναι από τις δολοφονίες στις οποίες επιλέγεται ένας «ένοχος» και του φορτώνεται ο φόνος, πληρώνει γι’ αυτόν και κλείνει η υπόθεση, αφήνοντας τους πραγματικούς ενόχους να επιτελούν ανενόχλητοι το έργο τους. 
Όλα τα θίγει ο Κασόλας-Υφαντής-Ιεροφάντης στο μυθιστόρημά του. Την αντοχή της ανθρώπινης ελπίδας, την αδήριτη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Τον φόβο μπροστά στην αρρώστια, το δέος μπροστά στο θάνατο. Την αέναη αναζήτηση μιας λύσης. Δεν αφήνει ασχολίαστο ούτε το ρόλο που οφείλει να έχει η Παιδεία, αλλά δεν έχει.
Σ’ αυτό το τελευταίο, ως εκπαιδευτικός (και όχι ΣΑΝ εκπαιδευτικός), θα σταθώ. Επειδή η Παιδεία είναι που με σώζει. Η επιθυμία μου για το καλύτερο δυνατό παιδαγωγικό-εκπαιδευτικό αποτέλεσμα στο χώρο της δουλειάς μου. Γι’ αυτό πασχίζω, ακόμη κι όταν η ελπίδα μου ασφυκτιά, όπως η φλόγα η ζωσμένη από υγρή μάζα κεριού στο ρεσό...  Ακόμη και τότε. Όταν με πνίγει το δίκιό μου και πρέπει να απαντώ σε ανθρώπους που περίμενα να με γνωρίζουν καλύτερα. Το προσπερνώ. Κι εναποθέτω τις ελπίδες μου στην Παιδεία, καθώς δεν έχω πού αλλού να τις εναποθέσω. Θα αντιγράψω ένα απόσπασμα από το βιβλίο. Συγκεκριμένα, θα αντιγράψω την απάντηση που έδωσε ο Ιεροφάντης στον Τζον, τον αμερικανοεβραίο,  που  γνώρισε στη διάρκεια της πτήσης του στο Λονδίνο. Ο μεγαλοεκδότης Τζον ζήτησε να μάθει το περιεχόμενο του βιβλίου που ο Ιεροφάντης συνέγραφε κι όταν ο συγγραφέας του εξήγησε πως ήθελε να πατάξει τον καπιταλισμό και να επαναφέρει τους ανθρώπους σε εκείνη την αδογμάτιστη και δημοκρατική κατάσταση της αρχαίας Ελλάδας, ο Τζον του απάντησε: «Ονειρεύεσαι Ιεροφάντη, ονειρεύεσαι...»

«Λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται, λέει ένας ποιητής της πατρίδας μου. Με την υπάρχουσα, όμως, Παιδεία αρρωσταίνει η ζωή μας, το μυαλό μας, η ευαισθησία μας και αρρωσταίνουμε και τη γη. Όμως, αν μάθουμε στα παιδιά μας πως είναι μέγιστες αξίες ο άλλος, το ψωμί για όλους, το νερό για όλους, ο καθαρός αέρας, θα είχε θεμέλια ο κόσμος και δεν θα ήταν μπερδεμένος και χαμένος. Όμως, τι προσπαθώ τώρα να πω; Το αυτονόητο που δεν το καταλαβαίνουμε πια. Προσπαθώ να εκφράσω αυτό που νιώθουν και που ξέρουν τα μικρά παιδιά. Που μόλις είναι σε θέση να κουμαντάρουν ένα μολύβι, ζωγραφίζουν τον ήλιο, τη θάλασσα, το σπίτι τους, τη βροχή, το χιόνι, τα ποτάμια. Χωρίς κανένα απ’ όλα αυτά να ζωγραφίζει το χρήμα. Ζωγραφίζουν τις πρωταρχικές αξίες, ώσπου να πάνε στο σχολειό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο, στο πανεπιστήμιο, κι αρχίσει η υπάρχουσα Παιδεία μας να τα καλουπώνει, να τα κατεδαφίζει σπρώχνοντάς τα να κυνηγάνε, ως πρώτη αξία, το χρήμα με μανία, με πάθος, χωρίς σκέψη στη σκέψη τους, στη φαντασία τους.»

Στο διάλογο που ακολουθεί ο Ιεροφάντης διευκρινίζει στο μεγαλοεκδότη πως το χρήμα το χρειάζεται και ο ίδιος (αλίμονο), αλλά το χρειάζεται  «Ως διευκόλυνση των ανθρώπων για τις συναλλαγές τους, ναι, στην ουσία όμως το χρήμα είναι μέσον. Δεν είναι αξία και μάλιστα πρώτη.».

Δυο μέρες μου πήρε να το τελειώσω το βιβλίο του Κασόλα. Διάβαζα αργά, απολαμβάνοντας τους αντικατοπτρισμούς και τις αυτοαναφορικότητες που με δεξιοτεχνία ξεδίπλωνε ο συγγραφέας. Διέκοπτα την ανάγνωση είτε για να κοιμηθώ είτε για να αναζητήσω τη δροσιά της γαλαζοπράσινης χαλκιδικιώτικης θάλασσας... Δυστυχώς όμως, έκανα το λάθος να τη διέκοψω μερικές φορές, την απολαυστική μου ανάγνωση, για να διαβάσω (και ατυχώς να απαντήσω) σε σχόλια στο facebook, που έκαναν e-φίλοι σε κοινοποιήσεις μου. Τα σχόλιά μου, παιδαγωγικού και εκπαιδευτικού, κυρίως, χαρακτήρα, διαβάστηκαν είτε με άγνοια είτε με προκατάληψη. 
Μπορεί, βέβαια, να μην έχουν νόημα σχολιασμοί περιορισμένου και προκατειλημμένου βεληνεκούς, με θλίβουν, όμως, όταν προέρχονται από ανθρώπους που θεωρώ φίλους και που αγαπώ.

Any way… «Το μέλλον είναι πίσω μας». Η Λογοτεχνία, όμως, είναι εδώ.
Και, αναμφιβόλως, πίσω μας και μπρος, βρίσκεται πάντα η βαρύνουσα ευθύνη στο παρόν!
(Λυπηθείτε εκείνους που δεν την αναλαμβάνουν...)


Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Τα μαθηματικά των παραμυθιών και οι λογικές δομές

Το Ασχημόπαπο - δηλαδή το πασίγνωστο παραμύθι του Άντερσεν για τον κύκνο που κατά λάθος βρέθηκε μέσα σ' ένα κοπάδι πάπιες - μπορεί να μεταφραστεί με μαθηματικούς όρους ως "η περιπέτεια ενός στοιχείου Α, που κατά λάθος βρίσκεται μέσα στο σύνολο των στοιχείων Β και που δεν ησυχάζει, ώσπου να ξαναμπεί μέσα στο φυσικό του σύνολο των στοιχείων Α..."
Το γεγονός ότι ο Άντερσεν δεν μπόρεσε να σκεφτεί το παραμύθι του με όρους της θεωρίας των συνόλων δεν έχει σημασία. Το ότι ίσως δεν του πέρασε από το μυαλό η υποψία πως έπαιζε με τις ταξινομήσεις του Λιναίου*,  που του ήταν ωστόσο γνωστές, δε μετρά καθόλου. Αυτός άλλο πράγμα είχε στο νου του: πάνω απ' όλα ήθελε να γράψει μια παραβολή για την ίδια του τη ζωή, για τον εαυτό του, που από "ασχημόπαπο" έγινε ο κύκνος της Δανίας. Αλλά ο νους του ανθρώπου είναι κάτι το ενιαίο, και καμιά γωνιά του δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη στις κινήσεις και στην δραστηριότητα του πνεύματος, όπως και αν τις εννοήσουμε. Το παραμύθι του, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει, είναι και μια άσκηση λογικής. και είναι δύσκολο να χαράξουμε όρια ανάμεσα στις διεργασίες της φανταστικής λογικής και τις διεργασίες της λογικής χωρίς επίθετα.
Έτσι το παιδί που ακούει ή διαβάζει το παραμύθι, περνώντας από την τρυφερότητα στον ενθουσιασμό και ανακαλύπτοντας στο πεπρωμένο του "ασχημόπαπου" μια βέβαιη υπόσχεση θριάμβου, δεν μπορεί να αντιληφθεί το γεγονός ότι το παραμύθι αποτυπώνει στο μυαλό του μια εμβρυώδη λογική δομή. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Τζιάννι Ροντάρι, "Γραμματική της Φαντασίας" και το επέλεξα, για να το διαβάσω στη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης, την Πέμπτη που μας πέρασε. 
Τα παιδικά βιβλία του Ροντάρι ήταν από τα αγαπημένα μας, όταν ο γιος μου ήταν μικρός. Όμως το βιβλίο "Γραμματική της φαντασίας" δεν είναι παιδικό. Σ' αυτό ο Ροντάρι καταπιάνεται με τη δημιουργική διαδικασία, την οποία θεωρεί έμφυτη και προσιτή στον κάθε άνθρωπο. Καταπιάνεται με τη χαρά που βιώνει ο καθένας μας, όταν εκφράζεται, παίζοντας  με τη φαντασία. 
Ο Ροντάρι υποστηρίζει, όπως και πολλοί άλλοι, πως κατά την παιδική μας ηλικία τα παραμύθια που ακούμε και διαβάζουμε (ή που μας διαβάζουν άλλοι), επιδρούν στη διαμόρφωση του μυαλού μας, δηλαδή στον τρόπο που σκεφτόμαστε, στον τρόπο που φανταζόμαστε και κατά συνέπεια στον τρόπο που ζούμε και εκφραζόμαστε ως ενήλικες στη διάρκεια του "βραχέος βίου"** μας.
Ξαναπιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου, δεν μπορώ να μην πω ότι προβληματίστηκα σχετικά με την ανάπτυξη και την καλλιέργεια της λεγόμενης συναισθηματικής νοημοσύνης στα σημερινά παιδιά.
Υπάρχουν νέοι γονείς, αναμφιβόλως, που διαβάζουν στα μικρά τους παραμύθια. 
Υπάρχουν όμως και οι νέοι γονείς που καθηλώνουν με τις ώρες τα νήπια μπροστά σε μια οθόνη, μένοντας και οι ίδιοι καθηλωμένοι μπροστά σε μια άλλη, σερφάροντας και επικοινωνώντας και διαβάζοντας άρθρα πολιτικά και άλλα πολλά...
Μεγάλο θέμα που απασχολεί τους ειδικούς και ίσως δημιουργήσει σε βάθος χρόνου  προβλήματα σοβαρά.

Ο λόγος που - παρόλα τα υψηλά επίπεδα θερμοκρασίας και υγρασίας και την αποπνικτική, εν γένει, ατμόσφαιρα - αποφάσισα να αντιγράψω το απόσπασμα από το βιβλίο του Ροντάρι και να καταθέσω σκέψεις και προβληματισμούς είναι η στεναχώρια που μου προκαλούν οι οξύτατες αντιδράσεις φίλων και μη, εν όψει των επικείμενων εκλογών. 
Εισπράττω θυμό και αγανάκτηση από ανθρώπους που μέχρι χθες είχα μια συμπαθή και φιλική επικοινωνία. Κάποιοι μου ζητούν ευθύνες για την χ ή ψ πολιτική κατάσταση ή απαιτούν να αιτιολογήσω πολιτικές στάσεις, με τις οποίες μάλιστα ενίοτε δεν συμφωνώ... 
Δεν ισχυρίζομαι πως η συζήτηση, ο διάλογος, η αμφισβήτηση, η επιχειρηματολογία δεν έχουν θέση στην καθημερινότητά μας, πολύ δεν περισσότερο έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται όταν η ατμοσφαιρική, αλλά και η πολιτική, θερμοκρασία αγγίζουν κόκκινο.
Από την άλλη όμως, προβληματίζομαι όταν βλέπω, ας το πω έτσι, "στοιχεία του ίδιου συνόλου" που τελούν κάτω από τους ίδιους περιορισμούς και τις ίδιες δυνατότητες, να αναπτύσσουν μεταξύ τους αντιπαλότητες και συγκρούσεις. 
Πώς σκεφτόμαστε; Ποιος ενθουσιασμός, ποια υπόσχεση θριάμβου, ποια προσδοκία νιώθουμε να ματαιώνεται; Και ποια ματαίωση μας ωθεί να συμπεριφερόμαστε όπως συμπεριφερόμαστε;

Οπαδός του Ροντάρι, του Φρόιντ, του Γιάλομ, αλλά και φανατική χρήστης του internet,  βρίσκομαι συχνά αντιμέτωπη με την ερώτηση: ποια ματαίωση καθορίζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που φανταζόμαστε, που διεκδικούμε, που αγωνιζόμαστε, που διαφωνούμε, που συμφιλιωνόμαστε; 
Και ποια υποσυνείδητη, εμβρυώδης λογική δομή, αποτελεί το συνεκτικό ιστό σ' αυτό που, εν τέλει, γινόμαστε;
Για το άτομό μου κατά καιρούς βρίσκω απαντήσεις. 
Κάποτε τις εμπλουτίζω, τις αποσαφηνίζω, κάποτε τις αναθεωρώ ή τις αποδομώ. 
Και προχωρώ... 
Ωστόσο, πάντα έχω την αίσθηση πως ανήκω σε ένα συγκεκριμένο σύνολο για το οποίο, στη διάρκεια του βίου μου,  μάχομαι και προσπαθώ.
Και είμαι σίγουρη πως η αίσθηση αυτή διαμορφώθηκε μέσα μου, όταν ήμουν παιδί, την εποχή που ... αγάπησα τα Μαθηματικά, όταν διάβαζα τα παραμύθια που με συγκινούσαν και μου άρεσαν πολύ!





** Ὁ βίος βραχὺς, ἡ δὲ τέχνη μακρὴ, ὁ δὲ καιρὸς ὀξὺς, ἡ δὲ πεῖρα σφαλερὴ, ἡ δὲ κρίσις χαλεπή. Δεῖ δὲ οὐ μόνον ἑαυτὸν παρέχειν τὰ δέοντα ποιoῦντα, ἀλλὰ καὶ τὸν νοσέοντα, καὶ τοὺς παρεόντας, καὶ τὰ ἔξωθεν. Μετάφραση εδώ

Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Με αφορμή "Το μάτι", του Vladimir Nabokov


Ένα από τα δικαιώματα του αναγνώστη είναι να μην τελειώνει ένα βιβλίο, όταν δεν του αρέσει. Η ανάγνωση της Λογοτεχνίας δεν είναι ψυχαναγκαστική, είναι πρωτίστως ψυχαγωγική. Αυτό το πιστεύω ακράδαντα, γι' αυτό το τονίζω στα παιδιά που δανείζονται βιβλία. Ειδικά όταν τα παιδιά αυτά δεν είναι από τους φανατικούς επισκέπτες της Σχολικής Βιβλιοθήκης, αλλά έρχονται κυρίως με την ελπίδα πως μπορεί και να τους ανεβάσω λίγο το βαθμό στα Μαθηματικά... :) Δεν κατανοούν, βέβαια, πως αυτό που κερδίζει κάποιος, διαβάζοντας καλή Λογοτεχνία, ούτε αξιολογείται ούτε αντισταθμίζεται με μια δυο μονάδες στον έλεγχο. 

Το θέμα όμως σήμερα δεν είναι τα παιδιά, αλλά η δική μου αναγνωστική συμπεριφορά. 
Με τα χρόνια κατάλαβα πως για να πω αν μου αρέσει ένα βιβλίο πρέπει πρώτα να ολοκληρώσω την ανάγνωση. Υπάρχουν φυσικά τα βιβλία εκείνα που μου αρέσουν πολύ από την πρώτη στιγμή και καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης η απόλαυση παραμένει η ίδια. Είναι αυτά που διαβάζοντάς τα παρακαλώ να μην τελειώσουν, ειδικά όταν βρίσκομαι στις στιγμές της κοφύφωσης. Υπάρχουν και τα άλλα βιβλία, εκείνα που για λίγο φαίνεται να μου αρέσουν, μετά χάνουν τη γοητεία τους είτε επειδή είναι προβλέψιμα, είτε επειδή πλατειάζουν, είτε επειδή δεν είναι πειστικά. Σήμερα διάβασα ένα τέτοιο. "Το μάτι", του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, στην πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Το μικρό μυθιστόρημα του μεγάλου Ναμπόκοφ έχει ως ήρωα ένα νεαρό Ρώσο εμιγκρέ, στο Βερολίνο, ο οποίος καταφέρνει να βρει δουλειά, ως παιδαγωγός -αν και δεν έχει ιδέα από παιδαγωγική- στο σπίτι μιας οικογένειας ομοεθνών. Ξεκινά τόσο ωραία η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του νεαρού Ρώσου, που κυριολεκτικά με απορρόφησε, μέχρι που μετά από λίγες σελίδες το μπλέξιμο της πραγματικότητας με την "ενύπνια" δραστηριότητα του νεαρού, διαδέχονται η μια την άλλη με ασαφή όρια και διφορούμενη ερμηνεία. Πότε είναι ξύπνιος, πότε ονειρεύεται; Πότε έχει τα μάτια ανοιχτά, πότε κοιμάται; Πότε κατασκοπεύει τους άλλους, πότε τον εαυτό του; Με κούρασε η ασάφεια, όχι γιατί ήταν όντως κουραστική, όσο γιατί ήταν λάθος μέρα σήμερα που αποφάσισα να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο. Μετά από ένα μεγάλο φαγοπότι, μετά από μια καθόλου ευκαταφρόνητη κρασοκατάνυξη, αναμφιβόλως, δεν ενδείκνυται ένας Ρώσος συγγραφέας, ακόμη κι αν είναι δυτικοτραφής, όπως ο Ναμπόκοφ...
Ωστόσο, άπαξ και το ξεκίνησα δεν το άφησα από το χέρι μου. Ο αφηγητής αναζητούσε τον Σμίροφ, Γκοσμπόντιν Σμίροφ, κι εγώ αναζητούσα τη δική μου αναγνωστική αντοχή, χωρίς να ενδίδω ούτε στη νύστα μου, ούτε στα βαριεστημάρα μου. Τα μάτια μου πήγαιναν να κλείσουν και το βιβλίο έγερνε επικίνδυνα προς το κεφάλι μου (διαβάζω πάντα ξαπλωμένη... :) ), καθώς όμως έστριβε ο καρπός μου κάτω από το βάρος του, εμφανιζόταν το μάτι με το επίμονο, βαθύ και επικριτικό βλέμμα του! Ξανάνοιγα τα μάτια και συνέχιζα την ανάγνωση... 
Έτσι κύλησε το απομεσήμερο, μέχρι που κάποια στιγμή, μεταξύ εγρήγορσης και χαύνωσης, σαν μια αστραπιαία εσωτερική αναλαμπή, με κατέκλυσε αυτό που λέμε αναγνωστική απόλαυση! "Κατάλαβα τι γίνεται!", είπα μεγαλόφωνα."Κατάλαβα, ποιος είναι ποιος!". 
Πράγματι, παρόλη την αποχαύνωσή μου, η αφήγηση του Σμίροφ άρχισε να αποκτά μια διαφάνεια, όμοια με τα κρύσταλλα πάνω στα οποία αντανακλούσε ο ίδιος...
Ο ύπνος μου χάθηκε με μιας! Διάβασα τη συνέχεια με αδημονία, θέλοντας να δικαιωθώ μια ώρα αρχύτερα! Και δικαιώθηκα! 

Το βιβλίο θα μπορούσε να λέγεται "το εγκώμιο του ετεροπροσδιορισμού"!
Δεν θέλω να πω την ιστορία, ούτε να μεταφέρω το κλίμα των Ρώσων εμιγκρέδων στο Βερολίνο του 1924-25, άλλωστε ούτε ο Ναμπόκοφ το ξετυλίγει εκτενώς. Το χρησιμοποιεί μόνο, ως καμβά πάνω στον οποίον ο Σμίροφ θα κινηθεί, θα προβεί σε απόπειρα αυτοκτονίας (κι αυτός όπως και ο Άντον Χοφμίλλερ, στο "Επικίνδυνος Οίκτος", του Zweig), θα ερωτευτεί, θα κυνηγήσει τον εαυτό του και θα τον βρει(;). Ωστόσο, μια αγωνία παραμένει μέχρι και την τελευταία στιγμή: πώς θα μας πείσει ότι είναι ευτυχισμένος; Πώς;

"Τι άλλο μπορώ να κάνω για να τ' αποδείξω; Τι άλλο μπορώ να κάνω; Πώς να το διακηρύξω πως είμαι ευτυχισμένος; Ω, να το φωνάξω, να το ουρλιάξω έτσι που να με πιστέψετε όλοι σας στο τέλος, όλοι εσείς οι σκληροί, όλοι εσείς οι αυτάρεσκοι..."

Κραυγάζει ο Σμίροφ γεμάτος από ευτυχία;
Όχι! Κραυγάζει από αγωνία για το πώς θα μας αποδείξει ότι είναι ευτυχισμένος!
Θαρρείς και η ευτυχία του ενός οφείλει να αποδειχθεί στους άλλους!
Κι εγώ, διαβάζοντας αυτές τις τελευταίες γραμμές του βιβλίου, θέλησα να φωνάξω: 
"Η ευτυχία,  δεν χρήζει αποδείξεων! Η ευτυχία είναι αυταπόδεικτη! 
Και ... αυτοπροσδιορίσιμη! Όπως και ο ίδιος ο εαυτός, όταν είναι αληθινός!"

Αληθώς...