Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

"Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος"

 

Χθες διάβασα το βιβλίο του Ίαν Ριντ, "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος", σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη εδώ και  τρεις μήνες, αλλά πολλοί το γνωρίζουν ήδη από την ομώνυμη ταινία του Charlie Kaufman, παραγωγή Netflix.

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής τα "ψυχολογικά θρίλερ" δεν είναι πρώτη μου επιλογή ούτε ως ταινίες ούτε ως βιβλία, γι' αυτό δεν έχω δει την ταινία του Κάουφμαν.  Ωστόσο, ο τρόπος που το συγκεκριμένο βιβλίο έφτασε στα χέρια μου είναι αποτέλεσμα μιας σειράς συμπτώσεων που χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καμβά για ένα αφήγημα με χαρακτηριστικά ψυχολογικού θρίλερ, αν εξαιρέσουμε ότι η ιστορία είχε ένα πολύ αίσιο τέλος, για το οποίο ευχαριστώ θερμά την Σ.Ε. και τις εκδόσεις Πατάκη!

Χθες, λοιπόν, διάβασα -σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο- το βιβλίο του Ίαν Ριντ, το πρώτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου Καναδού συγγραφέα, για το οποίο στο οπισθόφυλλο γράφει:

"Ο Ίαν Ριντ συνδυάζει την αγωνία με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τον τρόμο...μια ιστορία ανατροπών με πολλαπλές ερμηνείες"     Publishers Weekly. 

"Απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα"    The Globe and Mail

Και, πράγματι, η φιλοσοφική διάσταση είναι ρητή με αναφορά στον Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ. 

"Το νόημα της ύπαρξής μου συνίσταται στο γεγονός ότι η ζωή μού έχει θέσει ένα ερώτημα. Ή, αντίστροφα, ότι συνιστώ ένα ερώτημα που απευθύνεται στον κόσμο κι εγώ οφείλω να γνωστοποιήσω την απάντηση μου, αλλιώς εξαρτώμαι από την απάντηση του κόσμου".

Ήδη από τη σελίδα 57 του βιβλίου προοικονομείται η αγωνία του ατόμου για τον αυτοπροσδιορισμό και ο φόβος του για τον ετεροπροσδιορισμό! Από την αρχή διατυπώνονται μια σειρά από υπαρξιακά ερωτήματα, με κυρίαρχο αυτό της μοναξιάς, που πηγάζει από τη δυσκολία προσέγγισης και κατανόησης ενός άλλου ανθρώπου! Τονίζεται κατ' επανάληψη πως εξίσου δύσκολη είναι η γνωριμία του ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνει το ερώτημα: τι συνιστά τον "εαυτό"; Μήπως ο  εαυτός ένα κι αυτός ένα ερώτημα; Ή μήπως είναι μια σειρά ερωτημάτων, τόσων όσα  είναι και οι "φωνές" που κουβαλάει ο καθένας μέσα του; 

Αυτό το πιστεύω κι εγώ, στην καλύτερη του εκδοχή όμως, ή τουλάχιστον στην φαινομενικά πιο ... ισορροπημένη. Πιστεύω ότι ο καθένας μας έχει τουλάχιστον δύο φωνές, αυτή που του υπαγορεύουν τα πρέπει του και αυτήν που του υπαγορεύουν τα θέλω του. Όταν δεν έρχονται σε συμφωνία το αποτέλεσμα είναι μια πλειάδα φαινομενικά παράλογων πράξεων...                         [Αυτό το θέμα πραγματεύεται άριστα ο Αλαίν ντε Μποττόν στο βιβλίο του "Το χρονικό του έρωτα", που διάβασα αμέσως πριν από το βιβλίο τον Ριντ, και παρόλο που μου άρεσε πολύ δεν έχω γράψει ακόμη κάτι σχετικό... Ελπίζω να βρω χρόνο να το κάνω... ]

Στο μυαλό του ήρωα του Ριντ οι φωνές δεν είναι δύο, είναι πολλές, είναι ο κατακερματισμένος εαυτός,  τα πολλά εσωτερικά πρόσωπα, μια σειρά ερωταποκρίσεων που διατυπώνονται σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης, αλλά αντί να επιφέρουν την ψυχική ισορροπία, γεννούν καινούρια ερωτήματα και νέες επινοημένες απαντήσεις... Η επινόηση και τα γεγονότα, σε όλη την ιστορία δεν διαφέρουν σε τίποτα. Αντιθέτως, γίνεται σαφής η ηθελημένη ταύτιση: "Όλες οι ιστορίες είναι επινοημένες. Ακόμα και όσες συνέβησαν", γράφει... 

Δεν θα πω περισσότερα για την ιστορία, για να αποφύγω το spoiling. Θα κάνω όμως δύο σχόλια, ένα υπό το πρίσμα της αναγνώστριας,  ένα υπό τη μόνιμη αγωνία της εν ενεργεία εκπαιδευτικού.

Όσο διάβαζα το βιβλίο, που έχει μια κυριολεκτικά γριφώδη γραφή, (και πώς θα χαρακτηριζόταν "θρίλερ", αν δεν την είχε;) έβαζα στοιχήματα με τον εαυτό μου για το "ποιος είναι ποιος" και κατά κάποιον τρόπο η διαδικασία αυτή, του εσωτερικού μου διαλόγου δηλαδή, έστω και στο επίπεδο αυτών των αθώων στοιχημάτων, πέτυχε μέσα μου, ως ένα βαθμό, την "πολυφωνία" που ο Ριντ προσπαθούσε να αποδώσει. Όμως απ' την "ανοιχτή συζήτηση" με το ανάγνωσμα, από τον εσωτερικό διάλογο που αυτό προκαλεί, είναι που απορρέει αυτό που ο Ρόλαντ Μπαρτ έχει χαρακτηρίσει ως "απόλαυση του κειμένου", οπότε, ναι, είναι ένα "απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα", όπως έγραψε το Publishers Weekly.

Εκείνο όμως στο οποίο θα σταθώ και θα προβληματιστώ, ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός, είναι το σχολείο. Το Σχολείο! Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο, γνωρίζουμε ήδη ότι ο εφιάλτης ξεκινά όταν εκείνη καταλήγει αποκλεισμένη σε ένα έρημο σχολείο από όπου προσπαθεί να ξεφύγει. Εκείνη βρίσκεται σε Σ Χ Ο Λ Ε Ι Ο!  Δεν βρίσκεται κλεισμένη σε ένα, ας πούμε, νοσοκομείο ή ένα πολυκατάστημα, ή ένα σκοτεινό πάρκινγ ή μια λαμβυρινθώδη συνοικία... Βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σχολείο, απομακρυσμένο από κάθε κατοικημένη περιοχή, εγκατελειμμένο, ερημωμένο, σχεδόν σκουριασμένο. 

Μεταφορικά η περιγραφή ταιριάζει με αυτό που είναι σήμερα το δικό μας σχολείο! Αποκομμένο εντελώς από την κοινωνία, απαρχαιωμένο, στοιχειωμένο, κολλημένο σχεδόν στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, τότε που τα σχολεία οργανώθηκαν με ένα βασικό σκοπό: την "παραγωγή" λειτουργικών και αποδοτικών εργατών.  Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ο Ριντ επέλεξε να εγκλωβίσει την αφηγήτρια του σε ένα εγκατελειμμένο, χαοτικό, σχολείο, ακριβώς για να τονίσει πως ο "εσωτερικός κατακερματισμός" ξεκινά από κει. Ο ήρωας, η ηρωίδα, εγώ, εσύ, αυτός, αυτή, έχει καλή επίδοση στα Μαθηματικά αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. 

Μπορεί για τον αναγνώστη που αγαπάει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος τα σχόλια αυτού του τύπου να περνούν απαρατήρητα, καθώς όλη η αγωνία κορυφώνεται από την κομμένη ανάσα κι από την καρδιά που πάει να σπάσει στα οποία ο Ριντ εμφατικά επανέρχεται. Τη δική μου προσοχή όμως την τράβηξε αυτό το συγκεκριμένο παράπονο: ήμουν καλός στα Μαθηματικά, αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. Πόσο θα ήθελα να ήμουν καλός στα Καλλιτεχνικά... 

Αυτό το παράπονο συνοψίζει τον σκοπό του σχολείου μας: καλλιέργεια της νόησης σε βάρος της αισθητικής καλλιέργειας. Μήπως αυτός ο στυγνός διαχωρισμός αποτελεί πηγή της "εσωτερικής κατάρρευσης" του σύγχρονου ανθρώπου; Ανεξάντλητο θέμα, που το αφήνουμε στην άκρη ή που προσπαθούμε να το ξεπεράσουμε με ... παγουρίνο, χάντρες και καθρεφτάκια... Παλιά δοκιμασμένη μέθοδος. Τείνω, όμως, να ξεφύγω από το βιβλίο, που το έχω ακόμη στα χέρια μου και διαβάζω ξανά και ξανά, (για να το πιστέψω), τις αναφορές στον επιστάτη του σχολείου...

"Οι κινήσεις του δεν ήταν γρήγορες. Το 'κάνε με το πάσο του. Μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί πώς οι τάξεις μας διατηρούνταν μονίμως καθαρές. Ερχόμασταν κάθε μέρα για μάθημα, παραμέναμε στην αίθουσα κι έπειτα φεύγαμε για το σπίτι, αφήνοντας πίσω μας ένα χάος. Την επομένη επιστρέφαμε και η αίθουσα ήταν καθαρή..." (σελ. 175-176)

"Είναι μέσα μόνος του, και εργάζεται. Ένας επιστάτης. Για να καθαρίσει ό,τι άφησαν πίσω τους τα παιδιά. Αυτό κάνει όλο το βράδυ, ενώ όλοι κοιμούνται. Καθαρίζει τις φραγμένες τουαλέτες. Τους σκουπιδοτενεκέδες. Τα πεταμένα φαγητά. Τα πατώματα, που τα κατουράνε για πλάκα τα αγόρια. Σκέψου το". (σελ. 181)

Σκέψου το! Σκεφτείτε το! Πού; Στον πολιτισμένο Καναδά! Σε μια χώρα πιο πάνω και από το "American Dream"! Τα αγόρια κατουράνε τα πατώματα για πλάκα...    (Το πρόβλημα αυτό το είχαμε σε δύο τουλάχιστον από τα πολλά σχολεία που έχω υπηρετήσει και μπορώ να πω ότι ήταν αυτά που θεωρώ τα δύο "καλύτερα")

Θα μπει ποτέ ένα τέλος;

Υπάρχει κανείς που θέλει να δώσει τέλος;

Υπάρχει κάποιος που μπορεί να δώσει τέλος;

Όχι αλληγορικά, όχι μεταφορικά,  ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ!

Ένα τέλος στην αθλιότητα που βιώνει η ανθρωπότητα, η εγκλωβισμένη σε μια  μικρή ντουλάπα (έχει σχέση με το βιβλίο), με την "Παιδεία" να αποτελεί μέρος της εξαθλίωσης, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στο μακρινό κι ονειρεμένο Καναδά και παντού στον πλανήτη γενικά...

Καλή αρχή στα σχολεία που άνοιξαν τις πόρτες τους σήμερα!


Υ.Γ. Η μοναξιά του ανθρώπου ξεκινάει από την οικογένεια και τρέφεται στο σχολείο...



Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

Μια υπόσχεση που δεν μπόρεσα να κρατήσω...


           
Διαβαίνοντας τη μπουκαπόρτα του πλοίου την Τρίτη το απομεσήμερο, ένιωθα στο πετσί μου, σαν προστατευτικό επίστρωμα, τις σκέψεις και τις ευχές αγαπημένων. «Να προσέχεις!», «Να το χαρείς!», «Να έχεις μια όμορφη και δημιουργική σχολική χρονιά!». «Η Λέσβος έχει πολύ καλή κουζίνα, να προσέχεις τα κιλά σου…». «Σε ζηλεύω…». «Πολύ θα ήθελα να ήμουν στη θέση σου!». «Είσαι πολύ τυχερή…»

         Είναι η δεύτερη χρονιά που, από επιλογή, φορτώνω το αυτοκίνητο με τα υπάρχοντά μου και φτάνω οδηγώντας στην Καβάλα κι από κει, με το πλοίο της γραμμής, στο νησί. Τα πλοία της γραμμής είναι σαν τους ανθρώπους. Απέξω λίγο πολύ όλα μοιάζουν. Κι όπως ανοίγουν οι άνθρωποι τα χέρια, άλλοι κυριολεκτικά κι άλλοι – οι πιο άτολμοι – στη φαντασία τους μονάχα, για να σε κλείσουν στην αγκαλιά τους κι από τη μια στιγμή στην άλλη να σε κάνουν άλλον άνθρωπο, οικείο, φίλο, αγαπημένο, εραστή, συνεργάτη, συνένοχο, έτσι ανοίγουν και τα πλοία τη μπουκαπόρτα τους κι από τη μια στιγμή στην άλλη σε κάνουν άλλον άνθρωπο. Σε κάνουν ταξιδιώτη, περιηγητή, αναζητητή ενός καινούριου κόσμου, ενός άλλου εαυτού. Κι όπως οι άνθρωποι έτσι και τα πλοία. Άλλα έχουν όμορφα σαλόνια, καθαρά, σε φιλοξενούν με φινέτσα κι ευγένεια και σου παρέχουν μιαν αίσθηση γαλήνης και οικειότητας όσο κρατάει το ταξίδι κι άλλα, πάλι, κακοφτιαγμένα και βρώμικα, με άβολα καθίσματα και θολά φινιστρίνια δεν σου αφήνουν περιθώρια να χαρείς τη θάλασσα και να μοιραστείς μαζί της την ελπίδα που η αέναη κίνησή της αποπνέει. Με ένα τέτοιο αφιλόξενο καράβι ήρθα την Τρίτη στο νησί. Κι ενώ είχα υποσχεθεί στην Κ., αλλά κυρίως στον εαυτό μου, πως εν πλω θα αφήσω τη σκέψη μου να αρμενίσει στον κυκεώνα των πώς και των γιατί που απασχολούν τις γυναίκες της ηλικίας μας και της «κοινωνικής μας τάξης» (αν υπάρχει τέτοια), δεν τήρησα το λόγο μου. Ίσως γιατί, όταν το ξανασκέφτηκα, με μεγαλύτερη σύνεση -όπως κάθε δεύτερη σκέψη στερούμενη της παρόρμησης που έχει η πρώτη- κατάλαβα πως δεν είναι δυνατόν να σκεφτώ για λογαριασμό άλλων γυναικών, ακόμη κι αν ταυτίζομαι σε πολλά μαζί τους. Η κάθε σκέψη που κάνω αφορά εμένα αποκλειστικά. Πηγάζει από τη λογική που διαθέτω, (ή απ’ αυτήν που στερούμαι), και από τα συναισθήματα που με κατακλύζουν. Το απειροσύνολο των αντιπαραθέσεων, των μαχών και των … φιλικών διακανονισμών μεταξύ της λογικής και των συναισθημάτων μου είναι που με ωθεί στην Α, στη Β, στη Γ επιλογή. Μερικές φορές η διαδικασία συντελείται ερήμην μου, με πιάνει στον ύπνο ή με αρπάζει από τα μαλλιά, ειδικά τις φορές που κινδυνεύω να πνιγώ σε μια παρανόηση. Φαντάζομαι πως το ίδιο ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Άλλοι λίγο άλλοι πολύ παλεύουμε με τα θέλω και τα πρέπει μας,  έχοντας μερικώς  ή ολικώς συνείδηση της αδυναμίας μας κι επίγνωση της δύναμής μας, ανεξάρτητα από το πολιτιστικό, το κοινωνικό ή το φυλετικό μας υπόβαθρο. Οι διαφορές μας δεν απορρέουν από αυτά, απορρέουν από το θάρρος, που μας διακρίνει. Μάλιστα. Απαιτείται θάρρος, πολύ θάρρος, να τα βάζει κάποιος με τον εαυτό του, να του πηγαίνει κόντρα, να τον βγάζει από την ασφάλεια, να τον αναγκάζει να βαδίσει καινούριους άγνωστους δρόμους, να τον φέρνει αντιμέτωπο με τους δράκους του, να τον συμφιλιώνει με τη μοναξιά του… Αυτό είναι που μας διαφοροποιεί: το θάρρος.  


        Ελλείψει θάρρους κι εγώ απέφυγα να κάνω σκέψεις σαν τις παραπάνω, εν πλω.  Προτίμησα να διαβάσω το βιβλίο του Σύριου συγγραφέα Χάλιντ Χαλίφα, «Ο θάνατος είναι ζόρικη δουλειά», που είχα αγοράσει μια μέρα πριν φύγω απ’ τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να το διαβάσω στο ταξίδι. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Χαλίφα, αν και θα έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα, καθώς η σύντομη, αλλά ουσιαστική, φιλία μου με τον K., το νεαρό Σύριο μαθητή μου, μου είχε κινήσει ένα γνήσιο ενδιαφέρον για τις εμπειρίες που είχε πριν εγκαταλείψει τη χώρα του, για να περάσει στην Τουρκία κι από κει με βάρκα, ακολουθώντας ένα αστέρι πάνω από το Αιγαίο που δεν ήξερε ούτε το όνομά του, να καταλήξει στην Ελλάδα. Ο Κ., ένας ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, άφησε πίσω του οικογένεια, όνειρα, όνομα, απόγνωση κι ήρθε σε μια νέα, άγνωστη, ήπειρο να στήσει μια ζωή απ’ την αρχή, να βρει στον ήλιο τη δική του μοίρα… Το βιβλίο του Χαλίφα, αν και μυθιστόρημα, ένιωσα ότι βοήθησε να καταλάβω κάπως την ιδιαίτερη συμπεριφορά και την εσωστρέφεια του, καθόλα ευγενικού και αξιαγάπητου, Σύριου φίλου μου Κ.. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα και σύντομα θα γράψω γι’ αυτό. Αλλά σήμερα το θέμα μου δεν είναι το βιβλίο του Χαλίφα, ούτε ο Κ., αλλά η υπόσχεση που έδωσα στην αγαπημένη Κ. να της γράψω ένα γράμμα και να της εξηγήσω... Μια υπόσχεση που, μάλλον απουσία θάρρους, τώρα δεν θα την τηρήσω! 

Αλλά, ποιος ξέρει; Ίσως στο μέλλον, σ’ ένα καράβι ιδανικό με πιο ξεκάθαρο μυαλό, να ξαναπροσπαθήσω!

 

        Μέχρι τότε εύχομαι να είμαστε καλά, απαλλαγμένοι από … ιό!

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2020

"Εκεί που ζούμε", του Χρίστου Κυθρεώτη

 Εναλλακτικός τίτλος: Μια μέρα με τον Αντώνη Σπετσιώτη

Ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ήρωας στο μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη, "Εκεί που ζούμε", που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη τον Νοέμβριο του 2019 και δεν έχω ιδέα πόσες εκδόσεις έχει κάνει από τότε, αλλά είμαι σίγουρη πως θα κάνει κι άλλες πολλές στο μέλλον.                                                                 

Έχω μπροστά μου ένα αντίτυπο του βιβλίου από την 4η έκδοση, που το δανείστηκα (και δεν έχω σκοπό να το επιστρέψω) από έναν φίλο (που ελπίζω, διαβάζοντας αυτά που θα γράψω, αν καταφέρω να γράψω αυτά που σκέφτομαι,  να φιλοτιμηθεί ή να συγκινηθεί και να μη μου ζητήσει το βιβλίο του πίσω...),  επειδή θέλω να το διαβάσω πάλι και, όταν θα το τελειώσω για δεύτερη φορά, θα θέλω να το διαβάσω πάλι. Μία προς μία τις 440 σελίδες από μια μέρα (και μια νύχτα) του Αντώνη Σπετσιώτη, που είναι "ένας τριανταπεντάχρονος νέος της χαμένης γενιάς", ή μήπως "ένας ακόμη ζαλισμένος άνθρωπος που τρέχει από δω κι από κει, [...], για να προλάβει να ξεμπλέξει ένα κουβάρι υποχρεώσεων που συνδέονται με τις ιδιότητες του ως επαγγελματία, ως γιου, ως φίλου και ως παλιού γνώριμου άλλων, εξίσου μπερδεμένων ανθρώπων;" (σελ. 267).

Νομίζω πως ισχύει το δεύτερο, χωρίς να αναιρείται το πρώτο. Με άλλα λόγια η παραπάνω διάζευξη δεν είναι αποκλειστική, που πάει να πει ότι τα δύο ενδεχόμενα δεν είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, που με τη σειρά του πάει να πει ότι μπορούν να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Και έτσι είναι. Ο χρόνος, και συγκεκριμένα η 20η Ιουνίου του 2014, η μέρα που μοιραζόμαστε από τη ζωή του Αντώνη, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στερεώνονται τα νήματα, για να κεντήσουν με κάθε λεπτομέρεια τον χαρακτήρα του φαινομενικά, τουλάχιστον, αναποφάσιστου τριανταπεντάχρονου ήρωα, που εκθέτει τις πιο μύχιες σκέψεις του από τα χαράματα της Παρασκευής, μέχρι το ξημέρωμα του Σαββάτου της 21ης Ιουνίου! Στο διάστημα αυτό καλείται να πάρει αποφάσεις για απλά πράγματα και για πολύπλοκα πράγματα. Για ζητήματα που λύνονται και για άλλα που παραμένουν άλυτα, επειδή πάνω τους βαραίνουν οι ζωές των ανθρώπων σμιλευμένες από τα μυριάδες λάθη που έχουν κάνει. Από τις λανθασμένες επιλογές που έκαναν ή δεν έκαναν και από τις αποφάσεις που πήραν ή δεν πήραν. Ή από τις αποφάσεις που έχουν πάρει άλλοι κι αυτοί τις ακολούθησαν. Όπως λέει ο Αντώνης:

"Ποιος μπορεί ποτέ να αποφασίσει οτιδήποτε ή να είναι σίγουρος για την απόφασή του, ποιος μπορεί να βάλει στην άκρη τις αντιρρήσεις που θα προβάλει ο στρατός των εναλλακτικών εαυτών του;" (σελ. 412)

Άδικο έχει; Όχι δεν έχει. Και μέσα στην παρατεταμένη και συνεχή του αβεβαιότητα ο Αντώνης εκφέρει όλες τις δυνατές εκδοχές μιας επιλογής, μιας πράξης και της παραπληρωματικής της, της μη πράξης δηλαδή, ταυτόχρονα. Ανατρέχει τη (σύντομη) ζωή του, που όμως του φαίνεται αιώνια Δεν παραλείπει να βρεθεί - λίγο πριν το ξημέρωμα του Σαββάτου - ανάμεσα σε εικοσάχρονους διαμαρτυρόμενους για έναν ράπερ, ονόματι Ανεπίδεκτο, ίσα ίσα για να δείξει πως τα δεκαπέντε χρόνια που τον χωρίζουν από  την επόμενη γενιά έχουν δημιουργήσει ένα "χάσμα" και μόλο που νιώθει (ίσως και όχι) την ανάγκη να συμπαρασταθεί στους διαμαρτυρόμενους, κάνει μεταβολή και συνεχίζει τη ... μοναχική του πορεία. 

Το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη μοναξιά, στην αβεβαιότητα, στην ανθρωπιά και στη δοτικότητα.  Επειδή ο Αντώνης, όσο αβέβαιος και αν είναι για κάθε τι το "ανθρώπινο", όπως είναι οι επιλογές, οι σχέσεις οι επαγγελματικές, οι συντροφικές, οι φιλικές, αλλά και οι φόβοι, οι αγωνίες, οι ίδιες οι ζωές, εν κατακλείδι, έχει τα σταθερά του σημεία. Μάλλον έχει τουλάχιστον ένα σταθερό σημείο, όπως την επιγραφή έξω από τα Δικαστήρια, όπου γενικώς δεν έχει σήμα, κι αυτή υψώνεται δίπλα στους κάδους απορριμμάτων, υποδεικνύοντας το σημείο όπου έχει σήμα, γράφοντας: ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ.

Πού είναι το σωστό σημείο; Σημείο στο χώρο; Σημείο στο χρόνο; Σημείο στη ζωή; Μέγιστο; Ελάχιστο; Στάσιμο; Κρίσιμο; Σημείο καμπής; Ή μήπως "σημείο αμφιβολίας", όπως λέει ο φίλος μου ο Δ., εννοώντας τα σημεία της διαδρομής όπου η πυκνή βλάστηση ή ένας ψηλός φράχτης διακόπτει την πορεία του. "Ο δορυφόρος εδώ, κανονικά, δείχνει μονοπάτι"... Κι όμως. Ο πανδαμάτωρ... Όλα τα αλλάζει. Τη φύση, τους ανθρώπους, τις ιδέες και, σίγουρα, τα δεδομένα. Γι' αυτό τα δεδομένα, οι ενδείξεις, οι πληροφορίες, συχνά διαψεύδονται στην πράξη, πιο εύκολα από ό,τι οι επιθυμίες και τα συναισθήματα. Ή μάλλον προηγείται η δική τους διάψευση από τη διάψευση των επιθυμιών και των συναισθημάτων. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο, μπροστά στη (μικρή ή μεγάλη) διάψευση, είναι που πρέπει να σκεφτούμε γρήγορα και να πάρουμε αποφάσεις. Στο βουνό αυτό γίνεται. Αποφασίζουμε την πορεία που θα ακολουθήσουμε και την ακολουθούμε. Ενδεχομένως, στο τέλος να έχουμε κάποιες μικροεκδορές ή και κάπως μεγαλύτερες, να ματώσουμε και λίγο, αλλά γίνεται. Και στις ελάχιστες φορές που δεν γίνεται καλείς βοήθεια. Κι αν δεν έρθει κανείς, τότε μπορεί και να πεθάνεις αβοήθητος.

Αλλά στη ζωή τι γίνεται; Είναι βουνό η ζωή; Έχει ανηφόρα, κατηφόρα, ευθεία;  Ή μήπως είναι ένα ... βουνό από αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε; Για τον Αντώνη μοιάζει σαν τέτοιο. Κι αυτό τον καθιστά πολύ ανθρώπινο, εν τελεί, πολύ πειστικό, πολύ αποδεκτό, πολύ ... αντι-ήρωα!

"[...] η λήψη αποφάσεων δεν είναι το δυνατό μου σημείο και είμαι πολύ καλύτερος στο να περιμένω απλά να μου συμβούν οι αποφάσεις των άλλων" (σελ 265).

Ακούγεται  ίσως μοιρολατρικό, αλλά κυρίως είναι θέμα επίγνωσης της κατάστασης, επίγνωσης της ίδιας της ζωής ενός ανθρώπου, που εκτός από τον εαυτό του έχει να αποφασίζει για τους γονείς, για τον αδερφό, για τη δουλειά, για τη μοναξιά... 

Άλλωστε, η "μη λήψη απόφασης" είναι κι αυτή μια απόφαση, ειδικά όταν ένα ζήτημα είναι διαχρονικό, μεγάλο και αφορά περισσότερους από έναν ανθρώπους (υπάρχει ζήτημα που να μην αφορά περισσότερους από έναν, άραγε;)! 

Επομένως, η μη λήψη απόφασης μπορεί σε βάθος χρόνο να φανεί σοφότερη κι από την πιο σοφή απόφαση.

Δεν είμαι τριανταπέντε, εδώ και είκοσι δύο χρόνια (προς το παρόν τουλάχιστον, αφού το είκοσι δύο δεν θα παραμείνει σταθερό), δεν είμαι δικηγόρος και για πολλούς λόγους δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω, δεν ανήκω σ' αυτό που λέμε "χαμένη γενιά", εννοώντας τη γενιά του γιού μου, αλλά παρόλα αυτά με τον Αντώνη ταυτίστηκα, επειδή ο εσωτερικός του μονόλογος, η ενδόμυχη συνεχής αμφισβήτηση των επιλογών (των δικών του και των άλλων, ειδικά των γονιών του και των δύο πρώην συντρόφων του), η κριτική του ματιά και η αδυναμία του να πάρει με απόλυτη βεβαιότητα μια απόφαση είναι δείγμα σοβαρότητας και όχι το αντίθετο.

----------------------------------------------------

"Εκεί που ζούμε", λοιπόν...

Το ερώτημα είναι "πού ζούμε;".  Πού ζούμε; 

Μάλλον κάπου μεταξύ βεβαιότητας και αβεβαιότητας...


Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Μια οργισμένη εξανάσταση!

Ματιές και Τόποι: «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν»

“…στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος με το χώρο που παραχωρούν στους νεκρούς σ’ αυτόν τον κόσμο. Συναντάμε παντού αμέτρητα τεράστια νεκροταφεία. Οι τάφοι στην πόλη του Καΐρου κατέχουν περισσότερο χώρο από όσο τα σπίτια. Σ’ εμάς αντίθετα η γη κοστίζει ακριβά και οι νεκροί δεν αξίζουν πια τίποτε. Τους στοιβάζουμε, τους στριμώχνουμε τον έναν δίπλα στον άλλο, τον ένα πάνω στον άλλο, σε μια γωνίτσα έξω από την πόλη, στα προάστια, μέσα σε τέσσερις τοίχους. Οι μαρμάρινες πλάκες και οι ξύλινοι σταυροί καλύπτουν γενιές θαμμένες εκεί, εδώ και αιώνες. Στην είσοδο των πόλεων ένα λίπασμα από νεκρούς. Τους προσφέρουμε μόνο όσο χρόνο χρειάζονται για να χάσουν τη μορφή τους μέσα στη γη, την οποία έχει ήδη λιπάνει η προηγούμενη ανθρώπινη σήψη, το χρόνο που χρειάζεται να αναμιχθεί η σάρκα που αποσυντίθεται με το νεκρικό χώμα. Έπειτα, καθώς καταφτάνουν ασταμάτητα καινούριοι και καλλιεργούμε τα γειτονικά χωράφια με λαχανικά για τους ζωντανούς, σκάβουμε με τις αξίνες το ανθρωποφάγο αυτό έδαφος και ξεχώνουμε τα κόκαλα που συναντάμε, κεφάλια, χέρια, πόδια, πλευρά, αρσενικά, θηλυκά, παιδικά, που έχουν ξεχαστεί κι έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους. Τα πετάμε ανάκατα σε ένα λάκκο και προσφέρουμε στους καινούριους νεκρούς, σ’ αυτούς που ακόμη θυμόμαστε το όνομά τους, το χώρο που κλέψαμε από τους άλλους που κανείς δεν γνωρίζει πια, αυτούς που ξανακέρδισε το μηδέν, επειδή στις πολιτισμένες κοινωνίες πρέπει κανείς να είναι οικονόμος.» 

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γκυ ντε Μωπασάν, «Από την Τύνιδα στο Καϊρουάν», από τη σειρά «ΜΑΤΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΙ», των εκδόσεων Καστανιώτη, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Σκλαβούνου, που κυκλοφόρησε το 1997.  
Το βιβλίο έπεσε τυχαία στα χέρια μου χθες το πρωί, όταν επισκέφτηκα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη «Ευγενία Κλειδαρά», αναζητώντας ένα σύντομο και τερπνό μυθιστόρημα για το καυτό Σαββατοκύριακο. Δανείστηκα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, τον Γητευτή, που περιμένει ακόμη να το ανοίξω, καθώς η γλαφυρή περιγραφή του Μωπασάν με έχει καθηλώσει. Το ταξίδι από την Τύνιδα στο Καϊρουάν που περιγράφεται στις 152 σελίδες του μικρού αυτού οδοιπορικού, προέκυψε όταν τον συγγραφέα κατέκλυσε μια αίσθηση ματαιότητας, καθώς καθόταν στο παράθυρο του σπιτιού του στο Παρίσι και παρατηρούσε την οικογένεια των απέναντι που έμεναν στο ίδιο σπίτι επί δεκαοκτώ χρόνια. Θλιβεροί, μονότονοι, σχεδόν νεκροί, επαναλαμβανόμενοι. «Βλάκες», λέει ο Μωπασάν.

«Τόσο σύντομη, τόσο μακρόχρονη η ζωή, είναι φορές που γίνεται ανυπόφορη. Ξεδιπλώνεται, η ίδια πάντοτε, με το θάνατο να παραμονεύει στο τέρμα. Δεν μπορούμε μήτε να τη σταματήσουμε, μήτε να την αλλάξουμε, δεν μπορούμε καν να την καταλάβουμε. Και συχνά μπροστά στην αδυναμία της προσπάθειάς μας, μια οργισμένη εξανάσταστη μας κυριεύει. Ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν σκεφτόμαστε, ό,τι κι αν επιχειρήσουμε, θα πεθάνουμε…»

Με αυτά τα λόγια ξεκινά το βιβλίο του ο Γκυ ντε Μωπασάν που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1850 και συναναστράφηκε όλα τα μεγάλα πνεύματα της εποχής του. Το μεγάλο έργο που άφησε πίσω του τον καταξίωσε στην ιστορία της Λογοτεχνίας.

Στο βιβλίο που διαβάζω, σε όλο το πρώτο κεφάλαιο ο Μωπασάν παραθέτει το κίνητρο του για το ταξίδι στη Βόρεια Αφρική. Από το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Από το Αλγέρι στην Τύνιδα», κι ύστερα αρκείται στην περιγραφή των τόπων και των ανθρώπων, δίνοντας αναλυτικές πληροφορίες για τους Άραβες και τις συνήθειές τους, όπως τις παρατηρεί μετακινούμενος με δυσκολία στην όχι και τόσο φιλόξενη περιοχή. 
Συχνά πυκνά συγκρίνει, όπως και στο απόσπασμα που έχω παραθέσει στην αρχή, τη διαφορά Ευρωπαίων και Αράβων και ενίοτε τάσσεται υπέρ των δεύτερων. 
Το όλο ανάγνωσμα, αν συνδυαστεί μάλιστα με το κεφάλαιο «Η Αλγερινή Επανάσταση» από το βιβλίο «Επαναστατικά και Απελευθερωτικά Κινήματα» του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη, από τις εκδόσεις του «Εικοστού Πρώτου», δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που παραμένουν στο κεφάλι μου ανοιχτά, καθώς προσπαθώ να καταλάβω, έστω και λίγο, ποιες μακρόχρονες παραδόσεις διαμορφώνουν τη στάση και τη συμπεριφορά των αραβόφωνων φίλων και αγαπημένων μαθητών μου. 
Τώρα, βέβαια, θα μπορούσε να μου πει κανείς πως είναι λάθος μια οποιαδήποτε γενίκευση και θα συμφωνήσω.  Επίσης, θα μπορούσε να μου πει πως δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα μια τέτοιου τύπου, ας την πω, ιστορική διερεύνηση. Σωστό κι αυτό. 
Από την άλλη όμως, πώς θα μπορέσω να κατανοήσω τα ζητήματα που έχουν παρεισφρήσει στην καθημερινότητά μου και απασχολούν επισταμένως τη σκέψη μου; 
Νέοι τόποι, νέοι ορίζοντες, νέοι άνθρωποι και μια περίεργη ώθηση κατανόησης του ξένου, του μακρινού, που είναι δίπλα μου και, ενώ σταδιακά γίνεται οικείο, διατηρεί άσβεστη τη μυστηριακή του προέλευση. Πρόκειται για ένα ταξίδι «αναζήτησης».
Άλλωστε, όπως λέει ο Μωπασάν:

«Το ταξίδι είναι σαν μια διέξοδος, για να βγούμε από τη γνωστή πραγματικότητα και να περάσουμε σε μια ανεξερεύνητη πραγματικότητα που μοιάζει με όνειρο.»
(Το ταξίδι που κάνουμε από επιλογή, προφανώς εννοεί…)

Κι εγώ, σχεδόν έναν χρόνο τώρα, ταξιδεύω κι αγγίζω την ανεξερεύνητη πραγματικότητα… Μια από όλες τις πραγματικότητες που ανοίγονται γύρω μου. 
Και η περιέργειά μου με ωθεί, ολοένα με ωθεί, να μάθω το «γιατί;». 
Αυτό το πνιγμένο σε δάκρυα που δεν κύλησαν «γιατί;», αυτό που μένει μετέωρο στο υγρό, σκούρο μα και τόσο φωτεινό συνάμα, βλέμμα των Αράβων μαθητών μου…

Στην Ανατολή μένει κανείς αδιάκοπα έκπληκτος…
Και στη Δύση, επίσης!
Στη Δύση, αυτήν την πολιτισμένη κοινωνία...

Άντε, καλό μήνα!

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Ψηφιακός Ανθρωπισμός

Ως εκπαιδευτικός, τον τελευταία καιρό, βίωσα και συνεχίζω να βιώνω μια εντελώς καινούρια κατάσταση, καθώς οι νέες συνθήκες και τα μέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας, μας έφεραν μπροστά σε μια παντελώς άγνωστη για τους περισσότερους διαδικασία, που εσφαλμένα ονομάστηκε "εξ αποστάσεως διδασκαλία"! 
Αυτό που έγινε δεν ήταν "εξ αποστάσεως διδασκαλία". Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα που είχε, δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να μείνουμε, εμείς οι δάσκαλοι, παντί τρόπω, σε επικοινωνία με τα παιδιά ή με τους ενήλικες μαθητές μας, όσοι από μας διδάσκουμε σε Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας. 
Βέβαια, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι με τα παιδιά αυτά, όπως και με τους ενήλικες μαθητές μας, γνωριζόμασταν κι είχαμε ήδη αναπτύξει την προαπαιτούμενη εμπιστοσύνη, καθώς και επαρκή συναισθηματική επικοινωνία. Αν δεν υπήρχε η προηγηθείσα διά ζώσης σχέση δασκάλου-μαθητή -πάνω στην οποία ήρθε και πάτησε, εντελώς απροετοίμαστα και αιφνιδιαστικά, η σύγχρονη και η ασύγχρονη τηλεκπαίδευση- η απουσία  εκπαιδευτικού σχεδιασμού, που σε γενικές γραμμές χαρακτήριζε το όλο εγχείρημα, βάζω στοίχημα, θα επέφερε παταγώδη αποτυχία. Αυτό που καταφέραμε, σε γενικές γραμμές, δεν ήταν παρά ένας αγώνας αξιοποίησης μιας ανεπαρκούς τεχνολογίας. Όλη η προσπάθεια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, επικεντρώθηκε στην τεχνολογία και από την (τηλ)εκπαιδευτική διαδικασία έλειψε ο καίριος προσανατολισμός, που βάζει στο κέντρο τον μαθητή. 
Μετά από αυτήν την εμπειρία, είμαι βέβαιη πως οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί, ανεξάρτητα από το αν αποδέχονται ή όχι την άμεσα εξαρτημένη από την τεχνολογία τηλεκπαίδευση, και πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις τους και επιφυλάξεις τους, προσπαθούν να αποκτήσουν όχι μόνο τις απαιτούμενες δεξιότητες, αλλά και τη βασική γνώση και επίγνωση μιας νέας πραγματικότητας που, δυστυχώς, δεν περιορίζεται στο χώρο του σχολείου. Η νέα πραγματικότητα φαίνεται πως αφορά την ... ψηφιοποίηση της ίδιας της ζωής, εν γένει!

Επηρεασμένη από όλα όσα ζω τον τελευταίο καιρό,  το κίτρινο βιβλίο με τίτλο "Ψηφιακός Ανθρωπισμός", που βρίσκονταν ανάμεσα σε άλλα στο περβάζι του παραθύρου, τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Του Θεοφάνη Τάση, κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. 
Ο συγγραφέας, γεννημένος μόλις το 1976, διδάσκει Σύγχρονη Πρακτική Φιλοσοφία στο Alpen-Adria Universität στην Αυστρία, είναι επισκέπτης καθηγητής σε άλλα Πανεπιστήμια και -παρόλο το νεαρό της ηλικίας του- έχει ένα πολύ μακρύ και πολύ αξιόλογο βιογραφικό.
Στο βιβλίο αυτό καταπιάνεται με την "εικονιστική κοινωνία", την οποία αρκετοί ανάμεσά μας, συνεχίζοντας να ζουν ... παραδοσιακά κι αποφεύγοντας συστηματικά την τεχνολογία, δεν έχουν πάρει είδηση. Όμως η "εικονιστική κοινωνία", που έχει ως κεντρικό γνώρισμα την κυριαρχία της εικόνας σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει βαθμιαία επιφέρει την εξεικόνιση του βίου, με όσα αυτό συνεπάγεται.
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο πώς ο συγγραφέας εξηγεί το νόημα που δίνει στο νεολογισμό "εικονιστική κοινωνία", επειδή αυτό που με ενδιαφέρει πρωτίστως είναι ο ... ανθρωπισμός, ψηφιακός και μη.

Ζώντας στη Μυτιλήνη, τον τρέχον σχολικό έτος, έχω συναναστραφεί μέσα από ποικίλες επαγγελματικές και εθελοντικές δραστηριότητες με πολλούς πρόσφυγες και με  αρκετούς αιτούντες άσυλο κι ως εκ τούτου έχω αναπτύξει ή μάλλον προσπαθώ να αναπτύξω μια συγκεκριμένη επιχειρηματολογία γύρω από το "προσφυγικό ζήτημα", όπως το βιώνω, όχι εξ αποστάσεως, αλλά διά ζώσης, που - στην εκπαίδευση τουλάχιστον - είναι πάντοτε ζητούμενο. 
Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο του βιβλίου που διάβασα αμέσως μόλις το έπιασα στα χέρια μου ήταν αυτό με τίτλο "Καλλιεργώντας την γη της επαγγελίας: Μερικές παρατηρήσεις για το προσφυγικό ζήτημα", το οποίο έκανε μια εξαιρετική ανάλυση των προβλημάτων που συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε "προσφυγικό", ξεκινώντας με την επίκριση της φράσης "οι ροές των προσφύγων", που έχει επικρατήσει. Μιλάμε σαν να πρόκειται για μια ομογενοποιημένη μάζα ανθρώπων και αυτό είναι λάθος, γιατί κάθε άνθρωπος που εγκαταλείπει την πατρίδα του και ζητά άσυλο σε μια άλλη χώρα κουβαλά τη δική του ιστορία. Αποτελεί μονάδα διακριτή... Το κεφάλαιο, αν και σύντομο κάνει μια βαθιά τομή στο πρόβλημα και κλείνει ως εξής: 

"... η συμπόνοια και η αλληλεγγύη συχνά συγχέονται με τον οίκτο, ενισχύοντας την τάση να παρουσιάζονται οι πρόσφυγες ως παθητικοί δέκτες φιλανθρωπίας. Αυτή η εικόνα των προσφύγων είναι παραπλανητική και άδικη τόσο για εκείνους όσο και για μας, διότι χάρη σε αυτούς ένα μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού επανεκτίμησε ορισμένα ατομικά και πολιτισμικά κεκτημένα που είχαν καταστεί αυτονόητα στην ευημερία που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμπνεύστηκε από το σθένος τους στην αναζήτησή ενός αυθεντικότερου βίου, εξερευνώντας εναλλακτικές στην καθημερινότητα και αναθεωρώντας συνήθειες και τρόπους ζωής. Σε αυτούς τους Ευρωπαίους οι πρόσφυγες υπενθύμισαν την ενδεχομενικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και τον κίνδυνο της ύβρεως. Χάρη στην οδύσσεια των προσφύγων οι πολίτες και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες σ' έναν βαθμό ωρίμασαν μαθαίνοντας κάπως ν' αυτοπεριορίζονται. Η Ευρώπη ίσως να μην συνιστά γη τες επαγγελίας. Όμως καλλιεργώντας την, δηλαδή, προασπίζοντας την οικουμενικότητα των αξιών της, αποδεχόμενοι την αδυναμία διαχείρισης του συνόλου της δυστυχίας και της οδύνης, βιώνοντας ταυτόχρονα τις ενοχές και την συμπόνοια αυτής της συνθήκης χωρίς ν' αποσυρόμαστε χάνοντας την ανθρωπιά μας δρέπουμε ήδη, παλιοί και νέοι πολίτες της, καρπούς νοήματος. "

Μπορεί η Ευρώπη, μέσα από την πανδημία να έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο που κάθε άλλα παρά γη της επαγγελίας την καθιστά, αλλά...
Μένω στο γεγονός πως ανάμεσα στους πρόσφυγες που έχω συναναστραφεί αυτόν τον καιρό, υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά θαύμασα για την προσπάθεια που καταβάλουν να ενταχτούν, να ριζώσουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους εδώ...
Μια ζωή λιτή, αυθεντική κι επίμονα ανθρώπινη, που απέχει πολύ από τον ... "ψηφιακό ανθρωπισμό".

Όπως και να 'χει το βιβλίο του Θεοφάνη Τάση είναι καταπληκτικό.


Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

Η ιστορία του κύκλου

Τα φυσικά αντικείμενα δεν εμφανίζονται με αριθμούς προσαρτημένους επάνω τους. Οι αριθμοί, όπως και οι κύκλοι, αποτελούν αφαιρέσεις που υφίστανται μόνο στον ανθρώπινο νου: ακόμα και το 7 και το π δεν αποτελούν αφ’ εαυτών αριθμούς, αλλά απλά σύμβολα αριθμών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα μαθηματικά για τα φυσικά φαινόμενα, χρειάζεται, πριν από όλα, να συνδέσουμε τους αριθμούς με πραγματικά φυσικά αντικείμενα. Αυτό το κάνουμε με δύο τρόπους: με αρίθμηση και με μέτρηση. Αυτές οι δύο διαδικασίες είναι ριζικά διαφορετικές.
Η απαρίθμηση, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να είναι άμεση: απλά βάζουμε ένα σύνολο από αντικείμενα σε μια αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με το σύνολο των θετικών ακεραίων μας. Αν απαριθμήσουμε 34 πεπόνια σε ένα καρότσι, αναμένουμε ότι ένας άλλος παρατηρητής θα φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα αν τα καταμετρήσει και σίγουρα κανείς δε θα φτάσει σε αποτέλεσμα με ελαφρά διαφορετικούς αριθμούς όπως το 33,91 ή το 34,28. Ο καθένας, χρησιμοποιώντας το μετρικό σύστημα, θα έπαιρνε αποτέλεσμα 34 πεπόνια. Χρησιμοποιώντας ρωμαϊκή αρίθμηση, παίρνουμε XXXIV, που αποτελεί απλά ένα εναλλακτικό σύμβολο για τον αριθμό 34.
Παρά ταύτα, η σύμπτωση των αποτελεσμάτων της απαρίθμησης που γίνεται από διαφορετικούς καταμετρητές δεν είναι με κανέναν τρόπο εγγυημένη, ακόμα κι αν δεν γίνουν λάθη. Η σιωπηλή υπόθεση είναι ότι τα μέλη του συνόλου είναι χωρίς αμφιβολία όμοια, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε μετρητής αναγνωρίζει ένα πεπόνι όταν δει ένα πεπόνι. Θα έπρεπε όμως να καταμετρηθεί ένα σάπιο πεπόνι; Τι γίνεται με ένα πεπόνι που είναι πολύ άγουρο και πράσινο για να φαγωθεί; Ή ένα πεπόνι στο οποίο κάποιος σκίουρος μερικές δαγκωματιές; Συχνά, κάποιοι καταμετρητές δικαιολογημένα θα πάρουν διαφορετικές αποφάσεις από άλλους για το αν κάποια αντικείμενα ανήκουν ή δεν ανήκουν στο σύνολο αυτών που καταμετρούνται. Το αποτέλεσμα; Ασυμφωνία στην καταμέτρηση. 
Οι μαθηματικοί μπορούν να σχεδιάζουν Βένια διαγράμματα και να ορίζουν με άλλον αφηρημένο τρόπο ποιο στοιχείο ανήκει σε ένα συγκεκριμένο σύνολο. Το σίγουρο είναι ότι, στο χώρο των καθαρών μαθηματικών, οι απαριθμήσεις δεν είναι ποτέ αβέβαιες. […]
Στην ομαδοποίηση και στην απαρίθμηση θυσιάζουμε τη λεπτομέρεια για να κερδίσουμε μια γενικότερη περιγραφή. Δε θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να εκπλησσόμαστε όταν δύο ανεξάρτητες καταμετρήσεις διαφωνούν. Αυτό συμβαίνει συχνά και δεν είναι απαραίτητο κάποια απαρίθμηση να είναι λανθασμένη (όπως στις αναφορές θανάτων σε κάποια καταστροφή). Το σημείο που πρέπει να θυμάται κάποιος είναι τούτο: καμία αριθμητική καταμέτρηση δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή ως προς την αριθμητική της τιμή, χωρίς εξέταση του εμπειρικού πλαισίου από το οποίο προέκυψαν οι αριθμοί
 ----------------------------------------------------------------------------
Το παραπάνω κείμενο είναι συρραφή αποσπασμάτων ενός μεγαλύτερου αποσπάσματος από το βιβλίο του Ernest Zebrowski,  «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ μαθηματική λογική και το φυσικό σύμπαν», από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σε μετάφραση Π. Παπαχρήστου. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο, με τίτλο «Τα μαθηματικά και ο φυσικός κόσμος», όπου ο Zebrowski αναλύει πώς συνδέονται τα μαθηματικά επινοημένα εργαλεία, όπως είναι το σύνολο των θετικών ακέραιων, με τα φυσικά αντικείμενα κατά την απαρίθμηση -ή αλλιώς καταμέτρηση- των στοιχείων ενός συνόλου. Ποιος όμως καθορίζει τους κανόνες ώστε ένα φυσικό αντικείμενο ή ένας άνθρωπος, ζωντανός ή νεκρός, θα πρέπει να καταμετρηθεί σε ένα συγκεκριμένο σύνολο; Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα μου ήρθε στο μυαλό η αμφισβήτηση που διατυπώθηκε προσφάτως 
για τον αριθμό των καταγεγραμμένων συνανθρώπων μας που κατέληξαν λόγω του COVID 19 στη χώρας μας.  
Το ερώτημα, αν η απαρίθμηση έγινε σωστά ή όχι, έχει παραμένει ανοιχτό. 
Όμως αναρωτιέμαι αν μπορεί να «κλείσει» ένα θέμα που έχει να κάνει με ανθρώπινες επιλογές, με σχεδιασμούς, με στόχους, με προοπτικές και, εν τέλει, με συμφέροντα… 
Άλλωστε, και ο Zebrowski το λέει ρητά: μπορεί δυο καταμετρήσεις να διαφέρουν σημαντικά, χωρίς καμία από τις δύο να είναι εσφαλμένη και αναφέρει ως παράδειγμα τους θανάτους σε κάποια καταστροφή. Με ποια κριτήρια γίνεται η εκάστοτε καταμέτρηση;
-------------------------------------------------------------------
Το βιβλίο είναι γοητευτικό και, καθώς απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό, περιέχει λίγα στοιχειώδη μαθηματικά, τα οποία ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσει κανείς για να διαβάσει το βιβλίο και να ακολουθήσει ένα «συναρπαστικό ταξίδι σε δύο κόσμους και στο σημείο τομής τους: τον κόσμο των στρογγυλών φυσικών οντοτήτων και σ’ αυτόν των πραγματικών και μαθηματικών κύκλων», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Εγώ πάλι, πιστεύω ότι αυτό που έχει να κερδίσει κάποιος διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, τη χρονική περίοδο που διανύουμε, κατά την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ όλοι κρεμόμαστε πάνω από τους αριθμούς των κρουσμάτων και των νεκρών,  περιμένοντας να ζήσουμε, να προγραμματίσουμε, να σχεδιάσουμε, να επανεκκινήσουμε τις δουλειές μας και τις ίδιες τις ζωές μας, αυτό που έχει να κερδίσει κανείς, είναι να κατανοήσει τη διαφορά του κόσμου της επιστήμης, που βασίζεται στα επινοημένα εργαλεία των μαθηματικών, από τον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει. 
Ως μέρος του φυσικού κόσμου, θα πρέπει να επανεκτιμήσουμε τη θέση μας και τις δυνατότητές μας. Θα πρέπει ακόμη να σταθούμε κριτικά απέναντι στα «θεοποιημένα» εργαλεία, που έχουμε επινοήσει για να κατανοήσουμε και να κατακτήσουμε τη φύση… 
«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ», ένα βιβλίο για την ιστορία της σκέψης και την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να κυριαρχήσει στη φύση, θα μπορούσε ως ένα βαθμό να μας διαφωτίσει, επειδή παρουσιάζοντας την ιστορία του κύκλου, περιγράφει τους κύκλους της ιστορίας μέσα από την εξέλιξη της επιστήμης.
Όμως σήμερα η επιστήμη, με τα χέρια ψηλά, γυρεύει από αριθμούς και νούμερα τη λύση κι ολοένα απαρριθμεί και καταμετρά. 

Στρατή, σε ευχαριστώ πολύ που μου δάνεισες το βιβλίο του Zebrowski!

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

...μυαλό βαθιά!

Μόλις ανοίξω τα μάτιά μου το πρωί, αμέσως ανοίγω και το κινητό να μπω στο ίντερνετ! Χρόνια συνήθεια που σε καμιά περίπτωση δεν θα ισχυριστώ ότι οφείλεται στα μέτρα, στον αποκλεισμό και στον κορονοϊό.
Ένα γρήγορο σκανάρισμα στα μηνύματα, στην αρχική του fb, μια διαγώνια ανάγνωση ενός δύο άρθρων με πιασάρικο τίτλο, λίγο άσκοπο σερφάρισμα συνοδεύουν πάντα τον πρωινό μου  καφέ. Και είμαι βέβαιη πως είμαι μία ανάμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπων που ξεκινούν τη μέρα τους με απαράλλαχτο τρόπο. Η διαδικτυακή παγκοσμιοποίηση καλλιέργησε σταδικά τα ίδια χούγια στις ευρύτερες μάζες του γήινου πληθυσμού. Φυσικά υπάρχουν και οι μικροδιαφορές σε τούτη την ταύτιση. 
Εγώ για παράδειγμα, όπως και χιλιάδες άλλοι ομόΤεχνοι μου, παρακολουθώ μια πλειάδα σελίδων με μαθηματικό περιεχόμενο, που σίγουρα δεν ενδιαφέρουν τον πολύ κόσμο. Παρακολουθώ σελίδες με πολύ light και διασκεδαστικά Μαθηματικά, εκπαιδευτικές σελίδες, έως, ενίοτε, και επιστημονικές (στο βαθμό που κατανοώ τα θέματά τους, προφανώς ...)
Μάλιστα, μου έχει συμβεί κάποια από τα καλύτερα μαθήματά μου στην τάξη να έχουν βασιστεί σε μια ιδέα, σε μια άσκηση, σε έναν γρίφο, αλλά ακόμη και σε μια ιστορία ή σε ένα γλωσσολογικό κανόνα, που έτυχε να πέσει πάνω μου, καθώς σερφάριζα ή καθώς σκάναρα τη σελίδα μου στο fb, λίγο πριν ξεκινήσω για το σχολείο. Καθοδόν, από το σπίτι στο σχολείο, σκεφτόμουν και ανασχεδίαζα το προγραμματισμένο μάθημα, για να κάνω χώρο στην καινούρια ιδέα που μόλις είχα αλιεύσει από τον διαδικτυακό ωκεανό. Βέβαια, το  κλείσιμο των σχολείων μου έχει στερήσει αυτήν την τόσο αγαπητή, την τόσο ζωογόνα, δραστηριότητα, αλλά η έξις δευτέρα φύσις!
Σήμερα το πρωί ένα από τα πρώτα που μου τράβηξε την προσοχή ήταν το εικονιζόμενο post  του Melvin Genovez. Πριν ακόμη μπει το μυαλό σε λειτουργία, με την πρώτη ματιά σκέφτηκα επίκεντρες γωνίες, 360 μοίρες κι ό,τι άλλο φέρνει στη σκέψη η εικόνα ενός κύκλου χωρισμένου σε τομείς. Ούτε τα χρώματα, ούτε οι αριθμοί επηρέασαν την αρχική μου σκέψη, παρά μόνο ο κύκλος! Μπορεί να κράτησε για κλάσματα δευτερολέπτου, αλλά ήταν αρκετό να δημιουργήσει μια παράλληλη δεύτερη σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού μου: τι θα σκέφτονταν τα παιδιά αν τους έθετα το ερώτημα; Πώς θα αξιοποιούσα τις απαντήσεις τους, στη συζήτηση που θα ακολουθούσε, για να αναφέρω ακόμη μια φορά πως το μυαλό έχει τους δικούς του κανόνες λειτουργίας, που πρέπει να γνωρίζουμε και να ελέγχουμε συχνά;
Ομολογώ πως μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι θα κάνω πολύ καιρό να ξαναδώ παιδιά σε σχολική τάξη, αλλά είπαμε η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση. Μερικές φορές, βάζω το χέρι μου στη φωτιά, γίνεται πρώτη με διαφορά...
Τέλος πάντων, αφού συγκεντρώθηκα κι έλυσα το γρίφο, πήγα στον μόνο διαθέσιμο άνθρωπο του σπιτιού, που καμιά σχέση δεν έχει με μαθηματικά, και του έθεσα το ερώτημα. Το είδε για λίγο, περισσότερο για να μου κάνει το χατήρι, παρά γιατί ενθουσιάζεται με τέτοια πράγματα, και μου απάντησε "ε, πόσο μένει από τις γωνίες, τόσο θα είναι το x+y...δεν τα θυμάμαι καθόλου αυτά...", κι ύστερα συνέχισε τη δουλειά του. 
Εγώ όμως πανηγύρισα! Πανηγύρισα, επειδή είχα μόλις εισπράξει την επιβεβαίωση πως τα μάτια βλέπουν μέσα από το μυαλό, βαθιά.  Και όταν το μυαλό λειτουργεί παρορμητικά, ανασύρει τα βασικά πρότυπα, ενίοτε και κυρίαρχα στερεότυπα, κι έτσι μας παραπλανά!
Άλλοτε αφαιρεί δεδομένα, άλλοτε προσθέτει, άλλοτε μετασχηματίζει, αλλοιώνει, τροποποιεί κι αντλεί από την εμπειρία κάτι γνώριμο, για να φτιάξει μια κάποια εκδοχή. 
Στα Μαθηματικά, βέβαια, και στα κλειστού τύπου προβλήματα που θέτουμε, δεν έχουμε επιλογή, αφού ένα είναι το αποτέλεσμα κι άρα μια είναι η "εκδοχή".                                
Τέλος πάντων, το θέμα μου δεν είναι τα Μαθηματικά, αλλά το μυαλό του ανθρώπου.
Πώς σκέφεται, πώς λειτουργεί...
Από ποια φίλτρα περνάει η σκέψη πριν αυτονομηθεί;

Λίγες μέρες πριν, ένα πρωί μόλις άνοιξα τα μάτιά μου και, ξαπλωμένη ακόμη, μπήκα στο ίντερνετ, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν το μήνυμα από έναν μαθητή.
 Σκέτη η διπλανή εικόνα, χωρίς λόγια. Υπέθεσα πως ήθελε την απάντηση και δεν κρατήθηκα να μην του την πληκτρολογήσω αμέσως, κάνοντας με το μυαλό τις πράξεις. Μάλιστα, θυμάμαι που σκέφτηκα πως η παγίδα είναι στο ζητούμενο, που έχει πρώτα πρόσθεση και μετά πολλαπλασιασμό, οπότε ένα λάθος κλασικό είναι στην προτεραιότητα των πράξεων. Κάνω, λοιπόν, τις πράξεις κι απαντώ. Αμέσως έρχεται πίσω η απάντηση. 
"Εγώ βγήκα 32", αλλά κανένα άλλο σχόλιο. 
Το δικό μου αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό, αλλά δεν ασχολήθηκα άλλο, πεπεισμένη πως εγώ βρήκα το σωστό. Σηκώθηκα, πλήθυκα, ήπια καφέ, τον ξέχασα τον γρίφο. Το ξέχασα το θέμα.
Καμιά ώρα μετά καινούριο μήνυμα.
"Παίζει ρόλο που στο κάτω η μάγισσα δεν κρατάει κάτι;". 


Δεν κατάλαβα τι έλεγε. Είχε περάσει η ώρα, κόντευα να το ξεχάσω εντελώς το θέμα, αλλά δεν μπορούσα και να μην απαντήσω. Πηγαίνω παραπάνω στα μηνύματα, βλέπω πάλι την εικόνα. 
"Στο κάτω δεν κρατάει κάτι", όντως δεν κρατάει. 
Αλλά αν γίνεται μια τέτοια αναφορά, σημαίνει πως στο πάνω  η μάγισσα κάτι θα κρατάει. Είχα στο μεταξύ φορέσει τα γυαλιά μου, είχα πιει και τον καφέ μου, η όρασή μου βελτιώθηκε αισθητά και είδα στην επάνω γραμμή η μάγισσα τι κρατά... Έτρεξα να απαντήσω αμέσως. "Ναι, φυσικά και παίζει ρόλο... Περίμενε". Πήρα χαρτί κι έκανα τις πράξεις όλες κανονικά. Αρκετά είχα εκτεθεί προηγούμενως με τα μάτια ακόμη κλειστά. Έστειλα τη λύση αναλυτικά, αλγεβρικά, ιδιαίτερη προσοχή ετούτη τη φορά. Και όλα καλά. Βέβαια, καθόμουν και σκεφτόμουν μετά γιατί δεν είδα το ραβδί και το σκουπόξυλο που κρατάει η μάγισσα στην πρώτη γραμμή. Θύμα κι εγώ του μυαλού, που ενίοτε βλέπει στα τυφλά.

Όμως, πρέπει να ομοληγήσω, πως δεν ένιωσα ντροπή που δεν παρατήρησα την εικόνα καλά  και βρήκα λάθος αποτέλεσμα με την πρώτη ματιά. Δεν θα έκανα καμία αναφορά σ' αυτό, δηλαδή στην έλλειψη αιδούς, αν στο μεταξύ δεν είχε λάβει χώρα μια άλλη συζήτηση σήμερα το πρωί.

Αργά χθες το βράδυ βρήκα ένα μήνυμα από έναν αγαπημένο παιδικό φίλο, γιατρό.
"2+3+3x11=?  
Χρειάζεται παρένθεση?  
Ή μήπως όχι? 
Όπως τη γράφω είναι αυτονόητη η πράξη?" 
Του απάντησα αμέσως. 
"Δεν χρειάζεται. Είναι ορισμένη η προτεραιότητα των πράξεων. 2+3+3x11=38"
Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής έκανα τρεις φορές τις πράξεις, μετά την προηγούμενη εσφαλμένη απάντηση που είχα δώσει στον μαθητή, αν και το συγκεκριμένο ερώτημα δεν είχε ούτε μάγισσες, ούτε σκουπόξυλα, ούτε μαγιόξυλα.
Το πρωί διάβασα στο απαντητικό ευχαριστήριο μήνυμα του φίλου μου πως νιώθει ντροπή που δεν θυμάται αυτά τα απλά πράγματα...
Διαβάζοντας τη λέξη "ντροπή", πήρε φωτιά ο εκπαιδευτικός μου οίστρος. 
Γιατί αφήνουμε την ντροπή να καταδειναστεύει τα παιδιά μας στο σχολείο; 
Πώς η ντροπή μιας λαθεμένης απάντησης, γεννά το φόβο που κάνει το μαθητή να απέχει από το μάθημα; 
Πώς ενήλικες πια, έμπειροι και -κάποιοι από μας- διακεκριμένοι, κρύβουμε μέσα μας βαθιά το παιδί που στο σχολείο έμαθε ότι οφείλει να ξέρει τα πάντα και να απαντάει σε όλα σωστά; Κι όταν κάνουμε ένα λάθος, ποια και πόσα (άσχημα) συναισθήματα γεννά;
Ξαφνικά, ένιωσα μέσα μου ευγνωμοσύνη για τη μάγισσα εκείνη, που λίγες μέρες πριν, με εξέθεσε στα μάτια του μαθητή μου με τα καπρίτσιά της, μια να κρατάει το μαγικό ραβδί της και μια να μην το κρατά! Έγινα αίφνης εγώ η ίδια το πείραμα που πολύ θα ήθελα να τρέξω να το δοκιμάσω με τα παιδιά μου στην τάξη, δείχνοντάς τους τον κύκλο του Melvin Genovez, που συνδυάζει τον κύκλο, τους αριθμούς και τα χρώματα, με τα άγνωστα  x, y και μας προκαλεί.

Εγώ βρήκα στον γρίφο αυτό δύο λύσεις για το x+y,  27 και 315.
Θεωρώ δεκτή την πρώτη, επειδή έθεσα έναν εύλογο(;) περιορισμό. 
Αλλά σημασία δεν έχει τόσο αυτό, όσο το πόσο βαθιά μες στο μυαλό μου μπορώ να δω. 
Κι αν σε κάτι μας βοηθούν πραγματικά τα όμορφα κι απλά Μαθηματικά, δεν είναι πρωτίστως στο να απαντήσουμε σωστά, αλλά στο να διερευνήσουμε εκ των υστέρων το δρόμο που ακολούθησε η σκέψη μας. 
Αυτό έχει πάντα, ανεξάρτητα από την ηλικία μας, να μας αποκαλύψει πολλά. 
Και  κάποτε να μας λυτρώσει από χρόνια δεσμά.
Οπότε, μυαλό βαθιά!

------------------------------------