Τρίτη, 18 Αυγούστου 2020

"Εκεί που ζούμε", του Χρίστου Κυθρεώτη

 Εναλλακτικός τίτλος: Μια μέρα με τον Αντώνη Σπετσιώτη

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ήρωας στο μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη, "Εκεί που ζούμε", που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη τον Νοέμβριο του 2019 και δεν έχω ιδέα πόσες εκδόσεις έχει κάνει από τότε, αλλά είμαι σίγουρη πως θα κάνει κι άλλες πολλές στο μέλλον.                                                                 

Έχω μπροστά μου ένα αντίτυπο του βιβλίου από την 4η έκδοση, που το δανείστηκα (και δεν έχω σκοπό να το επιστρέψω) από έναν φίλο (που ελπίζω, διαβάζοντας αυτά που θα γράψω, αν καταφέρω να γράψω αυτά που σκέφτομαι,  να φιλοτιμηθεί ή να συγκινηθεί και να μη μου ζητήσει το βιβλίο του πίσω...),  επειδή θέλω να το διαβάσω πάλι και, όταν θα το τελειώσω για δεύτερη φορά, θα θέλω να το διαβάσω πάλι. Μία προς μία τις 440 σελίδες από μια μέρα (και μια νύχτα) του Αντώνη Σπετσιώτη, που είναι "ένας τριανταπεντάχρονος νέος της χαμένης γενιάς", ή μήπως "ένας ακόμη ζαλισμένος άνθρωπος που τρέχει από δω κι από κει, [...], για να προλάβει να ξεμπλέξει ένα κουβάρι υποχρεώσεων που συνδέονται με τις ιδιότητες του ως επαγγελματία, ως γιου, ως φίλου και ως παλιού γνώριμου άλλων, εξίσου μπερδεμένων ανθρώπων;" (σελ. 267).

Νομίζω πως ισχύει το δεύτερο, χωρίς να αναιρείται το πρώτο. Με άλλα λόγια η παραπάνω διάζευξη δεν είναι αποκλειστική, που πάει να πει ότι τα δύο ενδεχόμενα δεν είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, που με τη σειρά του πάει να πει ότι μπορούν να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Και έτσι είναι. Ο χρόνος, και συγκεκριμένα η 20η Ιουνίου του 2014, η μέρα που μοιραζόμαστε από τη ζωή του Αντώνη, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στερεώνονται τα νήματα, για να κεντήσουν με κάθε λεπτομέρεια τον χαρακτήρα του φαινομενικά, τουλάχιστον, αναποφάσιστου τριανταπεντάχρονου ήρωα, που εκθέτει τις πιο μύχιες σκέψεις του από τα χαράματα της Παρασκευής, μέχρι το ξημέρωμα του Σαββάτου της 21ης Ιουνίου! Στο διάστημα αυτό καλείται να πάρει αποφάσεις για απλά πράγματα και για πολύπλοκα πράγματα. Για ζητήματα που λύνονται και για άλλα που παραμένουν άλυτα, επειδή πάνω τους βαραίνουν οι ζωές των ανθρώπων σμιλευμένες από τα μυριάδες λάθη που έχουν κάνει. Από τις λανθασμένες επιλογές που έκαναν ή δεν έκαναν και από τις αποφάσεις που πήραν ή δεν πήραν. Ή από τις αποφάσεις που έχουν πάρει άλλοι κι αυτοί τις ακολούθησαν. Όπως λέει ο Αντώνης:

"Ποιος μπορεί ποτέ να αποφασίσει οτιδήποτε ή να είναι σίγουρος για την απόφασή του, ποιος μπορεί να βάλει στην άκρη τις αντιρρήσεις που θα προβάλει ο στρατός των εναλλακτικών εαυτών του;" (σελ. 412)

Άδικο έχει; Όχι δεν έχει. Και μέσα στην παρατεταμένη και συνεχή του αβεβαιότητα ο Αντώνης εκφέρει όλες τις δυνατές εκδοχές μιας επιλογής, μιας πράξης και της παραπληρωματικής της, της μη πράξης δηλαδή, ταυτόχρονα. Ανατρέχει τη (σύντομη) ζωή του, που όμως του φαίνεται αιώνια Δεν παραλείπει να βρεθεί - λίγο πριν το ξημέρωμα του Σαββάτου - ανάμεσα σε εικοσάχρονους διαμαρτυρόμενους για έναν ράπερ, ονόματι Ανεπίδεκτο, ίσα ίσα για να δείξει πως τα δεκαπέντε χρόνια που τον χωρίζουν από  την επόμενη γενιά έχουν δημιουργήσει ένα "χάσμα" και μόλο που νιώθει (ίσως και όχι) την ανάγκη να συμπαρασταθεί στους διαμαρτυρόμενους, κάνει μεταβολή και συνεχίζει τη ... μοναχική του πορεία. 

Το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη μοναξιά, στην αβεβαιότητα, στην ανθρωπιά και στη δοτικότητα.  Επειδή ο Αντώνης, όσο αβέβαιος και αν είναι για κάθε τι το "ανθρώπινο", όπως είναι οι επιλογές, οι σχέσεις οι επαγγελματικές, οι συντροφικές, οι φιλικές, αλλά και οι φόβοι, οι αγωνίες, οι ίδιες οι ζωές, εν κατακλείδι, έχει τα σταθερά του σημεία. Μάλλον έχει τουλάχιστον ένα σταθερό σημείο, όπως την επιγραφή έξω από τα Δικαστήρια, όπου γενικώς δεν έχει σήμα, κι αυτή υψώνεται δίπλα στους κάδους απορριμμάτων, υποδεικνύοντας το σημείο όπου έχει σήμα, γράφοντας: ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ.

Πού είναι το σωστό σημείο; Σημείο στο χώρο; Σημείο στο χρόνο; Σημείο στη ζωή; Μέγιστο; Ελάχιστο; Στάσιμο; Κρίσιμο; Σημείο καμπής; Ή μήπως "σημείο αμφιβολίας", όπως λέει ο φίλος μου ο Δ., εννοώντας τα σημεία της διαδρομής όπου η πυκνή βλάστηση ή ένας ψηλός φράχτης διακόπτει την πορεία του. "Ο δορυφόρος εδώ, κανονικά, δείχνει μονοπάτι"... Κι όμως. Ο πανδαμάτωρ... Όλα τα αλλάζει. Τη φύση, τους ανθρώπους, τις ιδέες και, σίγουρα, τα δεδομένα. Γι' αυτό τα δεδομένα, οι ενδείξεις, οι πληροφορίες, συχνά διαψεύδονται στην πράξη, πιο εύκολα από ό,τι οι επιθυμίες και τα συναισθήματα. Ή μάλλον προηγείται η δική τους διάψευση από τη διάψευση των επιθυμιών και των συναισθημάτων. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο, μπροστά στη (μικρή ή μεγάλη) διάψευση, είναι που πρέπει να σκεφτούμε γρήγορα και να πάρουμε αποφάσεις. Στο βουνό αυτό γίνεται. Αποφασίζουμε την πορεία που θα ακολουθήσουμε και την ακολουθούμε. Ενδεχομένως, στο τέλος να έχουμε κάποιες μικροεκδορές ή και κάπως μεγαλύτερες, να ματώσουμε και λίγο, αλλά γίνεται. Και στις ελάχιστες φορές που δεν γίνεται καλείς βοήθεια. Κι αν δεν έρθει κανείς, τότε μπορεί και να πεθάνεις αβοήθητος.

Αλλά στη ζωή τι γίνεται; Είναι βουνό η ζωή; Έχει ανηφόρα, κατηφόρα, ευθεία;  Ή μήπως είναι ένα ... βουνό από αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε; Για τον Αντώνη μοιάζει σαν τέτοιο. Κι αυτό τον καθιστά πολύ ανθρώπινο, εν τελεί, πολύ πειστικό, πολύ αποδεκτό, πολύ ... αντι-ήρωα!

"[...] η λήψη αποφάσεων δεν είναι το δυνατό μου σημείο και είμαι πολύ καλύτερος στο να περιμένω απλά να μου συμβούν οι αποφάσεις των άλλων" (σελ 265).

Ακούγεται  ίσως μοιρολατρικό, αλλά κυρίως είναι θέμα επίγνωσης της κατάστασης, επίγνωσης της ίδιας της ζωής ενός ανθρώπου, που εκτός από τον εαυτό του έχει να αποφασίζει για τους γονείς, για τον αδερφό, για τη δουλειά, για τη μοναξιά... 

Άλλωστε, η "μη λήψη απόφασης" είναι κι αυτή μια απόφαση, ειδικά όταν ένα ζήτημα είναι διαχρονικό, μεγάλο και αφορά περισσότερους από έναν ανθρώπους (υπάρχει ζήτημα που να μην αφορά περισσότερους από έναν, άραγε;)! 

Επομένως, η μη λήψη απόφασης μπορεί σε βάθος χρόνο να φανεί σοφότερη κι από την πιο σοφή απόφαση.

Δεν είμαι τριανταπέντε, εδώ και είκοσι δύο χρόνια (προς το παρόν τουλάχιστον, αφού το είκοσι δύο δεν θα παραμείνει σταθερό), δεν είμαι δικηγόρος και για πολλούς λόγους δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω, δεν ανήκω σ' αυτό που λέμε "χαμένη γενιά", εννοώντας τη γενιά του γιού μου, αλλά παρόλα αυτά με τον Αντώνη ταυτίστηκα, επειδή ο εσωτερικός του μονόλογος, η ενδόμυχη συνεχής αμφισβήτηση των επιλογών (των δικών του και των άλλων, ειδικά των γονιών του και των δύο πρώην συντρόφων του), η κριτική του ματιά και η αδυναμία του να πάρει με απόλυτη βεβαιότητα μια απόφαση είναι δείγμα σοβαρότητας και όχι το αντίθετο.

----------------------------------------------------

"Εκεί που ζούμε", λοιπόν...

Το ερώτημα είναι "πού ζούμε;".  Πού ζούμε; 

Μάλλον κάπου μεταξύ βεβαιότητας και αβεβαιότητας...


Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Μια οργισμένη εξανάσταση!

Ματιές και Τόποι: «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν»

“…στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος με το χώρο που παραχωρούν στους νεκρούς σ’ αυτόν τον κόσμο. Συναντάμε παντού αμέτρητα τεράστια νεκροταφεία. Οι τάφοι στην πόλη του Καΐρου κατέχουν περισσότερο χώρο από όσο τα σπίτια. Σ’ εμάς αντίθετα η γη κοστίζει ακριβά και οι νεκροί δεν αξίζουν πια τίποτε. Τους στοιβάζουμε, τους στριμώχνουμε τον έναν δίπλα στον άλλο, τον ένα πάνω στον άλλο, σε μια γωνίτσα έξω από την πόλη, στα προάστια, μέσα σε τέσσερις τοίχους. Οι μαρμάρινες πλάκες και οι ξύλινοι σταυροί καλύπτουν γενιές θαμμένες εκεί, εδώ και αιώνες. Στην είσοδο των πόλεων ένα λίπασμα από νεκρούς. Τους προσφέρουμε μόνο όσο χρόνο χρειάζονται για να χάσουν τη μορφή τους μέσα στη γη, την οποία έχει ήδη λιπάνει η προηγούμενη ανθρώπινη σήψη, το χρόνο που χρειάζεται να αναμιχθεί η σάρκα που αποσυντίθεται με το νεκρικό χώμα. Έπειτα, καθώς καταφτάνουν ασταμάτητα καινούριοι και καλλιεργούμε τα γειτονικά χωράφια με λαχανικά για τους ζωντανούς, σκάβουμε με τις αξίνες το ανθρωποφάγο αυτό έδαφος και ξεχώνουμε τα κόκαλα που συναντάμε, κεφάλια, χέρια, πόδια, πλευρά, αρσενικά, θηλυκά, παιδικά, που έχουν ξεχαστεί κι έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους. Τα πετάμε ανάκατα σε ένα λάκκο και προσφέρουμε στους καινούριους νεκρούς, σ’ αυτούς που ακόμη θυμόμαστε το όνομά τους, το χώρο που κλέψαμε από τους άλλους που κανείς δεν γνωρίζει πια, αυτούς που ξανακέρδισε το μηδέν, επειδή στις πολιτισμένες κοινωνίες πρέπει κανείς να είναι οικονόμος.» 

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γκυ ντε Μωπασάν, «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν», από τη σειρά «ΜΑΤΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΙ», των εκδόσεων Καστανιώτη, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Σκλαβούνου, που κυκλοφόρησε το 1997.  
Το βιβλίο έπεσε τυχαία στα χέρια μου χθες το πρωί, όταν επισκέφτηκα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη «Ευγενία Κλειδαρά», αναζητώντας ένα σύντομο και τερπνό μυθιστόρημα για το καυτό Σαββατοκύριακο. Δανείστηκα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, τον Γητευτή, που περιμένει ακόμη να το ανοίξω, καθώς η γλαφυρή περιγραφή του Μωπασάν με έχει καθηλώσει. Το ταξίδι από την Τύνιδα στο Καϊρουάν που περιγράφεται στις 152 σελίδες του μικρού αυτού οδοιπορικού, προέκυψε όταν τον συγγραφέα κατέκλυσε μια αίσθηση ματαιότητας, καθώς καθόταν στο παράθυρο του σπιτιού του στο Παρίσι και παρατηρούσε την οικογένεια των απέναντι που έμεναν στο ίδιο σπίτι επί δεκαοκτώ χρόνια. Θλιβεροί, μονότονοι, σχεδόν νεκροί, επαναλαμβανόμενοι. «Βλάκες», λέει ο Μωπασάν.

«Τόσο σύντομη, τόσο μακρόχρονη η ζωή, είναι φορές που γίνεται ανυπόφορη. Ξεδιπλώνεται, η ίδια πάντοτε, με το θάνατο να παραμονεύει στο τέρμα. Δεν μπορούμε μήτε να τη σταματήσουμε, μήτε να την αλλάξουμε, δεν μπορούμε καν να την καταλάβουμε. Και συχνά μπροστά στην αδυναμία της προσπάθειάς μας, μια οργισμένη εξανάσταστη μας κυριεύει. Ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν σκεφτόμαστε, ό,τι κι αν επιχειρήσουμε, θα πεθάνουμε…»

Με αυτά τα λόγια ξεκινά το βιβλίο του ο Γκυ ντε Μωπασάν που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1850 και συναναστράφηκε όλα τα μεγάλα πνεύματα της εποχής του. Το μεγάλο έργο που άφησε πίσω του τον καταξίωσε στην ιστορία της Λογοτεχνίας.

Στο βιβλίο που διαβάζω, σε όλο το πρώτο κεφάλαιο ο Μωπασάν παραθέτει το κίνητρο του για το ταξίδι στη Βόρεια Αφρική. Από το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Από το Αλγέρι στην Τύνιδα», κι ύστερα αρκείται στην περιγραφή των τόπων και των ανθρώπων, δίνοντας αναλυτικές πληροφορίες για τους Άραβες και τις συνήθειές τους, όπως τις παρατηρεί μετακινούμενος με δυσκολία στην όχι και τόσο φιλόξενη περιοχή. 
Συχνά πυκνά συγκρίνει, όπως και στο απόσπασμα που έχω παραθέσει στην αρχή, τη διαφορά Ευρωπαίων και Αράβων και ενίοτε τάσσεται υπέρ των δεύτερων. 
Το όλο ανάγνωσμα, αν συνδυαστεί μάλιστα με το κεφάλαιο «Η Αλγερινή Επανάσταση» από το βιβλίο «Επαναστατικά και Απελευθερωτικά Κινήματα» του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη, από τις εκδόσεις του «Εικοστού Πρώτου», δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που παραμένουν στο κεφάλι μου ανοιχτά, καθώς προσπαθώ να καταλάβω, έστω και λίγο, ποιες μακρόχρονες παραδόσεις διαμορφώνουν τη στάση και τη συμπεριφορά των αραβόφωνων φίλων και αγαπημένων μαθητών μου. 
Τώρα, βέβαια, θα μπορούσε να μου πει κανείς πως είναι λάθος μια οποιαδήποτε γενίκευση και θα συμφωνήσω.  Επίσης, θα μπορούσε να μου πει πως δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα μια τέτοιου τύπου, ας την πω, ιστορική διερεύνηση. Σωστό κι αυτό. 
Από την άλλη όμως, πώς θα μπορέσω να κατανοήσω τα ζητήματα που έχουν παρεισφρήσει στην καθημερινότητά μου και απασχολούν επισταμένως τη σκέψη μου; 
Νέοι τόποι, νέοι ορίζοντες, νέοι άνθρωποι και μια περίεργη ώθηση κατανόησης του ξένου, του μακρινού, που είναι δίπλα μου και, ενώ σταδιακά γίνεται οικείο, διατηρεί άσβεστη τη μυστηριακή του προέλευση. Πρόκειται για ένα ταξίδι «αναζήτησης».
Άλλωστε, όπως λέει ο Μωπασάν:

«Το ταξίδι είναι σαν μια διέξοδος, για να βγούμε από τη γνωστή πραγματικότητα και να περάσουμε σε μια ανεξερεύνητη πραγματικότητα που μοιάζει με όνειρο.»
(Το ταξίδι που κάνουμε από επιλογή, προφανώς εννοεί…)

Κι εγώ, σχεδόν έναν χρόνο τώρα, ταξιδεύω κι αγγίζω την ανεξερεύνητη πραγματικότητα… Μια από όλες τις πραγματικότητες που ανοίγονται γύρω μου. 
Και η περιέργειά μου με ωθεί, ολοένα με ωθεί, να μάθω το «γιατί;». 
Αυτό το πνιγμένο σε δάκρυα που δεν κύλησαν «γιατί;», αυτό που μένει μετέωρο στο υγρό, σκούρο μα και τόσο φωτεινό συνάμα, βλέμμα των Αράβων μαθητών μου…

Στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος…
Και στη Δύση, επίσης!
Στη Δύση, αυτήν την πολιτισμένη κοινωνία...

Άντε, καλό μήνα!