Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΛΟΓΙΑΣ

" Ο Μπόρχες κι εγώ

Είναι η ζωή του άλλου, του Μπόρχες, που είναι γιομάτη γεγονότα. Εγώ περπατάω τους δρόμους του Μπουένος Άιρες, σταματώντας δω κι εκεί - ίσως από συνήθεια - για να κοιτάξω μια παλιά καμαρόπορτα ή τη σιδεριά μιας καγκελόπορτας' νέα του Μπόρχες παίρνω από το ταχυδρομείο και το μάτι μου πιάνει το όνομά του ανάμεσα σε μια επιτροπή καθηγητών ή σε κάποιο βιογραφικό λεξικό. Μ' αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες η τυπογραφία του 18ου αιώνα, οι ετυμολογίες, η μυρωδιά του καφέ, και η πρόζα του Στήβενσον' ο άλλος μοιράζεται τούτες τις προτιμήσεις, αλλά κατά τρόπο επιδειχτικό που τις κάνει θεατρινίστικες. Θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως δεν τα πάμε καλά' εγώ ζω, αφήνομαι να ζω, για να μπορεί ο Μπόρχες να υφαίνει παραμύθια και ποιήματα, που είναι η δικαίωσή μου. Δε μου είναι δύσκολο να παραδεχτώ πως τα΄ χει καταφέρει να γράψει κάμποσες αξιόλογες σελίδες, οι σελίδες όμως τούτες δεν μπορούν να με σώσουν, ίσως επειδή ό,τι είναι καλό δεν ανήκει πια σε κανένα - ούτε καν στον άλλον - αλλά ουσιαστικά ανήκει στο λόγο και στην παράδοση. Οπωσδήποτε, είναι γραφτό μου να χαθώ μια για πάντα, και μόνο κάποια στιγμή του εαυτού μου θα επιζήσει στον άλλον. Λίγο λίγο, του παράδωσα τα πάντα, παρ' όλο που έχω αποδείξεις πως έχει μια πεισματική συνήθεια να παραποιεί και να υπερβάλλει. Ο Σπινόζα πίστευε πως κάθε πράμα προσπαθεί να διατηρήσει την υπόστασή του' η πέτρα θέλει να 'ναι πέτρα, και η τίγρη, τίγρη. Θα επιζήσω στον Μπόρχες, όχι στον εαυτό μου (αν πράγματι είμαι κάποιος), αναγνωρίζω όμως τον ευατό μου περισσότερο στο προσεχτικό κούρδισμα της κιθάρας ή στα βιβλία των άλλων παρά στα δικά μου. Εδώ και χρόνια, προσπάθησα να τον ξεφορτωθώ και πέρασα από τους μύθους για τις μακρινές φτωχογειτονιές της πόλης, στα παιχνίδια με το χρόνο και το άπειρο, μα τα παιχνίδια τούτα είναι τώρα μέρος του Μπόρχες και θα αναγκαστώ να βρώ κάτι άλλο. Έτσι λοιπόν, η ζωή μου είναι μια διαρκής φυγή, όπου χάνω τα πάντα, και τα πάντα αφήνονται στη λήθη ή στον άλλον.
Δεν ξέρω ποιος απο τους δυο μας γράφει τούτη τη σελίδα.

ΧΟΡΧΕ-ΛΟΥΪΣ ΜΠΟΡΧΕΣ: ΙΣΤΟΡΙΕΣ 1956"

Όταν πρωτοδιάβασα αυτό το κείμενο του Μπόρχες, εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο που ο μεγάλος αυτός συγγραφέας περιγράφει την κατάσταση που προκύπτει από την συνύπαρξη της διάστασης από τον εαυτό του και της ταυτόχρονης ταύτισης του με αυτόν! Πολύ περίεργη κατάσταση που δεν είναι καθόλου εύκολο να περιγραφεί με λίγες λέξεις.
Είχα σκεφτεί, θυμάμαι, πως για να καταφέρει κανείς να δει τα πράγματα με τον τρόπο που τα βλέπει ο Μπόρχες θα πρέπει, ενώ βουτάει στα άδυτα της ύπαρξής του, ταυτόχρονα να απομακρύνεται από τον εαυτό του, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δύσκολο να γίνει κανείς δύο και ένα...Δύσκολο αυτό το παιχνίδι, που παίζεται με λέξεις, στις οποίες χωράνε ή προσπαθούν να χωρέσουν όλα, οι μύθοι, ο χρόνος, το άπειρο, ο εαυτός μας ολόκληρος, κι ο άλλος ολόκληρος και το ύφος του και η ανυπαρξία του, μέχρι που κι αυτή ακόμη να γίνει ύπαρξη.
Και το πέρασμα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη γίνεται, νομίζω, μέσα σε μια στιγμή ή, μήπως, μέσα σε μια πρόταση:

Κοίτα που η παράγραφος αυτή φαίνεται σαν να έχει γραφεί από σένα! Είναι το ύφος σου αυτό συνήθως, το οποίο απ' ό,τι βλέπω, όσο εμπεδώνω το "δεν σβήνω", τόσο το υιοθετώ.
Δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας γράφει αυτήν την ιστορία.

-->

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου