Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Ψηφιακός Ανθρωπισμός

Ως εκπαιδευτικός, τον τελευταία καιρό, βίωσα και συνεχίζω να βιώνω μια εντελώς καινούρια κατάσταση, καθώς οι νέες συνθήκες και τα μέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας, μας έφεραν μπροστά σε μια παντελώς άγνωστη για τους περισσότερους διαδικασία, που εσφαλμένα ονομάστηκε "εξ αποστάσεως διδασκαλία"! 
Αυτό που έγινε δεν ήταν "εξ αποστάσεως διδασκαλία". Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα που είχε, δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να μείνουμε, εμείς οι δάσκαλοι, παντί τρόπω, σε επικοινωνία με τα παιδιά ή με τους ενήλικες μαθητές μας, όσοι από μας διδάσκουμε σε Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας. 
Βέβαια, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι με τα παιδιά αυτά, όπως και με τους ενήλικες μαθητές μας, γνωριζόμασταν κι είχαμε ήδη αναπτύξει την προαπαιτούμενη εμπιστοσύνη, καθώς και επαρκή συναισθηματική επικοινωνία. Αν δεν υπήρχε η προηγηθείσα διά ζώσης σχέση δασκάλου-μαθητή -πάνω στην οποία ήρθε και πάτησε, εντελώς απροετοίμαστα και αιφνιδιαστικά, η σύγχρονη και η ασύγχρονη τηλεκπαίδευση- η απουσία  εκπαιδευτικού σχεδιασμού, που σε γενικές γραμμές χαρακτήριζε το όλο εγχείρημα, βάζω στοίχημα, θα επέφερε παταγώδη αποτυχία. Αυτό που καταφέραμε, σε γενικές γραμμές, δεν ήταν παρά ένας αγώνας αξιοποίησης μιας ανεπαρκούς τεχνολογίας. Όλη η προσπάθεια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, επικεντρώθηκε στην τεχνολογία και από την (τηλ)εκπαιδευτική διαδικασία έλειψε ο καίριος προσανατολισμός, που βάζει στο κέντρο τον μαθητή. 
Μετά από αυτήν την εμπειρία, είμαι βέβαιη πως οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί, ανεξάρτητα από το αν αποδέχονται ή όχι την άμεσα εξαρτημένη από την τεχνολογία τηλεκπαίδευση, και πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις τους και επιφυλάξεις τους, προσπαθούν να αποκτήσουν όχι μόνο τις απαιτούμενες δεξιότητες, αλλά και τη βασική γνώση και επίγνωση μιας νέας πραγματικότητας που, δυστυχώς, δεν περιορίζεται στο χώρο του σχολείου. Η νέα πραγματικότητα φαίνεται πως αφορά την ... ψηφιοποίηση της ίδιας της ζωής, εν γένει!

Επηρεασμένη από όλα όσα ζω τον τελευταίο καιρό,  το κίτρινο βιβλίο με τίτλο "Ψηφιακός Ανθρωπισμός", που βρίσκονταν ανάμεσα σε άλλα στο περβάζι του παραθύρου, τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Του Θεοφάνη Τάση, κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. 
Ο συγγραφέας, γεννημένος μόλις το 1976, διδάσκει Σύγχρονη Πρακτική Φιλοσοφία στο Alpen-Adria Universität στην Αυστρία, είναι επισκέπτης καθηγητής σε άλλα Πανεπιστήμια και -παρόλο το νεαρό της ηλικίας του- έχει ένα πολύ μακρύ και πολύ αξιόλογο βιογραφικό.
Στο βιβλίο αυτό καταπιάνεται με την "εικονιστική κοινωνία", την οποία αρκετοί ανάμεσά μας, συνεχίζοντας να ζουν ... παραδοσιακά κι αποφεύγοντας συστηματικά την τεχνολογία, δεν έχουν πάρει είδηση. Όμως η "εικονιστική κοινωνία", που έχει ως κεντρικό γνώρισμα την κυριαρχία της εικόνας σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει βαθμιαία επιφέρει την εξεικόνιση του βίου, με όσα αυτό συνεπάγεται.
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο πώς ο συγγραφέας εξηγεί το νόημα που δίνει στο νεολογισμό "εικονιστική κοινωνία", επειδή αυτό που με ενδιαφέρει πρωτίστως είναι ο ... ανθρωπισμός, ψηφιακός και μη.

Ζώντας στη Μυτιλήνη, τον τρέχον σχολικό έτος, έχω συναναστραφεί μέσα από ποικίλες επαγγελματικές και εθελοντικές δραστηριότητες με πολλούς πρόσφυγες και με  αρκετούς αιτούντες άσυλο κι ως εκ τούτου έχω αναπτύξει ή μάλλον προσπαθώ να αναπτύξω μια συγκεκριμένη επιχειρηματολογία γύρω από το "προσφυγικό ζήτημα", όπως το βιώνω, όχι εξ αποστάσεως, αλλά διά ζώσης, που - στην εκπαίδευση τουλάχιστον - είναι πάντοτε ζητούμενο. 
Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο του βιβλίου που διάβασα αμέσως μόλις το έπιασα στα χέρια μου ήταν αυτό με τίτλο "Καλλιεργώντας την γη της επαγγελίας: Μερικές παρατηρήσεις για το προσφυγικό ζήτημα", το οποίο έκανε μια εξαιρετική ανάλυση των προβλημάτων που συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε "προσφυγικό", ξεκινώντας με την επίκριση της φράσης "οι ροές των προσφύγων", που έχει επικρατήσει. Μιλάμε σαν να πρόκειται για μια ομογενοποιημένη μάζα ανθρώπων και αυτό είναι λάθος, γιατί κάθε άνθρωπος που εγκαταλείπει την πατρίδα του και ζητά άσυλο σε μια άλλη χώρα κουβαλά τη δική του ιστορία. Αποτελεί μονάδα διακριτή... Το κεφάλαιο, αν και σύντομο κάνει μια βαθιά τομή στο πρόβλημα και κλείνει ως εξής: 

"... η συμπόνοια και η αλληλεγγύη συχνά συγχέονται με τον οίκτο, ενισχύοντας την τάση να παρουσιάζονται οι πρόσφυγες ως παθητικοί δέκτες φιλανθρωπίας. Αυτή η εικόνα των προσφύγων είναι παραπλανητική και άδικη τόσο για εκείνους όσο και για μας, διότι χάρη σε αυτούς ένα μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού επανεκτίμησε ορισμένα ατομικά και πολιτισμικά κεκτημένα που είχαν καταστεί αυτονόητα στην ευημερία που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμπνεύστηκε από το σθένος τους στην αναζήτησή ενός αυθεντικότερου βίου, εξερευνώντας εναλλακτικές στην καθημερινότητα και αναθεωρώντας συνήθειες και τρόπους ζωής. Σε αυτούς τους Ευρωπαίους οι πρόσφυγες υπενθύμισαν την ενδεχομενικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και τον κίνδυνο της ύβρεως. Χάρη στην οδύσσεια των προσφύγων οι πολίτες και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες σ' έναν βαθμό ωρίμασαν μαθαίνοντας κάπως ν' αυτοπεριορίζονται. Η Ευρώπη ίσως να μην συνιστά γη τες επαγγελίας. Όμως καλλιεργώντας την, δηλαδή, προασπίζοντας την οικουμενικότητα των αξιών της, αποδεχόμενοι την αδυναμία διαχείρισης του συνόλου της δυστυχίας και της οδύνης, βιώνοντας ταυτόχρονα τις ενοχές και την συμπόνοια αυτής της συνθήκης χωρίς ν' αποσυρόμαστε χάνοντας την ανθρωπιά μας δρέπουμε ήδη, παλιοί και νέοι πολίτες της, καρπούς νοήματος. "

Μπορεί η Ευρώπη, μέσα από την πανδημία να έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο που κάθε άλλα παρά γη της επαγγελίας την καθιστά, αλλά...
Μένω στο γεγονός πως ανάμεσα στους πρόσφυγες που έχω συναναστραφεί αυτόν τον καιρό, υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά θαύμασα για την προσπάθεια που καταβάλουν να ενταχτούν, να ριζώσουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους εδώ...
Μια ζωή λιτή, αυθεντική κι επίμονα ανθρώπινη, που απέχει πολύ από τον ... "ψηφιακό ανθρωπισμό".

Όπως και να 'χει το βιβλίο του Θεοφάνη Τάση είναι καταπληκτικό.


Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

Η ιστορία του κύκλου

Τα φυσικά αντικείμενα δεν εμφανίζονται με αριθμούς προσαρτημένους επάνω τους. Οι αριθμοί, όπως και οι κύκλοι, αποτελούν αφαιρέσεις που υφίστανται μόνο στον ανθρώπινο νου: ακόμα και το 7 και το π δεν αποτελούν αφ’ εαυτών αριθμούς, αλλά απλά σύμβολα αριθμών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα μαθηματικά για τα φυσικά φαινόμενα, χρειάζεται, πριν από όλα, να συνδέσουμε τους αριθμούς με πραγματικά φυσικά αντικείμενα. Αυτό το κάνουμε με δύο τρόπους: με αρίθμηση και με μέτρηση. Αυτές οι δύο διαδικασίες είναι ριζικά διαφορετικές.
Η απαρίθμηση, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να είναι άμεση: απλά βάζουμε ένα σύνολο από αντικείμενα σε μια αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με το σύνολο των θετικών ακεραίων μας. Αν απαριθμήσουμε 34 πεπόνια σε ένα καρότσι, αναμένουμε ότι ένας άλλος παρατηρητής θα φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα αν τα καταμετρήσει και σίγουρα κανείς δε θα φτάσει σε αποτέλεσμα με ελαφρά διαφορετικούς αριθμούς όπως το 33,91 ή το 34,28. Ο καθένας, χρησιμοποιώντας το μετρικό σύστημα, θα έπαιρνε αποτέλεσμα 34 πεπόνια. Χρησιμοποιώντας ρωμαϊκή αρίθμηση, παίρνουμε XXXIV, που αποτελεί απλά ένα εναλλακτικό σύμβολο για τον αριθμό 34.
Παρά ταύτα, η σύμπτωση των αποτελεσμάτων της απαρίθμησης που γίνεται από διαφορετικούς καταμετρητές δεν είναι με κανέναν τρόπο εγγυημένη, ακόμα κι αν δεν γίνουν λάθη. Η σιωπηλή υπόθεση είναι ότι τα μέλη του συνόλου είναι χωρίς αμφιβολία όμοια, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε μετρητής αναγνωρίζει ένα πεπόνι όταν δει ένα πεπόνι. Θα έπρεπε όμως να καταμετρηθεί ένα σάπιο πεπόνι; Τι γίνεται με ένα πεπόνι που είναι πολύ άγουρο και πράσινο για να φαγωθεί; Ή ένα πεπόνι στο οποίο κάποιος σκίουρος μερικές δαγκωματιές; Συχνά, κάποιοι καταμετρητές δικαιολογημένα θα πάρουν διαφορετικές αποφάσεις από άλλους για το αν κάποια αντικείμενα ανήκουν ή δεν ανήκουν στο σύνολο αυτών που καταμετρούνται. Το αποτέλεσμα; Ασυμφωνία στην καταμέτρηση. 
Οι μαθηματικοί μπορούν να σχεδιάζουν Βένια διαγράμματα και να ορίζουν με άλλον αφηρημένο τρόπο ποιο στοιχείο ανήκει σε ένα συγκεκριμένο σύνολο. Το σίγουρο είναι ότι, στο χώρο των καθαρών μαθηματικών, οι απαριθμήσεις δεν είναι ποτέ αβέβαιες. […]
Στην ομαδοποίηση και στην απαρίθμηση θυσιάζουμε τη λεπτομέρεια για να κερδίσουμε μια γενικότερη περιγραφή. Δε θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να εκπλησσόμαστε όταν δύο ανεξάρτητες καταμετρήσεις διαφωνούν. Αυτό συμβαίνει συχνά και δεν είναι απαραίτητο κάποια απαρίθμηση να είναι λανθασμένη (όπως στις αναφορές θανάτων σε κάποια καταστροφή). Το σημείο που πρέπει να θυμάται κάποιος είναι τούτο: καμία αριθμητική καταμέτρηση δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή ως προς την αριθμητική της τιμή, χωρίς εξέταση του εμπειρικού πλαισίου από το οποίο προέκυψαν οι αριθμοί
 ----------------------------------------------------------------------------
Το παραπάνω κείμενο είναι συρραφή αποσπασμάτων ενός μεγαλύτερου αποσπάσματος από το βιβλίο του Ernest Zebrowski,  «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ μαθηματική λογική και το φυσικό σύμπαν», από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σε μετάφραση Π. Παπαχρήστου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο, με τίτλο «Τα μαθηματικά και ο φυσικός κόσμος», όπου ο Zebrowski αναλύει πώς συνδέονται τα μαθηματικά επινοημένα εργαλεία, όπως είναι το σύνολο των θετικών ακέραιων, με τα φυσικά αντικείμενα κατά την απαρίθμηση -ή αλλιώς καταμέτρηση- των στοιχείων ενός συνόλου. Ποιος όμως καθορίζει τους κανόνες ώστε ένα φυσικό αντικείμενο ή ένας άνθρωπος, ζωντανός ή νεκρός, θα πρέπει να καταμετρηθεί σε ένα συγκεκριμένο σύνολο; Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα μου ήρθε στο μυαλό η αμφισβήτηση που διατυπώθηκε προσφάτως 
για τον αριθμό των καταγεγραμμένων συνανθρώπων μας που κατέληξαν λόγω του COVID 19 στη χώρας μας.  
Το ερώτημα, αν η απαρίθμηση έγινε σωστά ή όχι, έχει παραμένει ανοιχτό. 
Όμως αναρωτιέμαι αν μπορεί να «κλείσει» ένα θέμα που έχει να κάνει με ανθρώπινες επιλογές, με σχεδιασμούς, με στόχους, με προοπτικές και, εν τέλει, με συμφέροντα… 
Άλλωστε, και ο Zebrowski το λέει ρητά: μπορεί δυο καταμετρήσεις να διαφέρουν σημαντικά, χωρίς καμία από τις δύο να είναι εσφαλμένη και αναφέρει ως παράδειγμα τους θανάτους σε κάποια καταστροφή. Με ποια κριτήρια γίνεται η εκάστοτε καταμέτρηση;
-------------------------------------------------------------------
Το βιβλίο είναι γοητευτικό και, καθώς απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό, περιέχει λίγα στοιχειώδη μαθηματικά, τα οποία ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσει κανείς για να διαβάσει το βιβλίο και να ακολουθήσει ένα «συναρπαστικό ταξίδι σε δύο κόσμους και στο σημείο τομής τους: τον κόσμο των στρογγυλών φυσικών οντοτήτων και σ’ αυτόν των πραγματικών και μαθηματικών κύκλων», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Εγώ πάλι, πιστεύω ότι αυτό που έχει να κερδίσει κάποιος διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, τη χρονική περίοδο που διανύουμε, κατά την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ όλοι κρεμόμαστε πάνω από τους αριθμούς των κρουσμάτων και των νεκρών,  περιμένοντας να ζήσουμε, να προγραμματίσουμε, να σχεδιάσουμε, να επανεκκινήσουμε τις δουλειές μας και τις ίδιες τις ζωές μας, αυτό που έχει να κερδίσει κανείς, είναι να κατανοήσει τη διαφορά του κόσμου της επιστήμης, που βασίζεται στα επινοημένα εργαλεία των μαθηματικών, από τον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει. 
Ως μέρος του φυσικού κόσμου, θα πρέπει να επανεκτιμήσουμε τη θέση μας και τις δυνατότητές μας. Θα πρέπει ακόμη να σταθούμε κριτικά απέναντι στα «θεοποιημένα» εργαλεία, που έχουμε επινοήσει για να κατανοήσουμε και να κατακτήσουμε τη φύση… 
«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ», ένα βιβλίο για την ιστορία της σκέψης και την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να κυριαρχήσει στη φύση, θα μπορούσε ως ένα βαθμό να μας διαφωτίσει, επειδή παρουσιάζοντας την ιστορία του κύκλου, περιγράφει τους κύκλους της ιστορίας μέσα από την εξέλιξη της επιστήμης.
Όμως σήμερα η επιστήμη, με τα χέρια ψηλά, γυρεύει από αριθμούς και νούμερα τη λύση κι ολοένα απαρριθμεί και καταμετρά. 

Στρατή, σε ευχαριστώ πολύ που μου δάνεισες το βιβλίο του Zebrowski!