Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2019

"Η σιωπή της καμηλοπάρδαλης" βοά...

Στην αυλαία του 2019 επιστρέφω στον αγαπημένο Κάρλο Φραμπέτι, για να βρω παρηγοριά. Αντιγράφω αυτούσια μια ιστορία από το βιβλίο του "Η σιωπή της καμηλοπάρδαλης" κι αυτή δεν είναι η πρώτη φορά. [1]

Η ασυγκράτητη πόλη

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μικρός πλανήτης. Αυτός ο μικρός πλανήτης είχε μόνο ένα δέντρο. Κι αυτό το δέντρο ήταν μέσα σε έναν πύργο.
Κάποτε, όμως, αυτός ο μικρός πλανήτης ήταν σκεπασμένος ολόκληρος από δάση. Οι κάτοικοί του συνήθιζαν να λουφάζουν μέσα σε μεγάλες κουφάλες δέντρων και τρέφονταν με φρούτα του δάσους και κυνήγι, ώσπου ανακάλυψαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Και τότε έκτισαν την πόλη.
Πότε πότε, τα θηρία του δάσους ρίχνονταν στα κοπάδια και ρήμαζαν τις σοδειές, γι’ αυτό και οι άνθρωποι περιέφραξαν την πόλη τους μ’ ένα πέτρινο τείχος.
Το τείχος, βέβαια, μπορεί να προστάτευε πολύ αποτελεσματικά τα σπίτια, τα περιβόλια και τους στάβλους, αλλά εμπόδιζε την επέκταση της πόλης, που οι κάτοικοί της όλο και πλήθαιναν. Έτσι, μετά από λίγο καιρό, χρειάστηκε να υψωθεί γύρω από το πρώτο τείχος άλλο ένα, μεγαλύτερο. Κι ύστερα χρειάστηκε να κτιστεί κι ένα τρίτο, ακόμα μεγαλύτερο, που για τα θεμέλιά του χρησιμοποιήθηκαν οι πέτρες του πρώτου τείχους, το οποίο τώρα πια ήταν άχρηστο κι έστεκε χαλασμένο μέσα στην πόλη.
Αυτές οι περιοδικές επεκτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη με τελετουργικό ρυθμό: με τις πέτρες του δεύτερου τείχους φτιάχτηκαν τα θεμέλια του τέταρτου, με τις πέτρες του τρίτου, τα θεμέλια του πέμπτου... Σαν ομόκεντρα κύματα σε μια πετρώδη λίμνη, τα διαδοχικά τείχη επεκτείνονταν προς τα έξω, όλο και ευρύτερα, αναγκάζοντας το δάσος να υποχωρεί αργά, αλλά αδυσώπητα.
Πέρασαν οι αιώνες, κι όταν ήρθε η μέρα να υψώσουν το χιλιοστό δεύτερο τείχος, οι κάτοικοι της πόλης, ενεοί, έκαναν μιαν απίστευτη ανακάλυψη: για να το κτίσουν ολόκληρο, έφταναν οι πέτρες του χιλιοστού τείχους, που θεωρητικά ήταν πολύ μικρότερο.
Ένας γέρος φιλόσοφος, έδωσε την ακόλουθη εξήγηση: «Ο κόσμος μας δεν είναι επίπεδος, αλλά σφαιρικός. Το χιλιοστό πρώτο τείχος διαγράφει τη μέγιστη περιφέρεια της γήινης σφαίρας, και γι’ αυτό το χιλιοστό δεύτερο είναι μικρότερο απ’ αυτό, κι ας το περιβάλλει. Αυτό σημαίνει ότι η απέραντη πόλη μας ήδη καλύπτει το ήμισυ του κόσμου, κι αν συνεχίσει ν’ αυξάνει με τον ίδιο ρυθμό, σε ένα χρονικό διάστημα ίσο με αυτό που διέρρευσε από την κτίση της, θα τον έχει καλύψει ολόκληρο, και το δάσος θα εξαφανιστεί».
Οι ιερείς απέκρουσαν μετά βδελυγμίας αυτή την εξήγηση και είπαν ότι οι θεοί, επειδή τους είχαν λυπηθεί για το κολοσσιαίο άχθος τους, να υψώνουν το ένα τείχος πίσω απ’ το άλλο, τους χάρισαν θαυμαστή ευκολία να κτίζουν περισσότερο με λιγότερες πέτρες.
Αιώνα με τον αιώνα, τα τείχη μίκραιναν, αλλά η εντειχισμένη πόλη ήταν όλο και μεγαλύτερη. Κι έφτασε κάποτε η στιγμή που έγινε σ’ όλους φανερό ότι ο γέρος φιλόσοφος είχε δίκιο, ότι ο κόσμος ήταν σφαιρικός στ’ αλήθεια, αφού το δάσος είχε περιοριστεί σε μια μικρή κυκλική έκταση που φαινόταν ψηλά από τα τείχη. Τα τρομερά θηρία και τ’ άλλα ζώα είχαν εξοντωθεί, όχι όμως και ο ιερός τρόμος που το δάσος ενέπνεε στους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι συνέχισαν να το συνωθούν ώσπου το κατάντησαν να είναι ένα και μοναδικό δέντρο, περιφραγμένο από ένα πελώριο τείχος, που πιο πολύ έμοιαζε μ’ έναν πύργο χωρίς στέγη ή μ’ ένα πελώριο πηγάδι που είχε ξεφυτρώσει από τη γη.
________________________________________________________________

Ο μαθηματικός ορθολογισμός του Φραμπέτι κι ο ορθολογισμός, έχω την αίσθηση πως τείνουν να εκλείψουν παντελώς. Αμφιβάλλω, βέβαια, για το αν υπήρξαν και ποτέ γενικά! 
Όπως και να 'χει, θέλω να ελπίζω πως σε λίγες ώρες θα ξεκινήσει μια -έστω λίγο- καλύτερη -για όλον τον κόσμο- χρονιά...
Και, τέλος πάντων, αν θέλετε να συμβάλλετε κι εσείς στη βελτίωση των συνθηκών,  ξεκινήστε διαβάζοντας κατά τι περισσότερο ... τα Μαθηματικά! 
 ________________________________________________________________

[1] Πατώντας εδώ, βλέπετε την ιστορία που είχα επιλέξει στο τέλος του 2008! 
Έντεκα χρόνια μετά, ξαναγυρνώ σε εκείνα τα βιβλία τα παλιά, αναζητώντας -εις μάτην;- παραμυθία και παρηγοριά...

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησιά

Κωνσταντινούπολη, 27 Δεκεμβρίου 537 μ.Χ.

" ... Πάνω στο τραπέζι που συνήθιζε να εργάζεται, (η Θεανώ) όλα ήταν άθικτα. Το χειρόγραφο που της είχε δώσει να μελετήσει ο Ευτόκιος, το μελανοδοχείο, οι γραφίδες της αραδιασμένες κατά σειρά, η ξύλινη κερωμένη πλάκα που χρησιμοποιούσε για τα πρόχειρα σχήματα και τους υπολογισμούς... Μόνο ο κώδικάς της, το βιβλίο όπου εδώ και δεκατρία χρόνια κατέγραφε τις προσωπικές έρευνες και παρατηρήσεις έλειπε. Μυστήριο! Μήπως το είχε αφήσει στο σπίτι του Ευτόκιου; Αδύνατον. Το έπαιρνε συχνά μαζί της όταν τον επισκεπτόταν για να συνεργαστούν, αλλά δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Είχε αυτό καμία σχέση με το φονικό;
Προβληματισμένη, έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Κάποια στιγμή, ένιωσε ένα τρίξιμο κάτω από τα πόδιά της. Έσκυψε και κοίταξε. Ένα πετραδάκι. Θα είχε ξεφύγει της Χαρίκλειας στο σκούπισμα. Όχι, σκέφτηκε. Αστειευόμαστε τώρα; Να ξεφύγει πετραδάκι από τη Χαρίκλεια; Το σκούπισμά της ήταν πάντα άψογο, πόσο μάλλον τέτοια μέρα, που λόγω της γιορτής η γυναίκα είχε άλλον ένα λόγο να θέλει το σπίτι ν' αστράφτει. Στάθηκε λίγο και συλλογίστηκε. Η Χαρίκλεια είχε σκουπίσει την ώρα που η ίδια έτρωγε στη σάλα το πρωινό της. Ύστερα είχαν φύγει μαζί, κατευθείαν για την εκκλησία. Επομένως, κάποιος είχε μπει στο δωμάτιό της μετά την αναχώρησή τους, προφανώς για να πάρει το μαχαίρι· 
μήπως και τον τόμο με τις σημειώσεις της; Πάντως το πετραδάκι πρέπει να το είχε φέρει αυτός, όποιος κι αν ήταν, μπαίνοντας απ' έξω στο σπίτι.
Επέστρεψε στη σάλα, εξετάζοντας με προσοχή το πάτωμα. Στον διάδρομο βρήκε μερικά ακόμα ίχνη, πετραδάκια και σβώλους από ξεραμένο χώμα. Ήταν φανερό: ο φονιάς είχε πάει στο δωμάτιό της, είχε πάρει το μαχαίρι και είχε επιστρέψει στη σάλα, όπου είχε σκοτώσει τον Ιωάννη. Τα κύρια ερωτήματά, όμως, παρέμεναν αναπάντητα. Τι δουλειά είχε ο Ιωάννης στο σπίτι της; Πώς ήξερε ο δολοφόνος ότι θα τον έβρισκε εκεί; Και κυρίως, γιατί να επιθυμεί κάποιος τον θάνατό του; "                                                                                            (σελ. 168-169)

Θεσσαλονίκη, 27 Δεκεμβρίου 2019 μ.Χ.  


1482 χρόνια ακριβώς από κείνη τη μέρα που στο σπίτι της Θεανώς συντελέστηκε το αποτρόπαιο έγκλημα. Κάποιος σκότωσε τον Ιωάννη! Κάποιος έκλεψε το μαχαίρι της, για να σκοτώσει τον Ιωάννη! Ποιος; Και γιατί;                                             

Θα τα μάθουμε διαβάζοντας τη συνέχεια...

Ενώ το πότε και το πού της δολοφονίας τα γνωρίζουμε από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο του βιβλίου!  
Ο Ιωάννης, στη σελίδα 21, κείτεται νεκρός, καταμεσής στην αίθουσα, (στη σάλα του σπιτιού της Θεανώς), φορώντας την καλή του φορεσιά! Το δαμασκηνό μαχαίρι της Θεανώς είναι βαθιά καρφωμένο στον νεανική του καρδιά!

Μια σειρά από αναχρονισμούς, στα επόμενα κεφάλαια, ανοίγουν σιγά σιγά το κουβάρι και εξυφαίνουν τον καμβά, πάνω στον οποίο οι επιμέρους ιστορίες ξετυλίγονται, για να διασταυρωθούν και να δέσουν μεταξύ τους, όπως ακριβώς διασταυρώνονται και σμίγουν οι άνθρωποι, στα βιβλία και στη ζωή! 
Τα ιστορικά πρόσωπα με τα επινοημένα πρόσωπα, όπως σε όλες τις προηγούμενες αφηγήσεις του Τεύκρου Μιχαηλίδη, έρχονται αντιμέτωπα με τη μοίρα τους και με τις επιλογές τους!  Και ολόκληρος "ο μύθος εκτυλίσσεται μέσα από σκάνδαλα, καταχρήσεις, μισαλλοδοξία και, κυρίως, μέσα από την αιώνια πάλη για εξουσία", στο Βυζάντιο, την εποχή του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας, που ως τόπος και ως χώρος ενδείκνυται για ιστορίες σαν κι αυτήν που διαβάζουμε στο μυθιστόρημα "Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησιά".
Εγώ όμως δεν θέλω να σταθώ στην ιστορία, ούτε στις αφηγηματικές τεχνικές του συγγραφέα. Μονάχα δυο λόγια για τη Θεανώ θέλω να πω!
Η Θεανώ, όπως και η Δόνα Εστεφάνα, στο μυθιστόρημα "Σφαιρικά Κάτοπτρα, Επίπεδοι Φόνοι", είναι μια νέα, φωτισμένη κοπέλα, με ζήλο για μάθηση και το μυαλό της βοηθάει! Πείθει τον πατέρα της να της επιτρέψει να φοιτήσει στην Ακαδημία του Πλάτωνα και περνά από όλη τη δοκιμασία μέχρι να γίνει δεκτή στη σχολή! Τα καταφέρνει, όπως τα καταφέρνουν πάντα οι ηρωίδες του Τεύκρου Μιχαηλίδη! Είναι ισάξιες των ανδρών στην επιστημοσύνη, σε εποχές που οι επιστημόνισσες ήταν μετρημένες στα δάχτυλα! 
Η διαφορά της Θεανώς από τη Δόνα Εστεφάνα, είναι πως η πρώτη έχει και το "αρνητικό" της, αν μου επιτρέπεται να χαρακτηρίσω με αυτόν τον όρο τον εκ διαμέτρου αντίθετο χαρακτήρα, ή μήπως να τον πω "συμπληρωματικό"; Ναι, σε τούτο το μυθιστόρημα υπάρχει ο αντίποδας της Θεανώς, η δίδυμη αδερφή, η Αναστασία!
Άσπρο - μαύρο οι δύο κοπέλες στις ανάγκες τους, στις επιλογές τους, στις αντιδράσεις τους!
Σκουλαρίκια και φτιασίδια η μία, κώδικα και γραφίδα η άλλη... 


Ξημερώνει η 27η Δεκεμβρίου του 2019! Φτάνει στο τέλος της κι αυτή η χρονιά... 
Καθισμένη στη γωνιά μου, στο σπιτικό μου -τυχερή εγώ- διαβάζω για δεύτερη φορά το μυθιστόρημα. (Πρώτη φορά το διάβασα σε μορφή  pdf, πριν ακόμη εκδοθεί, κεφάλαιο κεφάλαιο, όπως γραφόταν...). 
Κι όπως διαβάζω, βλέπω πίσω από τις λέξεις κι ανάμεσα στις γραμμές! Εκεί διακρίνω τις αντιθέσεις των δύο  γυναικών, όπως τις έπλασε η φαντασία του Τεύκρου Μιχαηλίδη κι όπως τις σμίλευσε η γραφίδα του!
Αργά αργά, αφαιρώ το ιστορικό πλαίσιο, απογυμνώνω τις γυναικείες μορφές και τις εξετάζω διαχρονικά.  Συγκρίνω τις ζωές τους και αξιολογώ... 
"Καμιά τους δεν ευτύχησε", μπορώ να πω.
Κι ύστερα, κλείνω τα μάτια και τις βλέπω ζωντανές, να γλιστρούν στην ανάγλυφη επιφάνεια του βιβλίου! Κι αναρριγώ...

"Τεύκρο, τις ιστορίες που μας γράφεις, χρόνο τον χρόνο, ολοένα και πιο πολύ τις αγαπώ!" 

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Τα μικρά παιδιά στη Δημοτική Βιβλιοθήκη

Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Δευτέρας, είχα δεν είχα μια βδομάδα στο νησί, όταν περιδιαβαίνοντας τα στενά δρομάκια στο κέντρο της πόλης, το μάτι μου έπεσε στην επιγραφή: «Προς Δημοτική Βιβλιοθήκη». Τα πόδια μου από μόνα τους έστριψαν και με οδήγησαν εκεί. Σε δυο λεπτά βρέθηκα μπροστά σε ένα διώροφο, νεοκλασικό κτίριο, με την επιγραφή: Δημοτική Βιβλιοθήκη «Ευγενία Κλειδαρά». Ανέβηκα γρήγορα τα σκαλιά και βρέθηκα στο εσωτερικό, που απέπνεε οικειότητα και ζεστασιά. Κατάφερα να προσπεράσω τα γεμάτα ράφια, χωρίς να ρίξω ούτε μια ματιά στις ράχες των βιβλίων και να περάσω από το  χωλ, σε ένα δωμάτιο στο βάθος, όπου τρεις νέες γυναίκες, η Αγγελική, η Πηνελόπη και η Μαρία, σκυμμένες πάνω από διάφορες καταστάσεις κατέγραφαν δωρεές και δανεισμούς,
Σε λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας είχαμε γίνει φίλες! Μου πρόσφεραν καφέ, κουλουράκια και τα ζεστά τους χαμόγελα. 
Τις ενημέρωσα για τις διάφορες δράσεις μου με στόχο την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας και την πάταξη της μαθηματικοφοβίας και πολύ σύντομα, μετά από δυο τρεις επισκέψεις μου στη Βιβλιοθήκη, καταστρώσαμε ένα πρόγραμμα δράσεων για παιδιά Γυμνασίου, κυρίως, χωρίς να αποκλείουμε ούτε το Δημοτικό ούτε το Λύκειο.

Χθες, υποδεχτήκαμε το πρώτο σχολείο. Συγκεκριμένα την Ε΄ και την ΣΤ΄ τάξη του Δημοτικού του Ταξιάρχη. Όταν έφτασα στη Βιβλιοθήκη, στις 9.30, το πρωί, τα παιδιά ήταν ήδη εκεί. Με την άκρη του ματιού είδα πως είχαν πάρει τις θέσεις τους, στη μεγάλη αίθουσα του πρώτου ορόφου και, περιστοιχισμένα από τις βιβλιοθήκες, κοίταζαν όλα μπροστά, στραμμένα προς την άσπρη οθόνη που είχε στηθεί εκεί, ειδικά για την περίσταση. Αντί να στρίψω αριστερά και να καλημερίσω τα παιδιά και τον δάσκαλό τους, προχώρησα μπροστά και μπήκα στην αίθουσα-γραφείο! 
Η αμηχανία μου στη θέα τόσο μικρών παιδιών, που κάθονταν ήσυχα ήσυχα με σταυρωμένα τα χεράκια, ήταν τόση που χρειάστηκα δυο τρία λεπτά να την ξεπεράσω και να εγκλιματιστώ! Μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια με μαθητές Λυκείου, ύστερα για τέσσερα χρόνια με παιδιά Γυμνασίου και, τέλος, εδώ και δυο μήνες με ενήλικες εκπαιδευόμενους, όσο να’ ναι το λιλιπούτειο κοινό, με την πρώτη ματιά, με ... αποσβόλωσε! 
Ξεπερνώντας το πρώτο τρακ, μπήκα και καλημέρισα, κατά πως αρμόζει, τα παιδιά, εξήγησα τι πρόκειται να κάνουμε μαζί και σιγά σιγά ξεκινήσαμε τη διάλεξη-παιχνίδι, που έχει θέμα  την επινόηση των αριθμών και γενικότερα της γραφής, αριθμών και λέξεων. Η διάλεξη  είναι διαδραστική, δηλαδή διακόπτεται από ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής συναφείς με το θέμα και γίνεται συζήτηση με το κοινό. 
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά οι μικροί μου θεατές με αποσβόλωσαν ξανά με τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν αυτά που έλεγα, με τις απαντήσεις που έδιναν και με τα σχόλια που έκαναν. Η παρατηρητικότητά τους και η «κριτική» τους σκέψη, ο τρόπος που "αποκωδικοποιούσαν" τα σύμβολα, σε πολλά σημεία ξεπερνούσαν τις προσδοκίες μου, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί όταν την ίδια –περίπου- δράση είχα κάνει με μαθητές Γυμνασίου! 
Βέβαια, από τη γυμνασιακή εκδοχή του παιχνιδιού είχα αφαιρέσει ότι σχετίζεται με το Πυθαγόρειο Θεώρημα, δηλαδή πυθαγόρειες τριάδες, άρρητους αριθμούς, διαγώνιο τετραγώνου, κλπ, αλλά και αυτή ακόμη η "απλουστευμένη" εκδοχή του Δημοτικού, είχε αρκετά σημεία που απαιτούσαν κάποιες γνώσεις και, σίγουρα, συγκέντρωση. Και τα μικρά απαντούσαν σε ένα πολύ ικανοποιητικό ποσοστό σωστά. Εκείνο όμως που μου έκανε ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν οι απαντήσεις τους, όταν ρωτούσα: 
«Πώς το βρήκατε;» ή «Πώς το σκεφτήκατε;».
Θα δώσω ένα παράδειγμα, για να γίνει κατανοητό.

Στο δεύτερο μέρος της διάλεξης παρουσιάζεται το Βαβυλωνιακό σύστημα αρίθμησης και στο τρίτο μέρος το Αιγυπτιακό. 
Η δέκατη –και τελευταία για τα παιδιά του Δημοτικού- ερώτηση πολλαπλής επιλογής είναι η εξής:
«Τον αριθμό «0» τον χρησιμοποιούσαν στο αριθμητικό τους σύστημα:
Α. Μόνο οι Αιγύπτιοι 
Β. Μόνο οι Βαβυλώνιοι
Γ. Και οι Βαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι
Δ. Ούτε οι Βαβυλώνιοι ούτε οι Αιγύπτιοι



Με μια φωνή απάντησαν και τα είκοσι επτά παιδάκια-σπουργιτάκια: «Το Δ, το Δ...»
«Όλοι λέτε το Δ;», ρώτησα έκπληκτη για την ταύτιση των απόψεων. 
Τις προηγούμενες φορές που έπαιξα το παιχνίδι, πάντα με παιδιά Γυμνασίου, υπήρχε μια σχετική απόκλιση, που μας έδινε την ευκαιρία να αναφερθούμε στη μεγάλη και ενδιαφέρουσα ιστορία του αριθμού 0. Χθες, οι λιλιπούτειοι θεατές απάντησαν σαν να το είχαν διδαχτεί την προηγούμενη μέρα!
«Πώς το βρήκατε; Το γνωρίζατε;», ρώτησα και ήρθε η απάντηση να με ... αποσβολώσει και πάλι.
«Αφού ούτε στους Βαβυλωνιακούς αριθμούς που μας δείξατε ούτε στους Αιγυπτιακούς υπήρχε το 0!»
Τόσο απλά! Και τόσο έξυπνα! Και τόσο σωστά!

Μα τι παθαίνουμε, μεγαλώνοντας, και παύουμε να σκεφτόμαστε σαν τα μικρά παιδιά;
Μετά τη χθεσινή μου ευχάριστη έκπληξη, σκέφτομαι να εξετάσω μήπως υπάρχει δυνατότητα να κάνω ... μετάταξη στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση!
Βέβαια, θα πρέπει να επισημάνω ότι πίσω από αυτές τις γλυκύτατες μαθητικές φατσούλες που μου χάρισαν εχθές μιαν αξέχαστη εμπειρία, ήταν προφανής η δουλειά ενός ακάματου δασκάλου, που ενδιαφέρεται πραγματικά για τα παιδιά και που σίγουρα διδάσκει σωστά τα Μαθηματικά, όπως φάνηκε όταν φτάσαμε στα Αιγυπτιακά κλάσματα και σε όλες τις ερωτήσεις απαντούσαν, σχεδόν όλα, σωστά!

Θα περιμένω με λαχτάρα τα επόμενα σχολεία, κυρίως τα Δημοτικά, για να διερευνήσω αν τα χθεσινά μου ευρήματα, ως προς την αντίληψη και την αντίδραση των μικρών μαθητών, είναι γενικευμένα και ορθά.  

Υ.Γ. Τα παιδιά, πριν φύγουν από τη Βιβλιοθήκη και αφού έπαιξαν με την Πηνελόπη διάφορα παιχνίδια με θέμα τα βιβλία, δανείστηκαν αντίτυπα που επέλεξαν από το τμήμα της Παιδικής Βιβλιοθήκης.




Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Γηράσκω αεί διδασκομένη...


Από το μόδι στο κ(ι)λόμοδο!

Σε ολόκληρο το νησί εδώ και καιρό απλώθηκαν  λιόπανα. Έχουν πάρει φωτιά οι ντέμπλες!(*)
Τσουβάλια ασφυκτικά γεμάτα, στοιβαγμένα σε φορτηγάκια κατευθύνονται στα λιοτρίβια.
Ο αέρας κατά διαστήματα αποπνέει την βαριά μυρωδιά του φρέσκου λαδιού.
Οι μαθητές και οι μαθήτριές μου, άλλοι λίγο άλλοι πολύ, ασχολούνται με την παραγωγή λαδιού, οπότε στο σχολείο γίνονται συχνά συζητήσεις σχετικές με το θέμα.
Καθώς όμως οι δικοί μου παππούδες, μετά την προσφυγιά τους από διάφορα μέρη της Μικράς Ασίας, επέλεξαν, ο καθένας χωριστά, ως τόπο εγκατάστασης το άστυ, όπου στη συνέχεια γεννήθηκαν και γαλουχήθηκαν οι γονείς μου, εγώ προσωπικά δεν στερούμαι μόνο ελαιοκτημάτων, αλλά και αυτών ακόμη των βασικών γνώσεων του σχετιζόμενου λεξιλογίου. Κατά συνέπεια, τον καιρό αυτό που στο σχολείο κατά την ώρα των διαλειμμάτων γίνονται συζητήσεις για τη σοδιά, το μαξούλι το λεγόμενο, αρκετές άγνωστες λέξεις φτάνουν στα αυτιά μου και ολοένα ρωτώ να μάθω. Αυτή η –ας την πω– φιλομάθεια μου, έχει προκαλέσει την έκπληξη κάποιων μαθητών, ένας εκ των οποίων δεν κατάφερε να συγκρατηθεί και αναφώνησε: «Αμάν, κυρία, όρεξη που την έχετε να μάθετε τέτοια πράγματα!».
Σε αντίθεση με τον συγκεκριμένο μαθητή, κάποιοι άλλοι, συγκινημένοι μάλλον από το γνήσιο ενδιαφέρον μου, επιχείρησαν να με μυήσουν στα μυστικά της ελαιοπαραγωγής και μου εξήγησαν τι σημαίνει «μόδι», «ντέμπλα», «μαξούλι» κι άλλες παντελώς άγνωστες σε μένα λέξεις. 
Το όλο θέμα μου φάνηκε πεδίο λαμπρό για την...παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, που θα άπτεται των άμεσων ενδιαφερόντων των φοιτούντων στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας της Μυτιλήνης. Το ανέφερα σε κάποια τμήματα. Δυο τρεις μέρες μετά, ενώ ήδη είχα αρχίσει το μάθημα σε ένα τμήμα, μπαίνει στην αίθουσα η Μαρία Χ., έμπλεη ενθουσιασμού, λάμποντας περισσότερο από ό,τι συνήθως, κραδαίνοντας ένα τετράδιο στο χέρι. «Σας έφερα ένα πρόβλημα που είναι χρήσιμο για όλους. Ακούστε. Ο άντρας μου μάζεψε τις ελιές προχθές και μου είπε πως στα 300 κιλά πήρε 64 κιλά και στο μόδι παίρνει...».
«Μισό λεπτό, μισό λεπτό...», την έκοψα. «Να θυμηθούμε πρώτα τι είναι το μόδι...», είπα περισσότερο για να συγκεντρώσω τη σκέψη μου και να καταλάβω τι ακριβώς μου έλεγε.
«Το μόδι είναι 500 κιλά», απάντησε η Μαρία. Κάποιοι διαφώνησαν. 
«Το μόδι είναι 640 κιλά...», είπαν.
Αναγκάστηκα να γκουγκλάρω, επί τόπου.
Μόδι είναι μονάδα βάρους του προς έκθλιψη ελαιοκάρπου, ίσο με 500 κιλά. Παλαιότερα, όταν χρησιμοποιούνταν η οκά το μόδι ήταν ίσο με 640 κιλά.
Αναφερόταν και η λέξη «κλόμοδο», που μου άρεσε πολύ, ενδεχομένως από το «κιλόμοδο», αλλά ήταν άγνωστη στους παριστάμενους μαθητές, που συνέχιζαν τις διαφωνίες.
«Όχι, 640, 500 είναι το μόδι. Παλιά ήταν 640», επέμενε η Μαρία. Μάλιστα. Της ζήτησα να επαναλάβει το πρόβλημα και κατέγραψα τα δεδομένα στον πίνακα. «Το ζητούμενο είναι πόσα κιλά λάδι θα έπαιρνε ο άντρας σου αν συνέθλιβε ένα μόδι ελιές, σωστά;», είπα και επισήμανα πως πρόβλημα χωρίς ζητούμενο δεν είναι πρόβλημα. Άδραξα την ευκαιρία να αναφέρω την αναγωγή στη μονάδα και έλυσα το πρόβλημα στον πίνακα. Λίγο πριν τελειώσω, μπήκε με καθυστέρηση στο μάθημα ο Λευτέρης. Έριξε μια εξεταστική ματιά στον πίνακα, με έντονα τα ίχνη της αμφισβήτησης. «Και τι βρήκατε;», ρώτησε. Του εξήγησα αναλυτικά, επαναλαμβάνοντας από την αρχή το όλο πρόβλημα. Όσο με άκουγε κατά κάποιον τρόπο φαινόταν να δυσανασχετεί. Όταν ολοκλήρωσα, σηκώθηκε με ένσταση. 
«Να σου δείξω εγώ έναν απλό τρόπο να το υπολογίζεις», μου είπε και πήρε την κιμωλία από το χέρι μου. 
«Πρώτα απ’ όλα το μόδι είναι 640 κιλά. Αν από 1500 κιλά ελιές πάρεις 300 κιλά λάδι, τότε το μόδι σου δίνει 640 επί 300 διά 1500...».
 Άφησε την κιμωλία κι έβγαλε το κινητό, υπολόγισε, «128 κιλά λάδι», είπε στο τέλος.  Ξαναπήρα εγώ την κιμωλία και έγραψα τα «δικά» του δεδομένα στον πίνακα, καθώς και την πράξη που πρότεινε, τουτέστιν την «απλή  μέθοδο των τριών», που οι ιθύνοντες και οι κατέχοντες έχουν βγάλει από τα βιβλία του Γυμνασίου...  


Το κουδούνι είχε χτυπήσει από ώρα και τους πρότεινα να βγουν για διάλειμμα, αλλά δεν ήθελαν. Στο μεταξύ η διαφωνία για το πόσα κιλά είναι το μόδι καλά κρατούσε.
Στο επόμενο τμήμα που μπήκα, επειδή είχαμε χάσει κάποια μαθήματα, ξεκίνησα με τα ισοδύναμα κλάσματα και για προθέρμανση ζήτησα να μετατρέψουμε μερικά κλάσματα, όπως το ¾, το 8/5, το 4/20, το 60/75, σε ισοδύναμα με παρονομαστή το 100. Η διαδικασία δεν προχωρούσε και χρειάστηκε να εξηγήσω αρκετές φορές μέχρι να σιγουρευτούμε πως όλοι καταλάβαμε και πώς το κάνουμε και πού θα μας χρησιμεύσει αυτή η μετατροπή, όταν αργότερα θα ασχοληθούμε με ποσοστά κλπ. κλπ.
Όταν τέλειωσε η «προθέρμανση» με τα ισοδύναμα κλάσματα, αντί να περάσω στην επόμενη άσκηση, ανέφερα το πρόβλημα με το μόδι. Σε κλάσματα δευτερολέπτου άκουσα καινούρια αυτή τη φορά δεδομένα για το ίδιο πρόβλημα.
x κιλά ελιές έδωσαν y κιλά λάδι, άρα το μόδι δίνει τόσα κιλά...
Κατάλαβα πως ο καθένας που έλεγε το πρόβλημα, ανεξάρτητα αν έπαιρνε το μόδι ίσο με 500 ή με 640 κιλά, διατύπωνε το πρόβλημα με δεδομένα που αφορούσαν –κατά πάσα πιθανότητα- το δικό του μαξούλι! Και οι υπολογισμοί τους, πρακτικοί ή μη, με ξεπερνούσαν σε ταχύτητα...

Έφυγα από το σχολείο με την αίσθηση πως έμαθα πολλά καινούρια πράγματα, αλλά κυρίως πως έχω ακόμη πολλά να μάθω. Και ίσως όχι τόσο για το μόδι και την μετατροπή του ελαιόκαρπου σε ελαιόλαδο, όσο για τη μετατροπή της θεωρητικής (σχολικής) γνώσης σε χρήσιμη πρακτική εφαρμογή.
Το βέβαιο είναι πως γηράσκω αεί διδασκομένη.

(*)ντέμπλα ή δέμπλα λέγεται η βέργα με την οποία ραβδίζουν τα κλαδιά του δέντρου, για να πέσουν οι καρποί της ελιάς.

Η φωτογραφία είναι από τα Βιολογικά Ελαιοκτήματα της Ι. Ζούρου, όπου παρακολούθησα μια μέρα τη συγκομιδή και κατέγραψα στιγμές με το φακό... 

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

Η έρημος των Ταρτάρων

Αντιγράφω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίνο Μπουτζάτι, «Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΡΤΑΡΩΝ», σε μετάφραση Μαρίας Οικονομίδου, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ο ήλιος δεν έτρεχε πια να φύγει όπως παλιότερα, ανυπομονώντας να βασιλέψει, αλλά άρχιζε να αντιστέκεται λίγο καταμεσής του ουρανού, καταπίνοντας το σωριασμένο χιόνι [...] Είχε ξανάρθει η άνοιξη.
Ήδη ακούγονταν τα πρωινά οι φωνές των πουλιών που όλοι νόμιζαν πως είχαν ξεχάσει. [...]
Σχετική εικόνα
Τις νύχτες, στους κοιτώνες, οι σανίδες από τα ράφια όπου οι στρατιώτες ακουμπούσαν τα σακίδια, τις οπλοθήκες, οι ίδιες οι πόρτες, ακόμα και τα ωραία έπιπλα από μασίφ καρυδιά στο δωμάτιο του κυρίου συνταγματάρχη, όλα τα ξύλα του Οχυρού, συμπεριλαμβανομένων και των πιο παλιών, έστελναν τριξίματα στο σκοτάδι. Μερικές φορές ήταν ξεροί κρότοι σαν πιστολιές, θαρρείς κάτι γινόταν πραγματικά κομμάτια, κι όλο και κάποιος ξυπνούσε στο ράντζο του και τέντωνε το αυτί: τίποτα όμως δεν κατάφερνε να ακούσει, παρά μονάχα κι άλλα τριξίματα που μουρμουρίζουν στη νύχτα.


Είναι η ώρα που στις γέρικες σανίδες ξυπνά μια ασίγαστη νοσταλγία για τη ζωή. Πάρα πολλά χρόνια πριν, τις ευτυχισμένες μέρες, ήταν μια νεανική ροή ζεστασιάς και δύναμης, τα κλαδιά πετούσαν δέσμες βλαστών. Έπειτα όμως το δέντρο κόπηκε. Και τώρα που είναι άνοιξη, σε καθένα από τα κομμάτια του ακόμα ξυπνά, αν και απείρως ασθενέστερος, ένας παλμός ζωής. Κάποτε φύλλα και άνθη×τώρα μονάχα μια αόριστη ανάμνηση, εκείνο το λίγο που χρειάζεται για να κάνουν ένα κρακ και μετά τίποτα μέχρι τον επόμενο χρόνο. (σελίδες 175-176)

Λίγους μήνες πριν, μου το είχαν προτείνει στο βιβλιοπωλείο, όπου πήγα για να αγοράσω ένα βιβλίο του Καλβίνο. Το εγκωμίασαν τόσο που δεν θα μπορούσα να μην το πάρω. Μεταξύ μας, και λιγότερο να το εγκωμίαζαν πάλι θα το έπαιρνα, επειδή διάβασα στο οπισθόφυλλο πως: 

Το αριστούργημα του Ντίνο Μπουτζάτι Η έρημος των Ταρτάρων αφηγείται την ιστορία του νεαρού υπολοχαγού Τζοβάνι Ντρόγκο, ο οποίος περνάει τη ζωή του στο Οχυρό Μπουστιάνι, όπου τοποθετείται στον πρώτο του διορισμό, περιμένοντας μάταια την εισβολή του θρυλικού εχθρού από τον βορρά. Με φόντο την απέραντη, ομοιόμορφη έρημο, ο Μπουτζάτι αφηγείται την αναμονή της μεγάλης ευκαιρίας για τον αξιωματικό, της ευκαιρίας που θα αλλάξει τη ζωή χαρίζοντάς του την πολυπόθητη δόξα. Μόνο που η μεγάλη ευκαιρία τελικά δεν παρουσιάζεται ποτέ και ο αξιωματικός, τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά, έρχεται αντιμέτωπος με το κορυφαίο γεγονός: τον θάνατο. Και τον αντιμετωπίζει μονάχος, χωρίς να περιμένει βοήθεια ή κατανόηση από κανέναν, σε ένα περιβάλλον παντελώς άγνωστο.
Ένα μυθιστόρημα για τη μοναξιά, την υπαρξιακή αγωνία, την άνιση μάχη ενάντια στο πέρασμα του χρόνου, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον θάνατο.

Πράγματι. Άνθρωπος, μοναξιά, υπαρξιακή αγωνία, θάνατος! 
Η άνιση μάχη ενάντια στο πέρασμα του χρόνου! 
Η εσφαλμένη εντύπωση πως θα είμαστε για πάντα νέοι, πως το γήρας είναι υπόθεση άλλων και δεν μας αφορά.
Και η προσμονή της μεγάλης ευκαιρίας που δεν έρχεται!
Οι φιλοδοξίες, η νεανική υπεροψία, η επιτομή της οίησης!  
Σαν να μας χρωστάει η μοίρα, σαν να αξίζουμε  περισσότερο από τους άλλους! 
Εμείς, αυτοί που δικαιούμαστε τα πάντα!
Οι  μεγάλες προσδοκίες όμως ξεθωριάζουν με τα χρόνια, όπως ακριβώς ξεθωριάζουν και οι ψευδαισθήσεις που τις τρέφουν και τις συντηρούν. 
Όλα όσα αναφέρονται  στο οπισθόφυλλο αναπτύσσονται με μια μινιμαλιστική μαεστρία από τον Μπουτζάτι. Το Οχυρό, τα δύσβατα βουνά, η ομίχλη, ο Βορράς! 
Η αγωνία! Ο εκούσιος εγκλεισμός!
Όλα! Αυτό που καθόλου δεν αναφέρεται στο εξώφυλλο όμως είναι οι «Τάρταροι»!
Οι Τάρταροι! Ο εχθρός! Είναι η επινόηση που έχουμε ανάγκη για να δικαιολογούμε την ύπαρξή μας, τις επιλογές μας, τους στόχους μας. 
Ο εχθρός είναι το αίτιο που μας ωθεί να ... οχυρωθούμε πίσω από τα τείχη που υψώνουμε, για να κρύψουμε την εγγενή μοναξιά μας.
Ο εχθρός είναι ο λόγος  που κρυβόμαστε πίσω από τις μάσκες που βάζουμε, για να κρύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο.
Τόσο τετριμμένο το θέμα και τόσο αξεπέραστα διαχρονικό το πρόβλημα.
Μα και τόσο μοναδικά δοσμένο από τον Ντίνο Μπουτζάτι

Το διάβασα απνευστί! Το συστήνω ανεπιφύλακτα, ειδικά σε ανθρώπους μεταξύ 25 και 45... Για ευνόητους λόγους. Όχι πως είναι αργά για όλους εμάς τους υπόλοιπους!
Άλλωστε οι εχθροί είναι πανταχού παρόντες. Κυρίως όμως κρύβονται μέσα μας...

(Ένα εκτενές άρθρο σχετικά με το κλασικό αριστούργημα το Μπουτζάτι, υπάρχει εδώ)

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας

Ποιος ξέρει πόση ώρα ήταν στο παράθυρο μέχρι να τα πάρω είδηση! Δυο μικρά κεφαλάκια, καστανό σκούρο το ένα, ανοιχτό το άλλο, ανάμεσα στα κρεμασμένα χέρια που έσφιγγαν τα ψηλά κάγκελα. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ αν θα μιλήσω αυστηρά ή αν θα αφήσω την τρυφερότητα να με κατακλύσει, όταν μίλησε αυτό με το ανοιχτό μαλλί: «Μάθημα κάνετε;»
«Ναι! Θέλετε να ΄ρθείτε;», απάντησα. Μην τα είδατε. Εξαφανίστηκαν στη στιγμή.
«Σιγά μην αφήσουν τη μπάλα για το μάθημα», σχολίασα στους μαθητές και τις μαθήτριές μου, που φέτος είναι μεγάλοι άνθρωποι.
Πιάστηκα να ολοκληρώσω την επανάληψη του χθεσινού  μαθήματος, μόλις είχαμε μπει στην αίθουσα και καλά καλά δεν είχαμε αρχίσει ακόμη, οπότε γύρισα στον πίνακα να σημειώσω στα γρήγορα ό,τι είχαμε πει την προηγουμένη.
Φαίνεται πως με απορρόφησαν όσα σχεδίαζα στον πίνακα –ο κύκλος πάντα με ταξιδεύει- και δεν άκουσα την πόρτα. Όταν γύρισα ξανά προς την τάξη, είδα τα δυο αγόρια να κάθονται φρόνιμα φρόνιμα στο πρώτο θρανίο. Χέρια σταυρωμένα και λαιμοί γυρτοί μπροστά, σε στάση απόλυτης προσήλωσης στο δάσκαλο. Προς στιγμήν μου φάνηκε πως με περιγελούν, τέτοια λάμψη που είχαν τα μάτιά τους. 
«Πότε μπήκατε;», ρώτησα αυθόρμητα και αμέσως συνέχισα «Είσαστε σίγουροι πως προτιμάτε το μάθημα από τη μπάλα;».  Άχνα.  
«Δεν θέλετε να πάτε καλύτερα να παίξετε με τους φίλους σας στην αυλή;» Και πάλι άχνα.
Στην αυλή του νεοκλασικού που στεγάζει το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, όπου διδάσκω φέτος, κάθε απόγευμα ένα τσούρμο πιτσιρίκια τρέχουν πίσω από τη μπάλα, κλωτσώντας και φωνασκώντας, ενίοτε μάλιστα χρησιμοποιούν λεξιλόγιο που θα το ζήλευαν και ορκισμένοι αθυρόστομοι. Συχνά αναγκαζόμαστε να κλείσουμε τα παράθυρα για να περιορίσουμε τη φασαρία που φτάνει στις ψηλοτάβανες αίθουσες και πολλαπλασιάζεται. Ανοίγουμε τότε τις εσωτερικές πόρτες, μη σκάσουμε κιόλας με τη ζέστη που ακόμη καλά κρατεί, ευτυχώς.
Τα ξαναρώτησα «Είσαστε σίγουροι πως προτιμάτε να κάνετε μάθημα;». 
Ήταν σίγουροι. Δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους. 
«Καλά, μείνετε εδώ, αλλά όποτε κουραστείτε να βγείτε σιγά σιγά έξω, εντάξει;».
Κούνησαν καταφατικά τα κεφαλάκια τους. Παιδιά πρώτης Γυμνασίου και τα δυο. 
«Αυτή είναι η αίθουσά μου», είπε το ένα περήφανα, «Το Α2! Αυτός δεν είναι εδώ, είναι σε άλλο τμήμα!», συμπλήρωσε δείχνοντας τον φίλο του. 
«Σε ποιο τμήμα είσαι εσύ;», ρώτησα τον λιγότερο ομιλητικό. «Στο Α3. Μαθηματικά κάνετε;». «Ναι, Μαθηματικά. Σας αρέσουν;» Τους αρέσουν. 
«Ποιο μάθημα δεν σας αρέσει;», ρώτησα. «Η Οδύσσεια!», απάντησαν με μια φωνή. 
Θα μπορούσα να μιλάω μαζί τους για ώρα, σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσω το κύρος του Οδυσσέα, όφειλα όμως να συνεχίσω το μάθημα και να ολοκληρώσω τη διαδικασία της επανάληψης, για να κάνουμε και τις ασκησούλες.
Τα δυο αγόρια, όσο εγώ αγόρευα, κάθονταν εκεί και παρακολουθούσαν με προσοχή. Κάποια στιγμή το ένα με διόρθωσε: «Με έψιλον γιώτα δεν γράφεται το «βρεθεί»;» 
«Ναι! Με έψιλον γιώτα γράφεται», απάντησα, «Τα γράφω λίγο κολλητά και μοιάζει με το ήτα, αλλά είναι έψιλον γιώτα», απολογήθηκα... 
Είχε ολοκληρωθεί η επανάληψη και οι ενήλικοι μαθητές μου εφάρμοζαν τον τύπο για να βρουν το  μήκος του κύκλου, όταν τα δυο μικρά άρχισαν να γυρίζουν μπρος πίσω. «Θα βαρέθηκαν», σκέφτηκα, αλλά αυτά ζητούσαν χαρτί και μολύβι από τους άλλους, για να κάνουν τους υπολογισμούς. Φιλοτιμήθηκαν όλοι να τους δώσουν, αλλά πρότεινα να σηκωθούν στον πίνακα. Και τα δυο μαζί, πλάι πλάι ξεκίνησαν να πολλαπλασιάζουν τη διάμετρο του κύκλου με το 3,14... Δυσκολεύονταν!
Ε, δεν το λες κι εύκολο πράγμα τον πολλαπλασιασμό με δεκαδικούς σήμερα που όλα τα κάνουν οι μηχανές. Τέλος πάντων.
Βοήθησα λίγο, αλλά δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να τα αποθαρρύνω. Με ποιο δικαίωμα άλλωστε; Δυο πρωτάκια που άφησαν πίσω την αυλή και το ποδόσφαιρο, για να συγχνωτιστούν με τους μεγάλους, να ακούσουν για ακτίνες, για χορδές, για διαμέτρους. Δυο παιδιά που ζητούν από μόνα τους να κάνουν τους υπολογισμούς, αντί να κλωτσούν τη στρογγυλή θεά στην αυλή! Έπαθλο τους αξίζει, όχι αποπομπή!



«Κάντε τους υπολογισμούς με το κινητό!», είπα στους μεγάλους, που επίσης δεν τα καταφέρνουν σε τέτοιες πράξεις. «Δεν υπάρχει λόγος να χάνετε το χρόνο σας, στον πολλαπλασιασμό...». 
Ενθουσιάστηκαν τα πιτσιρίκια! «Έτσι πρέπει να κάνουμε και στο σχολείο...», σχολίασαν.

Όταν χτύπησε το κουδούνι, όπως πάντα, κανείς σχεδόν δεν κουνήθηκε. Οι δυο μικροί επισκέπτες, παρασυρμένοι από τη δική τους παιδική-σχολική συνήθεια σηκώθηκαν αμέσως να φύγουν. Κοντοστάθηκαν όμως στην πόρτα. 
«Θα έχετε και αύριο μάθημα;», ρώτησαν! 
«Ναι, θα έχουμε; Θέλετε να ξανάρθετε;». Ήθελαν. Τι να πω;
«Ε, ναι, ξέρετε, δεν ξέρω αν επιτρέπεται όμως...». Συνοφρυώθηκαν. Έσκυψαν λίγο τα κεφάλια, το σκούρο κομμάτι περισσότερο. 
«Καλά, να ρωτήσουμε τον διευθυντή...», συμπλήρωσα, για να μη φανεί πως τα διώχνω από το μάθημα. Πώς θα μπορούσα άλλωστε;

Και πώς θα μπορούσα να κρατήσω για μένα αυτήν την φοβερή εμπειρία που βίωσα σήμερα;
Όπως κρατώ και όλες τις άλλες, θα μου πείτε, αυτές που δεν γράφω στο ιστολόγιο τόσον καιρό που διδάσκω στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας...
Τις γράφω όμως. Και κάποια στιγμή, θα έχω την ευκαιρία να τις μοιραστώ! 

Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας είναι αυτό!


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

"Μια όμορφη σχέση..."

Ενώ βρίσκομαι εν αναμονή της υπουργικής απόφασης για την απόσπασή μου, μπαίνω -όπως προβλέπεται- καθημερινά στα τμήματα και κάνω κανονικά το μάθημά μου. Γνωρίζοντας όμως ότι τα παιδιά που έχω απέναντί μου είναι προσωρινοί μόνο  μαθητές μου κι ότι άμεσα θα αντικατασταθώ από άλλον μαθηματικό, προσπαθώ να αξιοποιήσω τις συναντήσεις μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, γι' αυτό επιχειρώ ελαφρώς διαφοροποιημένες προσεγγίσεις και  κάποιες "γενικευμένες" διδασκαλίες. 
Ειδικά στην Α' Γυμνασίου έδειξα υπερβολικό ζήλο και τόλμη, αφού δεν δίστασα από την πρώτη στιγμή να τους μιλήσω για τις "μαθηματικές έννοιες" και τις "μαθηματικές διαδικασίες" και να τους εξηγήσω ότι πρέπει να τις διακρίνουν και συνειδητά να τις αντιμετωπίζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αντίστοιχα. Δυσκολεύονταν τα μικρούλια μου να πιάσουν όλα όσο έλεγα, αλλά υπήρξαν ανάμεσά τους αρκετά που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μου, που επικοινώνησαν μαζί μου, που έφεραν τα παραδείγματα που ζήτησα ως εργασία στο σπίτι, όμορφα και σωστά γραμμένα κλπ κλπ. 
Βέβαια, υπήρξε και ένα ποσοστό που φάνηκε να απέχει πολύ από αυτό που εννοούμε λέγοντας "κατανόηση του μαθήματος". Γι' αυτούς τους δεύτερους, για να μη χάσουν κάθε ενδιαφέρον για το μάθημα των Μαθηματικών, ακόμη δεν πάτησαν το πόδι τους στο Γυμνάσιο, αποφάσισα να επανέλθω στη ... συμβατικότητα της διδασκαλίας. Δύσκολο πράγμα να ρυθμίζει ο δάσκαλος τα επίπεδα δυσκολίας ή/και ευκολίας του μαθήματος στις τάξεις, που η συμπερίληψη έχει καταστήσει πιο ανομοιογενείς από κάθε προηγούμενη φορά.
Εν πάση περιπτώσει, έπιασα τελικά το βιβλίο και μάλιστα, παρόλο που οι τρεις πρώτες παράγραφοι σύμφωνα με τις οδηγίες δεν διδάσκονται, ξεκίνησα από τις πράξεις των φυσικών αριθμών, για να δώσω την απαραίτητη "ορολογία" και να διασφαλίσω πως όλοι θα μιλάμε την ίδια γλώσσα και θα επικοινωνούμε σε έναν ικανοποιητικό βαθμό.
Σήμερα, σε μια προσπάθεια διερεύνησης του βαθμού επίτευξης των στόχων μου, ζήτησα από τα δύο τμήματα της Α' Γυμνασίου, που είχα στο πρόγραμμα, να συμπληρώσουν με μολύβι την άσκηση στη σελίδα 17 του σχολικού. Τους έδωσα 4 λεπτά και 32 δεύτερα, για να σκεφτούν και μετά αρχίσαμε να συζητάμε τις απαντήσεις.
Τα πράγματα πήγαιναν καλά, μέχρι που φτάσαμε στην πρόταση (ε), που λέει:

Σε μια αφαίρεση οι αριθμοί Μ, Α και Δ συνδέονται με τη σχέση..................................................

Το πρώτο παιδί που απάντησε, είπε: φυσικοί αριθμοί
Το δεύτερο είπε: αφαίρεση
Μετά έπεσε σιωπή!
Έγινε αμέσως κατανοητό πως κάτι δεν πήγαινε καλά. 
Ζήτησα από την τάξη κι άλλες απαντήσεις, τους παρότρυνα. Τίποτε. Η απόλυτη σιωπή.
Κατάλαβα τι ήταν αυτό που δεν κατάλαβαν! Και μήπως ήταν εύκολο; 
Πόσοι αλήθεια καταλαβαίνουν τι σημαίνει "σχέση";!
Το έπιασα από την αρχή. Έγραψα στον πίνακα Μ, Α, Δ, το ένα κάτω από το άλλο και ζήτησα να μου πουν τι συμβολίζουν αυτά τα γράμματα. Σε κάθε τμήμα βρέθηκε τουλάχιστον ένας να απαντήσει: Μειωτέος, Αφαιρετέος, Διαφορά! Πάει καλά.
"Βεβαίως, ΜΑΔ, αν το βλέπαμε ας πούμε γραμμένο πάνω σε ένα περιπολικό, θα μπορούσε να σημαίνει "μονάδα άμεσης δράσης"", είπα και εξήγησα πως τα σύμβολα και, κατ' επέκταση οι λέξεις, αποκτούν νόημα μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, είπα κι άλλα παραδείγματα, αλλά απέφυγα την οποιαδήποτε αναφορά στις ΜΑΔ, για ευνόητους λόγους...
Όταν μου φάνηκε πως κατάλαβαν τι σημαίνει νοηματοδότηση συμβόλων σε σχέση με το πλαίσιο, στο οποίο αυτές αναφέρονται, επέστρεψα στο επίμαχο σημείο: στη σχέση!
"Τι σχέσεις μπορούν να έχουν οι αριθμοί μεταξύ τους;", ρώτησα κι επειδή στα βλέματα η απορία ήταν έκδηλη, ανέφερα κάτι απλούστερο: τις σχέσεις των ανθρώπων. 
"Οι άνθρωποι έχουν διάφορες σχέσεις μεταξύ τους. Είναι αδέλφια, φίλοι, κουμπάροι, γείτονες, φίλοι, εχθροί... Οι αριθμοί τι σχέσεις έχουν μεταξύ τους;"
Σιγά σιγά το τοπίο άρχισε να ξεκαθαρίζει. 

Οι σχέσεις των αριθμών δεν είναι όπως των ανθρώπων. Είναι απλές. Και σταθερές. Το 3 είναι μικρότερο από το 5 και το 3+2 είναι  ίσο με το 5. Πάντα. Οι αριθμοί είναι αυτοί που είναι. Και οι σχέσεις τους, επίσης. Δεν είναι όπως είναι οι άνθρωποι. Ευμετάβλητοι. Και ασταθείς. Και οι σχέσεις τους, επίσης. Αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη και οι φίλοι γίνονται εχθροί και οι εχθροί φίλοι, τα αδέλφια χάνονται και ξαναβρίσκονται, τα ζευγάρια χωρίζουν και ξανασμίγουν... 
Αυτά δεν τα είπα στα παιδιά. Μόνη μου τα σκεφτόμουν, ενώ ζητούσα να βρουν σχέσεις που συνδέουν τους αριθμούς 2, 3 και 5 ή τους αριθμούς 4 και 10. 
Και σιγά σιγά άρχισαν να καταλαβαίνουν και να απαντούν και να συμμετέχουν.
Και τέλειωσα το μάθημα, αλλά το κουδούνι αργούσε. 


"Γράψτε τώρα εσείς δύο σχέσεις", είπα.
"Για να δω ποιος θα γράψει την πιο όμορφη σχέση!", συνέχισα κι άρχισα να περιφέρομαι από πάνω τους. 
"Μια σχέση θέλετε τελικά ή δύο;", ρώτησαν καναδυο που η τελευταία μου πρόταση φαίνεται πως τους μπέρδεψε.
"Δύο", απάντησα. "Να γράψετε δύο. Κι εγώ θα δω ποια είναι η πιο όμορφη..."
Και πράγματι έγραψαν πολλά και διάφορα. Χρησιμοποίησαν ισότητες, ανισότητες, το διάφορο και ούτε ένα παιδί, ούτε μισό, δεν έμεινε αδιάφορο...

Τόσο όμορφες ήταν οι σχέσεις στο μάθημα σήμερα.
Κι έτσι θα ήθελα να ήτανε πάντα...