Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2020

Εσύ, τελικά, σε ποια ομάδα ανήκεις, στην Α ή στη Β;

Μια προσπάθεια διάκρισης μεταξύ της ομάδας -ας την πω- Α και της ομάδας -ας την πω- Β : 

"[...]φέρνει στο νου την εικόνα δύο ομάδων που στέκονται μακριά η μία από την άλλη στις όχθες μιας λίμνης, όλοι τους φοράνε μαγιό. Κοιτάζουν προς την άλλη πλευρά της λίμνης, σκεπτόμενοι προφανώς να κολυμπήσουν προς τα εκεί. Τι υπάρχει στην άλλη πλευρά; Η απάντηση είναι ασαφής. Γνώση; Κίνδυνος; Απλά μια άλλη ακτή;

Ένας ένας οι άνθρωποι της πρώτης ομάδας μπαίνουν στο νερό. Κάποιοι χτυπάνε το νερό σαν τους σκύλους και το μόνο που κατορθώνουν είναι να μένουν στην ίδια θέση. Άλλοι προχωρούν αργά, με αδέξιες απλωτές. Ένας δύο πνίγονται. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κάνουν γρήγορη πρόοδο με σίγουρες απλωτές και φτάνουν στην άλλη πλευρά.

Οι άνθρωποι στη δεύτερη ομάδα στέκονται στην ακτή, κάποιοι κοιτάζουν το έδαφος, κάποιοι κοιτάζουν πίσω τους και μερικοί προς την απέναντι ακτή, παρατηρώντας την πρόοδο της πρώτης ομάδας. Αρχίζουν να διαφωνούν μεταξύ τους. Τι σημαίνει κολύμβηση; Αναλύουν το ρήμα "κολυμπώ". Συζητούν τι (ή ποιος) σημαίνεται αν ένα υποκείμενο αποφασίσει να αρχίσει την κολυμβητική δραστηριότητα."

Απόσπασμα από το βιβλίο του Stephen Trombrey "Σύντομη ιστορία της δυτικής σκέψης", σε μετάφραση Γιώργου Μαραγκού, σε δεύτερη έκδοσή του, από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

Το απόσπασμα βρίσκεται λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου. Έφτασα στο τέλος καταβάλλοντας αρκετή προσπάθεια. Η σύντομη ιστορία της Δυτικής σκέψης παρουσιάζεται όντως σύντομα, πλην είναι εκτενής, καθώς ξεκινάει από την αρχαία Ελλάδα και φτάνει στις μέρες μας. Παρουσιάζονται μια πλειάδα φιλοσόφων, κυρίως, που είτε αλληλοκαλύπτονται είτε αντικρούονται είτε μερικώς αλληλοκαλύπτονται και μερικώς αντικρούονται. Συχνά χρησιμοποιώντας διαφορετικούς όρους μιλούν για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Επίσης, πολλοί Μαθηματικοί που τους γνωρίζω από την Ιστορία  (σύντομη και μη) των Μαθηματικών παρουσιάζονται στο βιβλίο ως αμιγώς φιλόσοφοι, αφού η φιλοσοφία πρωτίστως -σύμφωνα με τον Τρόμπλεϊ - είναι που έχει διαμορφώσει τη σύγχρονη σκέψη.

Ο συγγραφέας καταρρίπτει τον ισχυρισμό του Στίβεν Χόκινγκ πως η φιλοσοφία είναι νεκρή. Επιχειρηματολογεί στο τέλος του βιβλίου, αφού έχει παρουσιάσει  "ένα απόσταγμα της ιστορίας της διανόησης που καλύπτει δυόμισι χιλιετίες", για την χρησιμότητα της φιλοσοφίας στις μέρες μας. Και μας πείθει. Εμένα, τουλάχιστον, με έπεισε. Αλλά ο στόχος μου αυτή τη στιγμή δεν είναι να πείσω με τη σειρά μου τους τυχόν αναγνώστες του κειμένου για τη χρησιμότητα ή μη της φιλοσοφίας. Στόχος μου είναι να προβληματίσω θέτοντας το ερώτημα που προκύπτει από το απόσπασμα που αντέγραψα.  

Σ' αυτό το σημείο, ίσως, με αντέκρουε κάποιος λέγοντας πως το απόσπασμα μιλάει  για ομάδες φιλοσόφων. Κι εγώ θα απαντούσα: Ναι, σωστά.  Αναφέρεται στις δύο αντικρουόμενες βασικές ομάδες φιλοσόφων, αλλά δεν αποκαλύπτω πώς λέγονται, επειδή έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κάποιος το βιβλίο υπομονετικά, να μελετήσει τις σημαντικότερες ιδέες Δυτικών διανοητών, που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια της εξέλιξης της ανθρωπότητας, και να φτάσει στο σημείο της διάκρισης των δύο ομάδων μέσω της αναλογίας με τους κολυμβητές στις όχθες της λίμνης. Και, επειδή όπως ισχυρίζεται ο Καρλ Πόπερ στο βιβλίο του με τίτλο "Όλοι οι άνθρωποι είναι φιλόσοφοι", εσύ, εγώ και όλοι μας είμαστε - κατά κάποιον τρόπο- φιλόσοφοι, μένει να σκεφτούμε σοβαρά, πριν κατατάξουμε τον εαυτό μας σε μια από τις δύο ομάδες...

Ας φανταστούμε, λοιπόν, πως βρισκόμαστε στις όχθες μιας -κατά προτίμηση- άγνωστης λίμνης και φοράμε μαγιό. Τι σκέφτεστε να κάνετε;  Θα βουτήξετε, ρισκάροντας με ό,τι αυτό συνεπάγεται ή θα την αράξετε στην όχθη και θα κλίνετε συνοφρυωμένοι το ρήμα "κολυμπώ"...

Είμαι σίγουρη πως εσύ, ναι εσύ, εσύ, καταλαβαίνεις πολύ καλά τι εννοώ!

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

Χαραγμένα σε πηλό

"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αιώνα π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

Θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να δώσουμε διάφορες απαντήσεις, καθώς οι τόποι που αναφέρονται υπήρξαν κομβικοί στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης, τόποι λαμπροί! Αν και, δυστυχώς, προσφάτως  έγιναν τόποι θλίψης, πικρίας, αιματοκυλήσματος, ακραίου φανατισμού, έγιναν τόποι ντροπής. 

Θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να απαντήσουμε εστιάζοντας στο παρελθόν ή στο παρόν. Στο καλό ή στο κακό. Στην αίγλη, για παράδειγμα, που δίνουν στο ανθρώπινο είδος επιτεύγματα όπως η επινόηση της γραφής και η καθιέρωση της επιστημονικής σκέψης! Ή στην αισχύνη, για αντιπαράδειγμα, που απορρέει απ' τις ακρότητες που υπαγορεύει ο πλουτισμός, ο ιμπεριαλισμός και ο φονταμενταλισμός.

Θα μπορούσαμε... Αρκεί να μας είχε θέσει κάποιος το ερώτημα, που έθεσαν οι αγαπημένες φίλες, Ρένα Κύρκα και η Χρυσούλα Βαρδαλή! Μαθηματικός η πρώτη, φιλόλογος η δεύτερη, συνάδελφοι στο σχολείο και φίλες στη ζωή, συνεργάστηκαν για χρόνια στο συντονισμό της Λέσχης Ανάγνωσης που ίδρυσαν και λειτούργησαν στο σχολείο τους, εμπλέκοντας τους μαθητές και τις μαθήτριές τους σε ποικίλες δράσεις, με στόχο τη φιλαναγνωσία, τη γνώση, την παιδεία και, αναμφιβόλως, τη φιλία, διαβάζοντας μαζί τους πλείστα βιβλία και ειδικά του είδους που αποκαλούμε "Μαθηματική Λογοτεχνία"!


"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αι. π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

Το ερώτημα που διατύπωσαν οι δυο τους απαντήθηκε, περίτεχνα, από τις ίδιες στο βιβλίο "Χαραγμένα σε πηλό" που κυκλοφόρησε μόλις, από τις εκδόσεις "πηγή" και φέρει τη δική τους υπογραφή! Δύο φίλες, δύο συνεργάτες, δύο εκπαιδευτικοί!  Άντλησαν υλικό από τη Βαβυλώνα, τον Ευφράτη, το Αρτεμίσιο, την Πριήνη, τη Μίλητο, τη Σάμο, την Παλμύρα, τη Δαμασκό, το Χαλέπι κι έφτασαν στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη για τις ανάγκες του μύθου που επινόησαν. 
Για να πούμε, βέβαια, τα πράγματα όπως έχουν θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως δεν είναι ένας ο μύθος, αλλά δυο. "Ο φίλος του Θαλή", από τη Ρένα Κύρκα και "Για το θησαυρό της Παλμύρας" από τη Χρυσούλα Βαρδαλή, δύο μύθοι διακριτοί, που κι ο καθένας από μόνος του θα μπορούσε να σταθεί, αλλά οι φίλες τους συνέδεσαν μαζί.

Χωρίς να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες, για να μη μετριάσω την απόλαυση των αναγνωστών, θα αναφέρω, εν συντομία, τι αποκόμισα από την κάθε ιστορία, αλλά και τι κοινό στο τότε και στο τώρα κατάφερα να βρω.

Το τότε είναι λίγο μετά τον θάνατο του Θαλή του Μιλήσιου. Ξεκινά στη Βαβυλώνα με τον έμπορο Λαλίγια, που τον συνέδεε μακρά φιλία με τον Μιλήσιο φιλόσοφο, και φτάνει μέχρι και τη Σάμο, στη σχολή του Πυθαγόρα. Ένα ταξίδι μακρύ, μιας μικρής ομάδας ανθρώπων που αφήνουν πίσω πατρίδα κι οικογένειες, ή πιο σωστά, αφήνουν πίσω ό,τι είχε απομείνει από τις οικογένειες, για να φτάσουν σε μέρη ασφαλή, μακριά από τον κίνδυνο των Περσών που κατακτούν τη μια μετά την άλλη τις πόλεις, αφήνοντας στις θέσεις τους αποκαΐδια. Οι πήλινες πινακίδες, με τη σφηνοειδή γραφή και το Βαβυλωνιακό σύστημα αρίθμησης, παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία, καθώς γίνονται αφορμή να ανθίσει ο έρωτας του Ουμπάρ και της Μπελίτ. Και φυσικά η συγγραφέας-μαθηματικός δεν περιορίζεται εκεί, δράττεται της ευκαιρίας να μιλήσει για τα "μαθηματικο - φιλοσοφικά" επιτεύγματα του Θαλή, του Πυθαγόρα και άλλων, χρησιμοποιώντάς τα ως δομικά υλικά της αφήγησης. Από την άλλη, οι Βαβυλώνιοι συνοδοί του έμπορου Λαλίγια κι άλλοι ακόμη, που στο διάβα τους οι πρώτοι συναντούν, γίνονται φίλοι κι όλοι μαζί πορεύονται, αναζητώντας λύση κι εκείνοι στα δεινά τους. 

Η Ρένα Κύρκα, με ένα λόγο πεζό-"έμμετρο", κινείται από τον όλεθρο της στάχτης που αφήνει πίσω του ο σώμα με σώμα πόλεμος, στους ναούς με το λευκό μαρμάρινο φως και τη θεϊκή γαλήνη. Αλλάζει σκηνικό, κρατώντας αναλλοίωτη τη δύναμη του έρωτα κι εκείνη της φιλίας, που απαιτεί αφοσίωση, όπως αυτή που δείχνει ο Λαλίγια στον φίλο του, τον Θαλή. Με τα λόγια του τελευταίου χαράσσεται η πήλινη πινακίδα, που εμφανίζεται στο τέλος της πρώτης ιστορίας... 

Αυτή η πήλινη πινακίδα, εμφανίζεται στην αρχή της δεύτερης ιστορίας, όπου είναι η σειρά της Χρυσούλας Βαρδαλή να πιάσει το γαϊτανάκι της αφήγησης. Ξεκινάει στη Σάμο του 2015, σε μια μικρή πορτοκαλί σκηνή, από όπου βγαίνει μια νεαρή πρόσφυγας που έφτασε με βάρκα από την Τουρκία... Η Δάφνη, φτάνει στην Ελλάδα, όπως χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες, αλλά έχει έρθει με ειδική αποστολή. Διασχίζει κι αυτή μια διαδρομή ανάλογη με εκείνη του Λαλίγια, ξεκινώντας όχι από τη Βαβυλώνα, αλλά από τη Μααλούλα, ένα παλιό αραμαϊκό χωριό της νότιας Συρίας, αναζητώντας έναν σύγχρονο Θαλή, τον Θαλή Πολίτη, έναν αρχαιολόγο από την Αθήνα, σταλμένη απ' τον καθηγητή της Σαλέχ αλ Χαμπίμπ, κουβαλώντας την πολύτιμη πήλινη πινακίδα!

Η πινακίδα, επομένως, είναι το πρόσχημα! Η πινακίδα, που ευφυώς επινόησαν οι συγγραφείς του βιβλίου είναι ο συνδετικός κρίκος των δύο ιστοριών και ταυτόχρονα είναι ο μίτος της αφήγησης της δεύτερης ιστορίας. Οι δύο φίλες εξάρουν τη φιλία, την αγάπη, την αφοσίωση, επιλέγοντας το αιματοβαμμένο σκηνικό του πολέμου. Διεγείρουν τις αισθήσεις μας με τη διάχυτη μυρωδιά της καμένης σάρκας, από τους παλιούς και τους σύγχρονους πολέμους, στη Μέση Ανατολή, με τα ακρωτηριασμένα σώματα, με τις βομβαρδισμένες πόλεις, τα χαλάσματα, την έλλειψη των βασικών πόρων επιβίωσης... Στον πηρύνα και των δύο ιστοριών βρίσκεται η προσφυγιά, τότε και τώρα, το ίδιο σκληρή, το ίδιο παράλογη, το ίδιο τρομαχτική, το ίδιο επικίνδυνη, ένας δρόμος μακρύς στην ιστορία της ανθρωπότητας...

"Δρόμο μακρύ κινήσαμε", συνέχισε η Τζεμέτι, "που επιστροφή δεν ξέρω αν έχει, και είναι φορές που φόβο νιώθω μέσα μου, μην είμαστε σαν δέντρα που ξεριζώθηκαν και δύσκολα σε νέα χώματα ρίζες βαθιές απλώνουν".  (σελ. 77, "Ο φίλος του Θαλή")

"Φεύγοντας (η Δάφνη) από την πατρίδα, ήταν γεμάτη θυμό για τη χαμένη της ζωή. Θα μπορούσε να κάνει τα πάντα για να την κερδίσει ξανά, αν της το ζητούσε κάποιος. Ήταν έτοιμη να θυσιαστεί για να εκδικηθεί για τη δυστυχία της. Στη συνέχεια όμως όλα άλλαξαν. Σιγά σιγά. Η απόγνωση έγινε συνήθεια και η συνήθεια ζωή. [...] Στα κέντρα προσφύγων που βρέθηκε, νοιάζονταν όλο και περισσότερο για το κρεβάτι, το φαγητό, την ασφάλεια που θα έβρισκε". (σελ. 232, "Για το θησαυρό της Παλμύρας")

"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αιώνα π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

"Η πήλινη πινακίδα με τις ρήσεις του Θαλή, που επινόησαν οι δύο φίλες" - στο πλαίσιο του βιβλίου - είναι απάντηση σωστή!

"Ο όλεθρος του πολέμου, η συμφορά της προσφυγιάς", που διαχρονικά βιώνει η ανθρωπότητα, είναι μια απάντηση, εξίσου σωστή... 

Κι ένα βιβλίο που το αποδεικνύει  από τον πολύ τον κόσμο πρέπει να διαβαστεί.

---------------------------------------------------------------------------

Για την ιδιαίτερη γραφή των κειμένων, ως μη ειδική δεν θα μιλήσω, παρά μονάχα αυτό θα πω: αυθόρμητα εντόπισα ομοιότητες και διαφορές του λόγου, όπως αυτός εκφέρεται από τη φιλόλογο κι από τη μαθηματικό...Ήταν κομμάτι της αναγνωστικής απόλαυσης ακόμη και αυτό... :) 



Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

"Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος"

 

Χθες διάβασα το βιβλίο του Ίαν Ριντ, "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος", σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη εδώ και  τρεις μήνες, αλλά πολλοί το γνωρίζουν ήδη από την ομώνυμη ταινία του Charlie Kaufman, παραγωγή Netflix.

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής τα "ψυχολογικά θρίλερ" δεν είναι πρώτη μου επιλογή ούτε ως ταινίες ούτε ως βιβλία, γι' αυτό δεν έχω δει την ταινία του Κάουφμαν.  Ωστόσο, ο τρόπος που το συγκεκριμένο βιβλίο έφτασε στα χέρια μου είναι αποτέλεσμα μιας σειράς συμπτώσεων που χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καμβά για ένα αφήγημα με χαρακτηριστικά ψυχολογικού θρίλερ, αν εξαιρέσουμε ότι η ιστορία είχε ένα πολύ αίσιο τέλος, για το οποίο ευχαριστώ θερμά την Σ.Ε. και τις εκδόσεις Πατάκη!

Χθες, λοιπόν, διάβασα -σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο- το βιβλίο του Ίαν Ριντ, το πρώτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου Καναδού συγγραφέα, για το οποίο στο οπισθόφυλλο γράφει:

"Ο Ίαν Ριντ συνδυάζει την αγωνία με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τον τρόμο...μια ιστορία ανατροπών με πολλαπλές ερμηνείες"     Publishers Weekly. 

"Απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα"    The Globe and Mail

Και, πράγματι, η φιλοσοφική διάσταση είναι ρητή με αναφορά στον Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ. 

"Το νόημα της ύπαρξής μου συνίσταται στο γεγονός ότι η ζωή μού έχει θέσει ένα ερώτημα. Ή, αντίστροφα, ότι συνιστώ ένα ερώτημα που απευθύνεται στον κόσμο κι εγώ οφείλω να γνωστοποιήσω την απάντηση μου, αλλιώς εξαρτώμαι από την απάντηση του κόσμου".

Ήδη από τη σελίδα 57 του βιβλίου προοικονομείται η αγωνία του ατόμου για τον αυτοπροσδιορισμό και ο φόβος του για τον ετεροπροσδιορισμό! Από την αρχή διατυπώνονται μια σειρά από υπαρξιακά ερωτήματα, με κυρίαρχο αυτό της μοναξιάς, που πηγάζει από τη δυσκολία προσέγγισης και κατανόησης ενός άλλου ανθρώπου! Τονίζεται κατ' επανάληψη πως εξίσου δύσκολη είναι η γνωριμία του ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνει το ερώτημα: τι συνιστά τον "εαυτό"; Μήπως ο  εαυτός ένα κι αυτός ένα ερώτημα; Ή μήπως είναι μια σειρά ερωτημάτων, τόσων όσα  είναι και οι "φωνές" που κουβαλάει ο καθένας μέσα του; 

Αυτό το πιστεύω κι εγώ, στην καλύτερη του εκδοχή όμως, ή τουλάχιστον στην φαινομενικά πιο ... ισορροπημένη. Πιστεύω ότι ο καθένας μας έχει τουλάχιστον δύο φωνές, αυτή που του υπαγορεύουν τα πρέπει του και αυτήν που του υπαγορεύουν τα θέλω του. Όταν δεν έρχονται σε συμφωνία το αποτέλεσμα είναι μια πλειάδα φαινομενικά παράλογων πράξεων...                         [Αυτό το θέμα πραγματεύεται άριστα ο Αλαίν ντε Μποττόν στο βιβλίο του "Το χρονικό του έρωτα", που διάβασα αμέσως πριν από το βιβλίο τον Ριντ, και παρόλο που μου άρεσε πολύ δεν έχω γράψει ακόμη κάτι σχετικό... Ελπίζω να βρω χρόνο να το κάνω... ]

Στο μυαλό του ήρωα του Ριντ οι φωνές δεν είναι δύο, είναι πολλές, είναι ο κατακερματισμένος εαυτός,  τα πολλά εσωτερικά πρόσωπα, μια σειρά ερωταποκρίσεων που διατυπώνονται σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης, αλλά αντί να επιφέρουν την ψυχική ισορροπία, γεννούν καινούρια ερωτήματα και νέες επινοημένες απαντήσεις... Η επινόηση και τα γεγονότα, σε όλη την ιστορία δεν διαφέρουν σε τίποτα. Αντιθέτως, γίνεται σαφής η ηθελημένη ταύτιση: "Όλες οι ιστορίες είναι επινοημένες. Ακόμα και όσες συνέβησαν", γράφει... 

Δεν θα πω περισσότερα για την ιστορία, για να αποφύγω το spoiling. Θα κάνω όμως δύο σχόλια, ένα υπό το πρίσμα της αναγνώστριας,  ένα υπό τη μόνιμη αγωνία της εν ενεργεία εκπαιδευτικού.

Όσο διάβαζα το βιβλίο, που έχει μια κυριολεκτικά γριφώδη γραφή, (και πώς θα χαρακτηριζόταν "θρίλερ", αν δεν την είχε;) έβαζα στοιχήματα με τον εαυτό μου για το "ποιος είναι ποιος" και κατά κάποιον τρόπο η διαδικασία αυτή, του εσωτερικού μου διαλόγου δηλαδή, έστω και στο επίπεδο αυτών των αθώων στοιχημάτων, πέτυχε μέσα μου, ως ένα βαθμό, την "πολυφωνία" που ο Ριντ προσπαθούσε να αποδώσει. Όμως απ' την "ανοιχτή συζήτηση" με το ανάγνωσμα, από τον εσωτερικό διάλογο που αυτό προκαλεί, είναι που απορρέει αυτό που ο Ρόλαντ Μπαρτ έχει χαρακτηρίσει ως "απόλαυση του κειμένου", οπότε, ναι, είναι ένα "απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα", όπως έγραψε το Publishers Weekly.

Εκείνο όμως στο οποίο θα σταθώ και θα προβληματιστώ, ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός, είναι το σχολείο. Το Σχολείο! Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο, γνωρίζουμε ήδη ότι ο εφιάλτης ξεκινά όταν εκείνη καταλήγει αποκλεισμένη σε ένα έρημο σχολείο από όπου προσπαθεί να ξεφύγει. Εκείνη βρίσκεται σε Σ Χ Ο Λ Ε Ι Ο!  Δεν βρίσκεται κλεισμένη σε ένα, ας πούμε, νοσοκομείο ή ένα πολυκατάστημα, ή ένα σκοτεινό πάρκινγ ή μια λαμβυρινθώδη συνοικία... Βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σχολείο, απομακρυσμένο από κάθε κατοικημένη περιοχή, εγκατελειμμένο, ερημωμένο, σχεδόν σκουριασμένο. 

Μεταφορικά η περιγραφή ταιριάζει με αυτό που είναι σήμερα το δικό μας σχολείο! Αποκομμένο εντελώς από την κοινωνία, απαρχαιωμένο, στοιχειωμένο, κολλημένο σχεδόν στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, τότε που τα σχολεία οργανώθηκαν με ένα βασικό σκοπό: την "παραγωγή" λειτουργικών και αποδοτικών εργατών.  Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ο Ριντ επέλεξε να εγκλωβίσει την αφηγήτρια του σε ένα εγκατελειμμένο, χαοτικό, σχολείο, ακριβώς για να τονίσει πως ο "εσωτερικός κατακερματισμός" ξεκινά από κει. Ο ήρωας, η ηρωίδα, εγώ, εσύ, αυτός, αυτή, έχει καλή επίδοση στα Μαθηματικά αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. 

Μπορεί για τον αναγνώστη που αγαπάει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος τα σχόλια αυτού του τύπου να περνούν απαρατήρητα, καθώς όλη η αγωνία κορυφώνεται από την κομμένη ανάσα κι από την καρδιά που πάει να σπάσει στα οποία ο Ριντ εμφατικά επανέρχεται. Τη δική μου προσοχή όμως την τράβηξε αυτό το συγκεκριμένο παράπονο: ήμουν καλός στα Μαθηματικά, αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. Πόσο θα ήθελα να ήμουν καλός στα Καλλιτεχνικά... 

Αυτό το παράπονο συνοψίζει τον σκοπό του σχολείου μας: καλλιέργεια της νόησης σε βάρος της αισθητικής καλλιέργειας. Μήπως αυτός ο στυγνός διαχωρισμός αποτελεί πηγή της "εσωτερικής κατάρρευσης" του σύγχρονου ανθρώπου; Ανεξάντλητο θέμα, που το αφήνουμε στην άκρη ή που προσπαθούμε να το ξεπεράσουμε με ... παγουρίνο, χάντρες και καθρεφτάκια... Παλιά δοκιμασμένη μέθοδος. Τείνω, όμως, να ξεφύγω από το βιβλίο, που το έχω ακόμη στα χέρια μου και διαβάζω ξανά και ξανά, (για να το πιστέψω), τις αναφορές στον επιστάτη του σχολείου...

"Οι κινήσεις του δεν ήταν γρήγορες. Το 'κάνε με το πάσο του. Μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί πώς οι τάξεις μας διατηρούνταν μονίμως καθαρές. Ερχόμασταν κάθε μέρα για μάθημα, παραμέναμε στην αίθουσα κι έπειτα φεύγαμε για το σπίτι, αφήνοντας πίσω μας ένα χάος. Την επομένη επιστρέφαμε και η αίθουσα ήταν καθαρή..." (σελ. 175-176)

"Είναι μέσα μόνος του, και εργάζεται. Ένας επιστάτης. Για να καθαρίσει ό,τι άφησαν πίσω τους τα παιδιά. Αυτό κάνει όλο το βράδυ, ενώ όλοι κοιμούνται. Καθαρίζει τις φραγμένες τουαλέτες. Τους σκουπιδοτενεκέδες. Τα πεταμένα φαγητά. Τα πατώματα, που τα κατουράνε για πλάκα τα αγόρια. Σκέψου το". (σελ. 181)

Σκέψου το! Σκεφτείτε το! Πού; Στον πολιτισμένο Καναδά! Σε μια χώρα πιο πάνω και από το "American Dream"! Τα αγόρια κατουράνε τα πατώματα για πλάκα...    (Το πρόβλημα αυτό το είχαμε σε δύο τουλάχιστον από τα πολλά σχολεία που έχω υπηρετήσει και μπορώ να πω ότι ήταν αυτά που θεωρώ τα δύο "καλύτερα")

Θα μπει ποτέ ένα τέλος;

Υπάρχει κανείς που θέλει να δώσει τέλος;

Υπάρχει κάποιος που μπορεί να δώσει τέλος;

Όχι αλληγορικά, όχι μεταφορικά,  ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ!

Ένα τέλος στην αθλιότητα που βιώνει η ανθρωπότητα, η εγκλωβισμένη σε μια  μικρή ντουλάπα (έχει σχέση με το βιβλίο), με την "Παιδεία" να αποτελεί μέρος της εξαθλίωσης, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στο μακρινό κι ονειρεμένο Καναδά και παντού στον πλανήτη γενικά...

Καλή αρχή στα σχολεία που άνοιξαν τις πόρτες τους σήμερα!


Υ.Γ. Η μοναξιά του ανθρώπου ξεκινάει από την οικογένεια και τρέφεται στο σχολείο...



Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

Μια υπόσχεση που δεν μπόρεσα να κρατήσω...


           
Διαβαίνοντας τη μπουκαπόρτα του πλοίου την Τρίτη το απομεσήμερο, ένιωθα στο πετσί μου, σαν προστατευτικό επίστρωμα, τις σκέψεις και τις ευχές αγαπημένων. «Να προσέχεις!», «Να το χαρείς!», «Να έχεις μια όμορφη και δημιουργική σχολική χρονιά!». «Η Λέσβος έχει πολύ καλή κουζίνα, να προσέχεις τα κιλά σου…». «Σε ζηλεύω…». «Πολύ θα ήθελα να ήμουν στη θέση σου!». «Είσαι πολύ τυχερή…»

         Είναι η δεύτερη χρονιά που, από επιλογή, φορτώνω το αυτοκίνητο με τα υπάρχοντά μου και φτάνω οδηγώντας στην Καβάλα κι από κει, με το πλοίο της γραμμής, στο νησί. Τα πλοία της γραμμής είναι σαν τους ανθρώπους. Απέξω λίγο πολύ όλα μοιάζουν. Κι όπως ανοίγουν οι άνθρωποι τα χέρια, άλλοι κυριολεκτικά κι άλλοι – οι πιο άτολμοι – στη φαντασία τους μονάχα, για να σε κλείσουν στην αγκαλιά τους κι από τη μια στιγμή στην άλλη να σε κάνουν άλλον άνθρωπο, οικείο, φίλο, αγαπημένο, εραστή, συνεργάτη, συνένοχο, έτσι ανοίγουν και τα πλοία τη μπουκαπόρτα τους κι από τη μια στιγμή στην άλλη σε κάνουν άλλον άνθρωπο. Σε κάνουν ταξιδιώτη, περιηγητή, αναζητητή ενός καινούριου κόσμου, ενός άλλου εαυτού. Κι όπως οι άνθρωποι έτσι και τα πλοία. Άλλα έχουν όμορφα σαλόνια, καθαρά, σε φιλοξενούν με φινέτσα κι ευγένεια και σου παρέχουν μιαν αίσθηση γαλήνης και οικειότητας όσο κρατάει το ταξίδι κι άλλα, πάλι, κακοφτιαγμένα και βρώμικα, με άβολα καθίσματα και θολά φινιστρίνια δεν σου αφήνουν περιθώρια να χαρείς τη θάλασσα και να μοιραστείς μαζί της την ελπίδα που η αέναη κίνησή της αποπνέει. Με ένα τέτοιο αφιλόξενο καράβι ήρθα την Τρίτη στο νησί. Κι ενώ είχα υποσχεθεί στην Κ., αλλά κυρίως στον εαυτό μου, πως εν πλω θα αφήσω τη σκέψη μου να αρμενίσει στον κυκεώνα των πώς και των γιατί που απασχολούν τις γυναίκες της ηλικίας μας και της «κοινωνικής μας τάξης» (αν υπάρχει τέτοια), δεν τήρησα το λόγο μου. Ίσως γιατί, όταν το ξανασκέφτηκα, με μεγαλύτερη σύνεση -όπως κάθε δεύτερη σκέψη στερούμενη της παρόρμησης που έχει η πρώτη- κατάλαβα πως δεν είναι δυνατόν να σκεφτώ για λογαριασμό άλλων γυναικών, ακόμη κι αν ταυτίζομαι σε πολλά μαζί τους. Η κάθε σκέψη που κάνω αφορά εμένα αποκλειστικά. Πηγάζει από τη λογική που διαθέτω, (ή απ’ αυτήν που στερούμαι), και από τα συναισθήματα που με κατακλύζουν. Το απειροσύνολο των αντιπαραθέσεων, των μαχών και των … φιλικών διακανονισμών μεταξύ της λογικής και των συναισθημάτων μου είναι που με ωθεί στην Α, στη Β, στη Γ επιλογή. Μερικές φορές η διαδικασία συντελείται ερήμην μου, με πιάνει στον ύπνο ή με αρπάζει από τα μαλλιά, ειδικά τις φορές που κινδυνεύω να πνιγώ σε μια παρανόηση. Φαντάζομαι πως το ίδιο ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Άλλοι λίγο άλλοι πολύ παλεύουμε με τα θέλω και τα πρέπει μας,  έχοντας μερικώς  ή ολικώς συνείδηση της αδυναμίας μας κι επίγνωση της δύναμής μας, ανεξάρτητα από το πολιτιστικό, το κοινωνικό ή το φυλετικό μας υπόβαθρο. Οι διαφορές μας δεν απορρέουν από αυτά, απορρέουν από το θάρρος, που μας διακρίνει. Μάλιστα. Απαιτείται θάρρος, πολύ θάρρος, να τα βάζει κάποιος με τον εαυτό του, να του πηγαίνει κόντρα, να τον βγάζει από την ασφάλεια, να τον αναγκάζει να βαδίσει καινούριους άγνωστους δρόμους, να τον φέρνει αντιμέτωπο με τους δράκους του, να τον συμφιλιώνει με τη μοναξιά του… Αυτό είναι που μας διαφοροποιεί: το θάρρος.  


        Ελλείψει θάρρους κι εγώ απέφυγα να κάνω σκέψεις σαν τις παραπάνω, εν πλω.  Προτίμησα να διαβάσω το βιβλίο του Σύριου συγγραφέα Χάλιντ Χαλίφα, «Ο θάνατος είναι ζόρικη δουλειά», που είχα αγοράσει μια μέρα πριν φύγω απ’ τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να το διαβάσω στο ταξίδι. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Χαλίφα, αν και θα έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα, καθώς η σύντομη, αλλά ουσιαστική, φιλία μου με τον K., το νεαρό Σύριο μαθητή μου, μου είχε κινήσει ένα γνήσιο ενδιαφέρον για τις εμπειρίες που είχε πριν εγκαταλείψει τη χώρα του, για να περάσει στην Τουρκία κι από κει με βάρκα, ακολουθώντας ένα αστέρι πάνω από το Αιγαίο που δεν ήξερε ούτε το όνομά του, να καταλήξει στην Ελλάδα. Ο Κ., ένας ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, άφησε πίσω του οικογένεια, όνειρα, όνομα, απόγνωση κι ήρθε σε μια νέα, άγνωστη, ήπειρο να στήσει μια ζωή απ’ την αρχή, να βρει στον ήλιο τη δική του μοίρα… Το βιβλίο του Χαλίφα, αν και μυθιστόρημα, ένιωσα ότι βοήθησε να καταλάβω κάπως την ιδιαίτερη συμπεριφορά και την εσωστρέφεια του, καθόλα ευγενικού και αξιαγάπητου, Σύριου φίλου μου Κ.. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα και σύντομα θα γράψω γι’ αυτό. Αλλά σήμερα το θέμα μου δεν είναι το βιβλίο του Χαλίφα, ούτε ο Κ., αλλά η υπόσχεση που έδωσα στην αγαπημένη Κ. να της γράψω ένα γράμμα και να της εξηγήσω... Μια υπόσχεση που, μάλλον απουσία θάρρους, τώρα δεν θα την τηρήσω! 

Αλλά, ποιος ξέρει; Ίσως στο μέλλον, σ’ ένα καράβι ιδανικό με πιο ξεκάθαρο μυαλό, να ξαναπροσπαθήσω!

 

        Μέχρι τότε εύχομαι να είμαστε καλά, απαλλαγμένοι από … ιό!

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2020

"Εκεί που ζούμε", του Χρίστου Κυθρεώτη

 Εναλλακτικός τίτλος: Μια μέρα με τον Αντώνη Σπετσιώτη

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ήρωας στο μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη, "Εκεί που ζούμε", που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη τον Νοέμβριο του 2019 και δεν έχω ιδέα πόσες εκδόσεις έχει κάνει από τότε, αλλά είμαι σίγουρη πως θα κάνει κι άλλες πολλές στο μέλλον.                                                                 

Έχω μπροστά μου ένα αντίτυπο του βιβλίου από την 4η έκδοση, που το δανείστηκα (και δεν έχω σκοπό να το επιστρέψω) από έναν φίλο (που ελπίζω, διαβάζοντας αυτά που θα γράψω, αν καταφέρω να γράψω αυτά που σκέφτομαι,  να φιλοτιμηθεί ή να συγκινηθεί και να μη μου ζητήσει το βιβλίο του πίσω...),  επειδή θέλω να το διαβάσω πάλι και, όταν θα το τελειώσω για δεύτερη φορά, θα θέλω να το διαβάσω πάλι. Μία προς μία τις 440 σελίδες από μια μέρα (και μια νύχτα) του Αντώνη Σπετσιώτη, που είναι "ένας τριανταπεντάχρονος νέος της χαμένης γενιάς", ή μήπως "ένας ακόμη ζαλισμένος άνθρωπος που τρέχει από δω κι από κει, [...], για να προλάβει να ξεμπλέξει ένα κουβάρι υποχρεώσεων που συνδέονται με τις ιδιότητες του ως επαγγελματία, ως γιου, ως φίλου και ως παλιού γνώριμου άλλων, εξίσου μπερδεμένων ανθρώπων;" (σελ. 267).

Νομίζω πως ισχύει το δεύτερο, χωρίς να αναιρείται το πρώτο. Με άλλα λόγια η παραπάνω διάζευξη δεν είναι αποκλειστική, που πάει να πει ότι τα δύο ενδεχόμενα δεν είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, που με τη σειρά του πάει να πει ότι μπορούν να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Και έτσι είναι. Ο χρόνος, και συγκεκριμένα η 20η Ιουνίου του 2014, η μέρα που μοιραζόμαστε από τη ζωή του Αντώνη, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στερεώνονται τα νήματα, για να κεντήσουν με κάθε λεπτομέρεια τον χαρακτήρα του φαινομενικά, τουλάχιστον, αναποφάσιστου τριανταπεντάχρονου ήρωα, που εκθέτει τις πιο μύχιες σκέψεις του από τα χαράματα της Παρασκευής, μέχρι το ξημέρωμα του Σαββάτου της 21ης Ιουνίου! Στο διάστημα αυτό καλείται να πάρει αποφάσεις για απλά πράγματα και για πολύπλοκα πράγματα. Για ζητήματα που λύνονται και για άλλα που παραμένουν άλυτα, επειδή πάνω τους βαραίνουν οι ζωές των ανθρώπων σμιλευμένες από τα μυριάδες λάθη που έχουν κάνει. Από τις λανθασμένες επιλογές που έκαναν ή δεν έκαναν και από τις αποφάσεις που πήραν ή δεν πήραν. Ή από τις αποφάσεις που έχουν πάρει άλλοι κι αυτοί τις ακολούθησαν. Όπως λέει ο Αντώνης:

"Ποιος μπορεί ποτέ να αποφασίσει οτιδήποτε ή να είναι σίγουρος για την απόφασή του, ποιος μπορεί να βάλει στην άκρη τις αντιρρήσεις που θα προβάλει ο στρατός των εναλλακτικών εαυτών του;" (σελ. 412)

Άδικο έχει; Όχι δεν έχει. Και μέσα στην παρατεταμένη και συνεχή του αβεβαιότητα ο Αντώνης εκφέρει όλες τις δυνατές εκδοχές μιας επιλογής, μιας πράξης και της παραπληρωματικής της, της μη πράξης δηλαδή, ταυτόχρονα. Ανατρέχει τη (σύντομη) ζωή του, που όμως του φαίνεται αιώνια Δεν παραλείπει να βρεθεί - λίγο πριν το ξημέρωμα του Σαββάτου - ανάμεσα σε εικοσάχρονους διαμαρτυρόμενους για έναν ράπερ, ονόματι Ανεπίδεκτο, ίσα ίσα για να δείξει πως τα δεκαπέντε χρόνια που τον χωρίζουν από  την επόμενη γενιά έχουν δημιουργήσει ένα "χάσμα" και μόλο που νιώθει (ίσως και όχι) την ανάγκη να συμπαρασταθεί στους διαμαρτυρόμενους, κάνει μεταβολή και συνεχίζει τη ... μοναχική του πορεία. 

Το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη μοναξιά, στην αβεβαιότητα, στην ανθρωπιά και στη δοτικότητα.  Επειδή ο Αντώνης, όσο αβέβαιος και αν είναι για κάθε τι το "ανθρώπινο", όπως είναι οι επιλογές, οι σχέσεις οι επαγγελματικές, οι συντροφικές, οι φιλικές, αλλά και οι φόβοι, οι αγωνίες, οι ίδιες οι ζωές, εν κατακλείδι, έχει τα σταθερά του σημεία. Μάλλον έχει τουλάχιστον ένα σταθερό σημείο, όπως την επιγραφή έξω από τα Δικαστήρια, όπου γενικώς δεν έχει σήμα, κι αυτή υψώνεται δίπλα στους κάδους απορριμμάτων, υποδεικνύοντας το σημείο όπου έχει σήμα, γράφοντας: ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ.

Πού είναι το σωστό σημείο; Σημείο στο χώρο; Σημείο στο χρόνο; Σημείο στη ζωή; Μέγιστο; Ελάχιστο; Στάσιμο; Κρίσιμο; Σημείο καμπής; Ή μήπως "σημείο αμφιβολίας", όπως λέει ο φίλος μου ο Δ., εννοώντας τα σημεία της διαδρομής όπου η πυκνή βλάστηση ή ένας ψηλός φράχτης διακόπτει την πορεία του. "Ο δορυφόρος εδώ, κανονικά, δείχνει μονοπάτι"... Κι όμως. Ο πανδαμάτωρ... Όλα τα αλλάζει. Τη φύση, τους ανθρώπους, τις ιδέες και, σίγουρα, τα δεδομένα. Γι' αυτό τα δεδομένα, οι ενδείξεις, οι πληροφορίες, συχνά διαψεύδονται στην πράξη, πιο εύκολα από ό,τι οι επιθυμίες και τα συναισθήματα. Ή μάλλον προηγείται η δική τους διάψευση από τη διάψευση των επιθυμιών και των συναισθημάτων. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο, μπροστά στη (μικρή ή μεγάλη) διάψευση, είναι που πρέπει να σκεφτούμε γρήγορα και να πάρουμε αποφάσεις. Στο βουνό αυτό γίνεται. Αποφασίζουμε την πορεία που θα ακολουθήσουμε και την ακολουθούμε. Ενδεχομένως, στο τέλος να έχουμε κάποιες μικροεκδορές ή και κάπως μεγαλύτερες, να ματώσουμε και λίγο, αλλά γίνεται. Και στις ελάχιστες φορές που δεν γίνεται καλείς βοήθεια. Κι αν δεν έρθει κανείς, τότε μπορεί και να πεθάνεις αβοήθητος.

Αλλά στη ζωή τι γίνεται; Είναι βουνό η ζωή; Έχει ανηφόρα, κατηφόρα, ευθεία;  Ή μήπως είναι ένα ... βουνό από αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε; Για τον Αντώνη μοιάζει σαν τέτοιο. Κι αυτό τον καθιστά πολύ ανθρώπινο, εν τελεί, πολύ πειστικό, πολύ αποδεκτό, πολύ ... αντι-ήρωα!

"[...] η λήψη αποφάσεων δεν είναι το δυνατό μου σημείο και είμαι πολύ καλύτερος στο να περιμένω απλά να μου συμβούν οι αποφάσεις των άλλων" (σελ 265).

Ακούγεται  ίσως μοιρολατρικό, αλλά κυρίως είναι θέμα επίγνωσης της κατάστασης, επίγνωσης της ίδιας της ζωής ενός ανθρώπου, που εκτός από τον εαυτό του έχει να αποφασίζει για τους γονείς, για τον αδερφό, για τη δουλειά, για τη μοναξιά... 

Άλλωστε, η "μη λήψη απόφασης" είναι κι αυτή μια απόφαση, ειδικά όταν ένα ζήτημα είναι διαχρονικό, μεγάλο και αφορά περισσότερους από έναν ανθρώπους (υπάρχει ζήτημα που να μην αφορά περισσότερους από έναν, άραγε;)! 

Επομένως, η μη λήψη απόφασης μπορεί σε βάθος χρόνο να φανεί σοφότερη κι από την πιο σοφή απόφαση.

Δεν είμαι τριανταπέντε, εδώ και είκοσι δύο χρόνια (προς το παρόν τουλάχιστον, αφού το είκοσι δύο δεν θα παραμείνει σταθερό), δεν είμαι δικηγόρος και για πολλούς λόγους δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω, δεν ανήκω σ' αυτό που λέμε "χαμένη γενιά", εννοώντας τη γενιά του γιού μου, αλλά παρόλα αυτά με τον Αντώνη ταυτίστηκα, επειδή ο εσωτερικός του μονόλογος, η ενδόμυχη συνεχής αμφισβήτηση των επιλογών (των δικών του και των άλλων, ειδικά των γονιών του και των δύο πρώην συντρόφων του), η κριτική του ματιά και η αδυναμία του να πάρει με απόλυτη βεβαιότητα μια απόφαση είναι δείγμα σοβαρότητας και όχι το αντίθετο.

----------------------------------------------------

"Εκεί που ζούμε", λοιπόν...

Το ερώτημα είναι "πού ζούμε;".  Πού ζούμε; 

Μάλλον κάπου μεταξύ βεβαιότητας και αβεβαιότητας...


Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Μια οργισμένη εξανάσταση!

Ματιές και Τόποι: «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν»

“…στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος με το χώρο που παραχωρούν στους νεκρούς σ’ αυτόν τον κόσμο. Συναντάμε παντού αμέτρητα τεράστια νεκροταφεία. Οι τάφοι στην πόλη του Καΐρου κατέχουν περισσότερο χώρο από όσο τα σπίτια. Σ’ εμάς αντίθετα η γη κοστίζει ακριβά και οι νεκροί δεν αξίζουν πια τίποτε. Τους στοιβάζουμε, τους στριμώχνουμε τον έναν δίπλα στον άλλο, τον ένα πάνω στον άλλο, σε μια γωνίτσα έξω από την πόλη, στα προάστια, μέσα σε τέσσερις τοίχους. Οι μαρμάρινες πλάκες και οι ξύλινοι σταυροί καλύπτουν γενιές θαμμένες εκεί, εδώ και αιώνες. Στην είσοδο των πόλεων ένα λίπασμα από νεκρούς. Τους προσφέρουμε μόνο όσο χρόνο χρειάζονται για να χάσουν τη μορφή τους μέσα στη γη, την οποία έχει ήδη λιπάνει η προηγούμενη ανθρώπινη σήψη, το χρόνο που χρειάζεται να αναμιχθεί η σάρκα που αποσυντίθεται με το νεκρικό χώμα. Έπειτα, καθώς καταφτάνουν ασταμάτητα καινούριοι και καλλιεργούμε τα γειτονικά χωράφια με λαχανικά για τους ζωντανούς, σκάβουμε με τις αξίνες το ανθρωποφάγο αυτό έδαφος και ξεχώνουμε τα κόκαλα που συναντάμε, κεφάλια, χέρια, πόδια, πλευρά, αρσενικά, θηλυκά, παιδικά, που έχουν ξεχαστεί κι έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους. Τα πετάμε ανάκατα σε ένα λάκκο και προσφέρουμε στους καινούριους νεκρούς, σ’ αυτούς που ακόμη θυμόμαστε το όνομά τους, το χώρο που κλέψαμε από τους άλλους που κανείς δεν γνωρίζει πια, αυτούς που ξανακέρδισε το μηδέν, επειδή στις πολιτισμένες κοινωνίες πρέπει κανείς να είναι οικονόμος.» 

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γκυ ντε Μωπασάν, «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν», από τη σειρά «ΜΑΤΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΙ», των εκδόσεων Καστανιώτη, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Σκλαβούνου, που κυκλοφόρησε το 1997.  
Το βιβλίο έπεσε τυχαία στα χέρια μου χθες το πρωί, όταν επισκέφτηκα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη «Ευγενία Κλειδαρά», αναζητώντας ένα σύντομο και τερπνό μυθιστόρημα για το καυτό Σαββατοκύριακο. Δανείστηκα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, τον Γητευτή, που περιμένει ακόμη να το ανοίξω, καθώς η γλαφυρή περιγραφή του Μωπασάν με έχει καθηλώσει. Το ταξίδι από την Τύνιδα στο Καϊρουάν που περιγράφεται στις 152 σελίδες του μικρού αυτού οδοιπορικού, προέκυψε όταν τον συγγραφέα κατέκλυσε μια αίσθηση ματαιότητας, καθώς καθόταν στο παράθυρο του σπιτιού του στο Παρίσι και παρατηρούσε την οικογένεια των απέναντι που έμεναν στο ίδιο σπίτι επί δεκαοκτώ χρόνια. Θλιβεροί, μονότονοι, σχεδόν νεκροί, επαναλαμβανόμενοι. «Βλάκες», λέει ο Μωπασάν.

«Τόσο σύντομη, τόσο μακρόχρονη η ζωή, είναι φορές που γίνεται ανυπόφορη. Ξεδιπλώνεται, η ίδια πάντοτε, με το θάνατο να παραμονεύει στο τέρμα. Δεν μπορούμε μήτε να τη σταματήσουμε, μήτε να την αλλάξουμε, δεν μπορούμε καν να την καταλάβουμε. Και συχνά μπροστά στην αδυναμία της προσπάθειάς μας, μια οργισμένη εξανάσταστη μας κυριεύει. Ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν σκεφτόμαστε, ό,τι κι αν επιχειρήσουμε, θα πεθάνουμε…»

Με αυτά τα λόγια ξεκινά το βιβλίο του ο Γκυ ντε Μωπασάν που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1850 και συναναστράφηκε όλα τα μεγάλα πνεύματα της εποχής του. Το μεγάλο έργο που άφησε πίσω του τον καταξίωσε στην ιστορία της Λογοτεχνίας.

Στο βιβλίο που διαβάζω, σε όλο το πρώτο κεφάλαιο ο Μωπασάν παραθέτει το κίνητρο του για το ταξίδι στη Βόρεια Αφρική. Από το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Από το Αλγέρι στην Τύνιδα», κι ύστερα αρκείται στην περιγραφή των τόπων και των ανθρώπων, δίνοντας αναλυτικές πληροφορίες για τους Άραβες και τις συνήθειές τους, όπως τις παρατηρεί μετακινούμενος με δυσκολία στην όχι και τόσο φιλόξενη περιοχή. 
Συχνά πυκνά συγκρίνει, όπως και στο απόσπασμα που έχω παραθέσει στην αρχή, τη διαφορά Ευρωπαίων και Αράβων και ενίοτε τάσσεται υπέρ των δεύτερων. 
Το όλο ανάγνωσμα, αν συνδυαστεί μάλιστα με το κεφάλαιο «Η Αλγερινή Επανάσταση» από το βιβλίο «Επαναστατικά και Απελευθερωτικά Κινήματα» του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη, από τις εκδόσεις του «Εικοστού Πρώτου», δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που παραμένουν στο κεφάλι μου ανοιχτά, καθώς προσπαθώ να καταλάβω, έστω και λίγο, ποιες μακρόχρονες παραδόσεις διαμορφώνουν τη στάση και τη συμπεριφορά των αραβόφωνων φίλων και αγαπημένων μαθητών μου. 
Τώρα, βέβαια, θα μπορούσε να μου πει κανείς πως είναι λάθος μια οποιαδήποτε γενίκευση και θα συμφωνήσω.  Επίσης, θα μπορούσε να μου πει πως δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα μια τέτοιου τύπου, ας την πω, ιστορική διερεύνηση. Σωστό κι αυτό. 
Από την άλλη όμως, πώς θα μπορέσω να κατανοήσω τα ζητήματα που έχουν παρεισφρήσει στην καθημερινότητά μου και απασχολούν επισταμένως τη σκέψη μου; 
Νέοι τόποι, νέοι ορίζοντες, νέοι άνθρωποι και μια περίεργη ώθηση κατανόησης του ξένου, του μακρινού, που είναι δίπλα μου και, ενώ σταδιακά γίνεται οικείο, διατηρεί άσβεστη τη μυστηριακή του προέλευση. Πρόκειται για ένα ταξίδι «αναζήτησης».
Άλλωστε, όπως λέει ο Μωπασάν:

«Το ταξίδι είναι σαν μια διέξοδος, για να βγούμε από τη γνωστή πραγματικότητα και να περάσουμε σε μια ανεξερεύνητη πραγματικότητα που μοιάζει με όνειρο.»
(Το ταξίδι που κάνουμε από επιλογή, προφανώς εννοεί…)

Κι εγώ, σχεδόν έναν χρόνο τώρα, ταξιδεύω κι αγγίζω την ανεξερεύνητη πραγματικότητα… Μια από όλες τις πραγματικότητες που ανοίγονται γύρω μου. 
Και η περιέργειά μου με ωθεί, ολοένα με ωθεί, να μάθω το «γιατί;». 
Αυτό το πνιγμένο σε δάκρυα που δεν κύλησαν «γιατί;», αυτό που μένει μετέωρο στο υγρό, σκούρο μα και τόσο φωτεινό συνάμα, βλέμμα των Αράβων μαθητών μου…

Στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος…
Και στη Δύση, επίσης!
Στη Δύση, αυτήν την πολιτισμένη κοινωνία...

Άντε, καλό μήνα!

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Ψηφιακός Ανθρωπισμός

Ως εκπαιδευτικός, τον τελευταία καιρό, βίωσα και συνεχίζω να βιώνω μια εντελώς καινούρια κατάσταση, καθώς οι νέες συνθήκες και τα μέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας, μας έφεραν μπροστά σε μια παντελώς άγνωστη για τους περισσότερους διαδικασία, που εσφαλμένα ονομάστηκε "εξ αποστάσεως διδασκαλία"! 
Αυτό που έγινε δεν ήταν "εξ αποστάσεως διδασκαλία". Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα που είχε, δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να μείνουμε, εμείς οι δάσκαλοι, παντί τρόπω, σε επικοινωνία με τα παιδιά ή με τους ενήλικες μαθητές μας, όσοι από μας διδάσκουμε σε Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας. 
Βέβαια, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι με τα παιδιά αυτά, όπως και με τους ενήλικες μαθητές μας, γνωριζόμασταν κι είχαμε ήδη αναπτύξει την προαπαιτούμενη εμπιστοσύνη, καθώς και επαρκή συναισθηματική επικοινωνία. Αν δεν υπήρχε η προηγηθείσα διά ζώσης σχέση δασκάλου-μαθητή -πάνω στην οποία ήρθε και πάτησε, εντελώς απροετοίμαστα και αιφνιδιαστικά, η σύγχρονη και η ασύγχρονη τηλεκπαίδευση- η απουσία  εκπαιδευτικού σχεδιασμού, που σε γενικές γραμμές χαρακτήριζε το όλο εγχείρημα, βάζω στοίχημα, θα επέφερε παταγώδη αποτυχία. Αυτό που καταφέραμε, σε γενικές γραμμές, δεν ήταν παρά ένας αγώνας αξιοποίησης μιας ανεπαρκούς τεχνολογίας. Όλη η προσπάθεια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, επικεντρώθηκε στην τεχνολογία και από την (τηλ)εκπαιδευτική διαδικασία έλειψε ο καίριος προσανατολισμός, που βάζει στο κέντρο τον μαθητή. 
Μετά από αυτήν την εμπειρία, είμαι βέβαιη πως οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί, ανεξάρτητα από το αν αποδέχονται ή όχι την άμεσα εξαρτημένη από την τεχνολογία τηλεκπαίδευση, και πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις τους και επιφυλάξεις τους, προσπαθούν να αποκτήσουν όχι μόνο τις απαιτούμενες δεξιότητες, αλλά και τη βασική γνώση και επίγνωση μιας νέας πραγματικότητας που, δυστυχώς, δεν περιορίζεται στο χώρο του σχολείου. Η νέα πραγματικότητα φαίνεται πως αφορά την ... ψηφιοποίηση της ίδιας της ζωής, εν γένει!

Επηρεασμένη από όλα όσα ζω τον τελευταίο καιρό,  το κίτρινο βιβλίο με τίτλο "Ψηφιακός Ανθρωπισμός", που βρίσκονταν ανάμεσα σε άλλα στο περβάζι του παραθύρου, τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Του Θεοφάνη Τάση, κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. 
Ο συγγραφέας, γεννημένος μόλις το 1976, διδάσκει Σύγχρονη Πρακτική Φιλοσοφία στο Alpen-Adria Universität στην Αυστρία, είναι επισκέπτης καθηγητής σε άλλα Πανεπιστήμια και -παρόλο το νεαρό της ηλικίας του- έχει ένα πολύ μακρύ και πολύ αξιόλογο βιογραφικό.
Στο βιβλίο αυτό καταπιάνεται με την "εικονιστική κοινωνία", την οποία αρκετοί ανάμεσά μας, συνεχίζοντας να ζουν ... παραδοσιακά κι αποφεύγοντας συστηματικά την τεχνολογία, δεν έχουν πάρει είδηση. Όμως η "εικονιστική κοινωνία", που έχει ως κεντρικό γνώρισμα την κυριαρχία της εικόνας σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει βαθμιαία επιφέρει την εξεικόνιση του βίου, με όσα αυτό συνεπάγεται.
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο πώς ο συγγραφέας εξηγεί το νόημα που δίνει στο νεολογισμό "εικονιστική κοινωνία", επειδή αυτό που με ενδιαφέρει πρωτίστως είναι ο ... ανθρωπισμός, ψηφιακός και μη.

Ζώντας στη Μυτιλήνη, τον τρέχον σχολικό έτος, έχω συναναστραφεί μέσα από ποικίλες επαγγελματικές και εθελοντικές δραστηριότητες με πολλούς πρόσφυγες και με  αρκετούς αιτούντες άσυλο κι ως εκ τούτου έχω αναπτύξει ή μάλλον προσπαθώ να αναπτύξω μια συγκεκριμένη επιχειρηματολογία γύρω από το "προσφυγικό ζήτημα", όπως το βιώνω, όχι εξ αποστάσεως, αλλά διά ζώσης, που - στην εκπαίδευση τουλάχιστον - είναι πάντοτε ζητούμενο. 
Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο του βιβλίου που διάβασα αμέσως μόλις το έπιασα στα χέρια μου ήταν αυτό με τίτλο "Καλλιεργώντας την γη της επαγγελίας: Μερικές παρατηρήσεις για το προσφυγικό ζήτημα", το οποίο έκανε μια εξαιρετική ανάλυση των προβλημάτων που συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε "προσφυγικό", ξεκινώντας με την επίκριση της φράσης "οι ροές των προσφύγων", που έχει επικρατήσει. Μιλάμε σαν να πρόκειται για μια ομογενοποιημένη μάζα ανθρώπων και αυτό είναι λάθος, γιατί κάθε άνθρωπος που εγκαταλείπει την πατρίδα του και ζητά άσυλο σε μια άλλη χώρα κουβαλά τη δική του ιστορία. Αποτελεί μονάδα διακριτή... Το κεφάλαιο, αν και σύντομο κάνει μια βαθιά τομή στο πρόβλημα και κλείνει ως εξής: 

"... η συμπόνοια και η αλληλεγγύη συχνά συγχέονται με τον οίκτο, ενισχύοντας την τάση να παρουσιάζονται οι πρόσφυγες ως παθητικοί δέκτες φιλανθρωπίας. Αυτή η εικόνα των προσφύγων είναι παραπλανητική και άδικη τόσο για εκείνους όσο και για μας, διότι χάρη σε αυτούς ένα μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού επανεκτίμησε ορισμένα ατομικά και πολιτισμικά κεκτημένα που είχαν καταστεί αυτονόητα στην ευημερία που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμπνεύστηκε από το σθένος τους στην αναζήτησή ενός αυθεντικότερου βίου, εξερευνώντας εναλλακτικές στην καθημερινότητα και αναθεωρώντας συνήθειες και τρόπους ζωής. Σε αυτούς τους Ευρωπαίους οι πρόσφυγες υπενθύμισαν την ενδεχομενικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και τον κίνδυνο της ύβρεως. Χάρη στην οδύσσεια των προσφύγων οι πολίτες και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες σ' έναν βαθμό ωρίμασαν μαθαίνοντας κάπως ν' αυτοπεριορίζονται. Η Ευρώπη ίσως να μην συνιστά γη τες επαγγελίας. Όμως καλλιεργώντας την, δηλαδή, προασπίζοντας την οικουμενικότητα των αξιών της, αποδεχόμενοι την αδυναμία διαχείρισης του συνόλου της δυστυχίας και της οδύνης, βιώνοντας ταυτόχρονα τις ενοχές και την συμπόνοια αυτής της συνθήκης χωρίς ν' αποσυρόμαστε χάνοντας την ανθρωπιά μας δρέπουμε ήδη, παλιοί και νέοι πολίτες της, καρπούς νοήματος. "

Μπορεί η Ευρώπη, μέσα από την πανδημία να έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο που κάθε άλλα παρά γη της επαγγελίας την καθιστά, αλλά...
Μένω στο γεγονός πως ανάμεσα στους πρόσφυγες που έχω συναναστραφεί αυτόν τον καιρό, υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά θαύμασα για την προσπάθεια που καταβάλουν να ενταχτούν, να ριζώσουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους εδώ...
Μια ζωή λιτή, αυθεντική κι επίμονα ανθρώπινη, που απέχει πολύ από τον ... "ψηφιακό ανθρωπισμό".

Όπως και να 'χει το βιβλίο του Θεοφάνη Τάση είναι καταπληκτικό.