Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

Χαραγμένα σε πηλό

"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αιώνα π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

Θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να δώσουμε διάφορες απαντήσεις, καθώς οι τόποι που αναφέρονται υπήρξαν κομβικοί στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης, τόποι λαμπροί! Αν και, δυστυχώς, προσφάτως  έγιναν τόποι θλίψης, πικρίας, αιματοκυλήσματος, ακραίου φανατισμού, έγιναν τόποι ντροπής. 

Θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να απαντήσουμε εστιάζοντας στο παρελθόν ή στο παρόν. Στο καλό ή στο κακό. Στην αίγλη, για παράδειγμα, που δίνουν στο ανθρώπινο είδος επιτεύγματα όπως η επινόηση της γραφής και η καθιέρωση της επιστημονικής σκέψης! Ή στην αισχύνη, για αντιπαράδειγμα, που απορρέει απ' τις ακρότητες που υπαγορεύει ο πλουτισμός, ο ιμπεριαλισμός και ο φονταμενταλισμός.

Θα μπορούσαμε... Αρκεί να μας είχε θέσει κάποιος το ερώτημα, που έθεσαν οι αγαπημένες φίλες, Ρένα Κύρκα και η Χρυσούλα Βαρδαλή! Μαθηματικός η πρώτη, φιλόλογος η δεύτερη, συνάδελφοι στο σχολείο και φίλες στη ζωή, συνεργάστηκαν για χρόνια στο συντονισμό της Λέσχης Ανάγνωσης που ίδρυσαν και λειτούργησαν στο σχολείο τους, εμπλέκοντας τους μαθητές και τις μαθήτριές τους σε ποικίλες δράσεις, με στόχο τη φιλαναγνωσία, τη γνώση, την παιδεία και, αναμφιβόλως, τη φιλία, διαβάζοντας μαζί τους πλείστα βιβλία και ειδικά του είδους που αποκαλούμε "Μαθηματική Λογοτεχνία"!


"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αι. π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

Το ερώτημα που διατύπωσαν οι δυο τους απαντήθηκε, περίτεχνα, από τις ίδιες στο βιβλίο "Χαραγμένα σε πηλό" που κυκλοφόρησε μόλις, από τις εκδόσεις "πηγή" και φέρει τη δική τους υπογραφή! Δύο φίλες, δύο συνεργάτες, δύο εκπαιδευτικοί!  Άντλησαν υλικό από τη Βαβυλώνα, τον Ευφράτη, το Αρτεμίσιο, την Πριήνη, τη Μίλητο, τη Σάμο, την Παλμύρα, τη Δαμασκό, το Χαλέπι κι έφτασαν στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη για τις ανάγκες του μύθου που επινόησαν. 
Για να πούμε, βέβαια, τα πράγματα όπως έχουν θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως δεν είναι ένας ο μύθος, αλλά δυο. "Ο φίλος του Θαλή", από τη Ρένα Κύρκα και "Για το θησαυρό της Παλμύρας" από τη Χρυσούλα Βαρδαλή, δύο μύθοι διακριτοί, που κι ο καθένας από μόνος του θα μπορούσε να σταθεί, αλλά οι φίλες τους συνέδεσαν μαζί.

Χωρίς να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες, για να μη μετριάσω την απόλαυση των αναγνωστών, θα αναφέρω, εν συντομία, τι αποκόμισα από την κάθε ιστορία, αλλά και τι κοινό στο τότε και στο τώρα κατάφερα να βρω.

Το τότε είναι λίγο μετά τον θάνατο του Θαλή του Μιλήσιου. Ξεκινά στη Βαβυλώνα με τον έμπορο Λαλίγια, που τον συνέδεε μακρά φιλία με τον Μιλήσιο φιλόσοφο, και φτάνει μέχρι και τη Σάμο, στη σχολή του Πυθαγόρα. Ένα ταξίδι μακρύ, μιας μικρής ομάδας ανθρώπων που αφήνουν πίσω πατρίδα κι οικογένειες, ή πιο σωστά, αφήνουν πίσω ό,τι είχε απομείνει από τις οικογένειες, για να φτάσουν σε μέρη ασφαλή, μακριά από τον κίνδυνο των Περσών που κατακτούν τη μια μετά την άλλη τις πόλεις, αφήνοντας στις θέσεις τους αποκαΐδια. Οι πήλινες πινακίδες, με τη σφηνοειδή γραφή και το Βαβυλωνιακό σύστημα αρίθμησης, παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία, καθώς γίνονται αφορμή να ανθίσει ο έρωτας του Ουμπάρ και της Μπελίτ. Και φυσικά η συγγραφέας-μαθηματικός δεν περιορίζεται εκεί, δράττεται της ευκαιρίας να μιλήσει για τα "μαθηματικο - φιλοσοφικά" επιτεύγματα του Θαλή, του Πυθαγόρα και άλλων, χρησιμοποιώντάς τα ως δομικά υλικά της αφήγησης. Από την άλλη, οι Βαβυλώνιοι συνοδοί του έμπορου Λαλίγια κι άλλοι ακόμη, που στο διάβα τους οι πρώτοι συναντούν, γίνονται φίλοι κι όλοι μαζί πορεύονται, αναζητώντας λύση κι εκείνοι στα δεινά τους. 

Η Ρένα Κύρκα, με ένα λόγο πεζό-"έμμετρο", κινείται από τον όλεθρο της στάχτης που αφήνει πίσω του ο σώμα με σώμα πόλεμος, στους ναούς με το λευκό μαρμάρινο φως και τη θεϊκή γαλήνη. Αλλάζει σκηνικό, κρατώντας αναλλοίωτη τη δύναμη του έρωτα κι εκείνη της φιλίας, που απαιτεί αφοσίωση, όπως αυτή που δείχνει ο Λαλίγια στον φίλο του, τον Θαλή. Με τα λόγια του τελευταίου χαράσσεται η πήλινη πινακίδα, που εμφανίζεται στο τέλος της πρώτης ιστορίας... 

Αυτή η πήλινη πινακίδα, εμφανίζεται στην αρχή της δεύτερης ιστορίας, όπου είναι η σειρά της Χρυσούλας Βαρδαλή να πιάσει το γαϊτανάκι της αφήγησης. Ξεκινάει στη Σάμο του 2015, σε μια μικρή πορτοκαλί σκηνή, από όπου βγαίνει μια νεαρή πρόσφυγας που έφτασε με βάρκα από την Τουρκία... Η Δάφνη, φτάνει στην Ελλάδα, όπως χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες, αλλά έχει έρθει με ειδική αποστολή. Διασχίζει κι αυτή μια διαδρομή ανάλογη με εκείνη του Λαλίγια, ξεκινώντας όχι από τη Βαβυλώνα, αλλά από τη Μααλούλα, ένα παλιό αραμαϊκό χωριό της νότιας Συρίας, αναζητώντας έναν σύγχρονο Θαλή, τον Θαλή Πολίτη, έναν αρχαιολόγο από την Αθήνα, σταλμένη απ' τον καθηγητή της Σαλέχ αλ Χαμπίμπ, κουβαλώντας την πολύτιμη πήλινη πινακίδα!

Η πινακίδα, επομένως, είναι το πρόσχημα! Η πινακίδα, που ευφυώς επινόησαν οι συγγραφείς του βιβλίου είναι ο συνδετικός κρίκος των δύο ιστοριών και ταυτόχρονα είναι ο μίτος της αφήγησης της δεύτερης ιστορίας. Οι δύο φίλες εξάρουν τη φιλία, την αγάπη, την αφοσίωση, επιλέγοντας το αιματοβαμμένο σκηνικό του πολέμου. Διεγείρουν τις αισθήσεις μας με τη διάχυτη μυρωδιά της καμένης σάρκας, από τους παλιούς και τους σύγχρονους πολέμους, στη Μέση Ανατολή, με τα ακρωτηριασμένα σώματα, με τις βομβαρδισμένες πόλεις, τα χαλάσματα, την έλλειψη των βασικών πόρων επιβίωσης... Στον πυρήνα και των δύο ιστοριών βρίσκεται η προσφυγιά, τότε και τώρα, το ίδιο σκληρή, το ίδιο παράλογη, το ίδιο τρομαχτική, το ίδιο επικίνδυνη, ένας δρόμος μακρύς στην ιστορία της ανθρωπότητας...

"Δρόμο μακρύ κινήσαμε", συνέχισε η Τζεμέτι, "που επιστροφή δεν ξέρω αν έχει, και είναι φορές που φόβο νιώθω μέσα μου, μην είμαστε σαν δέντρα που ξεριζώθηκαν και δύσκολα σε νέα χώματα ρίζες βαθιές απλώνουν".  (σελ. 77, "Ο φίλος του Θαλή")

"Φεύγοντας (η Δάφνη) από την πατρίδα, ήταν γεμάτη θυμό για τη χαμένη της ζωή. Θα μπορούσε να κάνει τα πάντα για να την κερδίσει ξανά, αν της το ζητούσε κάποιος. Ήταν έτοιμη να θυσιαστεί για να εκδικηθεί για τη δυστυχία της. Στη συνέχεια όμως όλα άλλαξαν. Σιγά σιγά. Η απόγνωση έγινε συνήθεια και η συνήθεια ζωή. [...] Στα κέντρα προσφύγων που βρέθηκε, νοιάζονταν όλο και περισσότερο για το κρεβάτι, το φαγητό, την ασφάλεια που θα έβρισκε". (σελ. 232, "Για το θησαυρό της Παλμύρας")

"Τι ενώνει τη Βαβυλώνα των ζιγκουράτ του 6ου αιώνα π.Χ με τη Σάμο και την Παλμύρα του 2015;"

"Η πήλινη πινακίδα με τις ρήσεις του Θαλή, που επινόησαν οι δύο φίλες" - στο πλαίσιο του βιβλίου - είναι απάντηση σωστή!

"Ο όλεθρος του πολέμου, η συμφορά της προσφυγιάς", που διαχρονικά βιώνει η ανθρωπότητα, είναι μια απάντηση, εξίσου σωστή... 

Κι ένα βιβλίο που το αποδεικνύει  από τον πολύ τον κόσμο πρέπει να διαβαστεί.

---------------------------------------------------------------------------

Για την ιδιαίτερη γραφή των κειμένων, ως μη ειδική δεν θα μιλήσω, παρά μονάχα αυτό θα πω: αυθόρμητα εντόπισα ομοιότητες και διαφορές του λόγου, όπως αυτός εκφέρεται από τη φιλόλογο κι από τη μαθηματικό...Ήταν κομμάτι της αναγνωστικής απόλαυσης ακόμη και αυτό... :) 



Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

"Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος"

 

Χθες διάβασα το βιβλίο του Ίαν Ριντ, "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος", σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη εδώ και  τρεις μήνες, αλλά πολλοί το γνωρίζουν ήδη από την ομώνυμη ταινία του Charlie Kaufman, παραγωγή Netflix.

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής τα "ψυχολογικά θρίλερ" δεν είναι πρώτη μου επιλογή ούτε ως ταινίες ούτε ως βιβλία, γι' αυτό δεν έχω δει την ταινία του Κάουφμαν.  Ωστόσο, ο τρόπος που το συγκεκριμένο βιβλίο έφτασε στα χέρια μου είναι αποτέλεσμα μιας σειράς συμπτώσεων που χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καμβά για ένα αφήγημα με χαρακτηριστικά ψυχολογικού θρίλερ, αν εξαιρέσουμε ότι η ιστορία είχε ένα πολύ αίσιο τέλος, για το οποίο ευχαριστώ θερμά την Σ.Ε. και τις εκδόσεις Πατάκη!

Χθες, λοιπόν, διάβασα -σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο- το βιβλίο του Ίαν Ριντ, το πρώτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου Καναδού συγγραφέα, για το οποίο στο οπισθόφυλλο γράφει:

"Ο Ίαν Ριντ συνδυάζει την αγωνία με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τον τρόμο...μια ιστορία ανατροπών με πολλαπλές ερμηνείες"     Publishers Weekly. 

"Απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα"    The Globe and Mail

Και, πράγματι, η φιλοσοφική διάσταση είναι ρητή με αναφορά στον Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ. 

"Το νόημα της ύπαρξής μου συνίσταται στο γεγονός ότι η ζωή μού έχει θέσει ένα ερώτημα. Ή, αντίστροφα, ότι συνιστώ ένα ερώτημα που απευθύνεται στον κόσμο κι εγώ οφείλω να γνωστοποιήσω την απάντηση μου, αλλιώς εξαρτώμαι από την απάντηση του κόσμου".

Ήδη από τη σελίδα 57 του βιβλίου προοικονομείται η αγωνία του ατόμου για τον αυτοπροσδιορισμό και ο φόβος του για τον ετεροπροσδιορισμό! Από την αρχή διατυπώνονται μια σειρά από υπαρξιακά ερωτήματα, με κυρίαρχο αυτό της μοναξιάς, που πηγάζει από τη δυσκολία προσέγγισης και κατανόησης ενός άλλου ανθρώπου! Τονίζεται κατ' επανάληψη πως εξίσου δύσκολη είναι η γνωριμία του ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνει το ερώτημα: τι συνιστά τον "εαυτό"; Μήπως ο  εαυτός ένα κι αυτός ένα ερώτημα; Ή μήπως είναι μια σειρά ερωτημάτων, τόσων όσα  είναι και οι "φωνές" που κουβαλάει ο καθένας μέσα του; 

Αυτό το πιστεύω κι εγώ, στην καλύτερη του εκδοχή όμως, ή τουλάχιστον στην φαινομενικά πιο ... ισορροπημένη. Πιστεύω ότι ο καθένας μας έχει τουλάχιστον δύο φωνές, αυτή που του υπαγορεύουν τα πρέπει του και αυτήν που του υπαγορεύουν τα θέλω του. Όταν δεν έρχονται σε συμφωνία το αποτέλεσμα είναι μια πλειάδα φαινομενικά παράλογων πράξεων...                         [Αυτό το θέμα πραγματεύεται άριστα ο Αλαίν ντε Μποττόν στο βιβλίο του "Το χρονικό του έρωτα", που διάβασα αμέσως πριν από το βιβλίο τον Ριντ, και παρόλο που μου άρεσε πολύ δεν έχω γράψει ακόμη κάτι σχετικό... Ελπίζω να βρω χρόνο να το κάνω... ]

Στο μυαλό του ήρωα του Ριντ οι φωνές δεν είναι δύο, είναι πολλές, είναι ο κατακερματισμένος εαυτός,  τα πολλά εσωτερικά πρόσωπα, μια σειρά ερωταποκρίσεων που διατυπώνονται σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης, αλλά αντί να επιφέρουν την ψυχική ισορροπία, γεννούν καινούρια ερωτήματα και νέες επινοημένες απαντήσεις... Η επινόηση και τα γεγονότα, σε όλη την ιστορία δεν διαφέρουν σε τίποτα. Αντιθέτως, γίνεται σαφής η ηθελημένη ταύτιση: "Όλες οι ιστορίες είναι επινοημένες. Ακόμα και όσες συνέβησαν", γράφει... 

Δεν θα πω περισσότερα για την ιστορία, για να αποφύγω το spoiling. Θα κάνω όμως δύο σχόλια, ένα υπό το πρίσμα της αναγνώστριας,  ένα υπό τη μόνιμη αγωνία της εν ενεργεία εκπαιδευτικού.

Όσο διάβαζα το βιβλίο, που έχει μια κυριολεκτικά γριφώδη γραφή, (και πώς θα χαρακτηριζόταν "θρίλερ", αν δεν την είχε;) έβαζα στοιχήματα με τον εαυτό μου για το "ποιος είναι ποιος" και κατά κάποιον τρόπο η διαδικασία αυτή, του εσωτερικού μου διαλόγου δηλαδή, έστω και στο επίπεδο αυτών των αθώων στοιχημάτων, πέτυχε μέσα μου, ως ένα βαθμό, την "πολυφωνία" που ο Ριντ προσπαθούσε να αποδώσει. Όμως απ' την "ανοιχτή συζήτηση" με το ανάγνωσμα, από τον εσωτερικό διάλογο που αυτό προκαλεί, είναι που απορρέει αυτό που ο Ρόλαντ Μπαρτ έχει χαρακτηρίσει ως "απόλαυση του κειμένου", οπότε, ναι, είναι ένα "απολαυστικά τρομακτικό μυθιστόρημα", όπως έγραψε το Publishers Weekly.

Εκείνο όμως στο οποίο θα σταθώ και θα προβληματιστώ, ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός, είναι το σχολείο. Το Σχολείο! Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο, γνωρίζουμε ήδη ότι ο εφιάλτης ξεκινά όταν εκείνη καταλήγει αποκλεισμένη σε ένα έρημο σχολείο από όπου προσπαθεί να ξεφύγει. Εκείνη βρίσκεται σε Σ Χ Ο Λ Ε Ι Ο!  Δεν βρίσκεται κλεισμένη σε ένα, ας πούμε, νοσοκομείο ή ένα πολυκατάστημα, ή ένα σκοτεινό πάρκινγ ή μια λαμβυρινθώδη συνοικία... Βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σχολείο, απομακρυσμένο από κάθε κατοικημένη περιοχή, εγκατελειμμένο, ερημωμένο, σχεδόν σκουριασμένο. 

Μεταφορικά η περιγραφή ταιριάζει με αυτό που είναι σήμερα το δικό μας σχολείο! Αποκομμένο εντελώς από την κοινωνία, απαρχαιωμένο, στοιχειωμένο, κολλημένο σχεδόν στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, τότε που τα σχολεία οργανώθηκαν με ένα βασικό σκοπό: την "παραγωγή" λειτουργικών και αποδοτικών εργατών.  Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ο Ριντ επέλεξε να εγκλωβίσει την αφηγήτρια του σε ένα εγκατελειμμένο, χαοτικό, σχολείο, ακριβώς για να τονίσει πως ο "εσωτερικός κατακερματισμός" ξεκινά από κει. Ο ήρωας, η ηρωίδα, εγώ, εσύ, αυτός, αυτή, έχει καλή επίδοση στα Μαθηματικά αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. 

Μπορεί για τον αναγνώστη που αγαπάει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος τα σχόλια αυτού του τύπου να περνούν απαρατήρητα, καθώς όλη η αγωνία κορυφώνεται από την κομμένη ανάσα κι από την καρδιά που πάει να σπάσει στα οποία ο Ριντ εμφατικά επανέρχεται. Τη δική μου προσοχή όμως την τράβηξε αυτό το συγκεκριμένο παράπονο: ήμουν καλός στα Μαθηματικά, αλλά όχι στα Καλλιτεχνικά. Πόσο θα ήθελα να ήμουν καλός στα Καλλιτεχνικά... 

Αυτό το παράπονο συνοψίζει τον σκοπό του σχολείου μας: καλλιέργεια της νόησης σε βάρος της αισθητικής καλλιέργειας. Μήπως αυτός ο στυγνός διαχωρισμός αποτελεί πηγή της "εσωτερικής κατάρρευσης" του σύγχρονου ανθρώπου; Ανεξάντλητο θέμα, που το αφήνουμε στην άκρη ή που προσπαθούμε να το ξεπεράσουμε με ... παγουρίνο, χάντρες και καθρεφτάκια... Παλιά δοκιμασμένη μέθοδος. Τείνω, όμως, να ξεφύγω από το βιβλίο, που το έχω ακόμη στα χέρια μου και διαβάζω ξανά και ξανά, (για να το πιστέψω), τις αναφορές στον επιστάτη του σχολείου...

"Οι κινήσεις του δεν ήταν γρήγορες. Το 'κάνε με το πάσο του. Μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί πώς οι τάξεις μας διατηρούνταν μονίμως καθαρές. Ερχόμασταν κάθε μέρα για μάθημα, παραμέναμε στην αίθουσα κι έπειτα φεύγαμε για το σπίτι, αφήνοντας πίσω μας ένα χάος. Την επομένη επιστρέφαμε και η αίθουσα ήταν καθαρή..." (σελ. 175-176)

"Είναι μέσα μόνος του, και εργάζεται. Ένας επιστάτης. Για να καθαρίσει ό,τι άφησαν πίσω τους τα παιδιά. Αυτό κάνει όλο το βράδυ, ενώ όλοι κοιμούνται. Καθαρίζει τις φραγμένες τουαλέτες. Τους σκουπιδοτενεκέδες. Τα πεταμένα φαγητά. Τα πατώματα, που τα κατουράνε για πλάκα τα αγόρια. Σκέψου το". (σελ. 181)

Σκέψου το! Σκεφτείτε το! Πού; Στον πολιτισμένο Καναδά! Σε μια χώρα πιο πάνω και από το "American Dream"! Τα αγόρια κατουράνε τα πατώματα για πλάκα...    (Το πρόβλημα αυτό το είχαμε σε δύο τουλάχιστον από τα πολλά σχολεία που έχω υπηρετήσει και μπορώ να πω ότι ήταν αυτά που θεωρώ τα δύο "καλύτερα")

Θα μπει ποτέ ένα τέλος;

Υπάρχει κανείς που θέλει να δώσει τέλος;

Υπάρχει κάποιος που μπορεί να δώσει τέλος;

Όχι αλληγορικά, όχι μεταφορικά,  ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ!

Ένα τέλος στην αθλιότητα που βιώνει η ανθρωπότητα, η εγκλωβισμένη σε μια  μικρή ντουλάπα (έχει σχέση με το βιβλίο), με την "Παιδεία" να αποτελεί μέρος της εξαθλίωσης, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στο μακρινό κι ονειρεμένο Καναδά και παντού στον πλανήτη γενικά...

Καλή αρχή στα σχολεία που άνοιξαν τις πόρτες τους σήμερα!


Υ.Γ. Η μοναξιά του ανθρώπου ξεκινάει από την οικογένεια και τρέφεται στο σχολείο...



Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

Μια υπόσχεση που δεν μπόρεσα να κρατήσω...


           
Διαβαίνοντας τη μπουκαπόρτα του πλοίου την Τρίτη το απομεσήμερο, ένιωθα στο πετσί μου, σαν προστατευτικό επίστρωμα, τις σκέψεις και τις ευχές αγαπημένων. «Να προσέχεις!», «Να το χαρείς!», «Να έχεις μια όμορφη και δημιουργική σχολική χρονιά!». «Η Λέσβος έχει πολύ καλή κουζίνα, να προσέχεις τα κιλά σου…». «Σε ζηλεύω…». «Πολύ θα ήθελα να ήμουν στη θέση σου!». «Είσαι πολύ τυχερή…»

         Είναι η δεύτερη χρονιά που, από επιλογή, φορτώνω το αυτοκίνητο με τα υπάρχοντά μου και φτάνω οδηγώντας στην Καβάλα κι από κει, με το πλοίο της γραμμής, στο νησί. Τα πλοία της γραμμής είναι σαν τους ανθρώπους. Απέξω λίγο πολύ όλα μοιάζουν. Κι όπως ανοίγουν οι άνθρωποι τα χέρια, άλλοι κυριολεκτικά κι άλλοι – οι πιο άτολμοι – στη φαντασία τους μονάχα, για να σε κλείσουν στην αγκαλιά τους κι από τη μια στιγμή στην άλλη να σε κάνουν άλλον άνθρωπο, οικείο, φίλο, αγαπημένο, εραστή, συνεργάτη, συνένοχο, έτσι ανοίγουν και τα πλοία τη μπουκαπόρτα τους κι από τη μια στιγμή στην άλλη σε κάνουν άλλον άνθρωπο. Σε κάνουν ταξιδιώτη, περιηγητή, αναζητητή ενός καινούριου κόσμου, ενός άλλου εαυτού. Κι όπως οι άνθρωποι έτσι και τα πλοία. Άλλα έχουν όμορφα σαλόνια, καθαρά, σε φιλοξενούν με φινέτσα κι ευγένεια και σου παρέχουν μιαν αίσθηση γαλήνης και οικειότητας όσο κρατάει το ταξίδι κι άλλα, πάλι, κακοφτιαγμένα και βρώμικα, με άβολα καθίσματα και θολά φινιστρίνια δεν σου αφήνουν περιθώρια να χαρείς τη θάλασσα και να μοιραστείς μαζί της την ελπίδα που η αέναη κίνησή της αποπνέει. Με ένα τέτοιο αφιλόξενο καράβι ήρθα την Τρίτη στο νησί. Κι ενώ είχα υποσχεθεί στην Κ., αλλά κυρίως στον εαυτό μου, πως εν πλω θα αφήσω τη σκέψη μου να αρμενίσει στον κυκεώνα των πώς και των γιατί που απασχολούν τις γυναίκες της ηλικίας μας και της «κοινωνικής μας τάξης» (αν υπάρχει τέτοια), δεν τήρησα το λόγο μου. Ίσως γιατί, όταν το ξανασκέφτηκα, με μεγαλύτερη σύνεση -όπως κάθε δεύτερη σκέψη στερούμενη της παρόρμησης που έχει η πρώτη- κατάλαβα πως δεν είναι δυνατόν να σκεφτώ για λογαριασμό άλλων γυναικών, ακόμη κι αν ταυτίζομαι σε πολλά μαζί τους. Η κάθε σκέψη που κάνω αφορά εμένα αποκλειστικά. Πηγάζει από τη λογική που διαθέτω, (ή απ’ αυτήν που στερούμαι), και από τα συναισθήματα που με κατακλύζουν. Το απειροσύνολο των αντιπαραθέσεων, των μαχών και των … φιλικών διακανονισμών μεταξύ της λογικής και των συναισθημάτων μου είναι που με ωθεί στην Α, στη Β, στη Γ επιλογή. Μερικές φορές η διαδικασία συντελείται ερήμην μου, με πιάνει στον ύπνο ή με αρπάζει από τα μαλλιά, ειδικά τις φορές που κινδυνεύω να πνιγώ σε μια παρανόηση. Φαντάζομαι πως το ίδιο ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Άλλοι λίγο άλλοι πολύ παλεύουμε με τα θέλω και τα πρέπει μας,  έχοντας μερικώς  ή ολικώς συνείδηση της αδυναμίας μας κι επίγνωση της δύναμής μας, ανεξάρτητα από το πολιτιστικό, το κοινωνικό ή το φυλετικό μας υπόβαθρο. Οι διαφορές μας δεν απορρέουν από αυτά, απορρέουν από το θάρρος, που μας διακρίνει. Μάλιστα. Απαιτείται θάρρος, πολύ θάρρος, να τα βάζει κάποιος με τον εαυτό του, να του πηγαίνει κόντρα, να τον βγάζει από την ασφάλεια, να τον αναγκάζει να βαδίσει καινούριους άγνωστους δρόμους, να τον φέρνει αντιμέτωπο με τους δράκους του, να τον συμφιλιώνει με τη μοναξιά του… Αυτό είναι που μας διαφοροποιεί: το θάρρος.  


        Ελλείψει θάρρους κι εγώ απέφυγα να κάνω σκέψεις σαν τις παραπάνω, εν πλω.  Προτίμησα να διαβάσω το βιβλίο του Σύριου συγγραφέα Χάλιντ Χαλίφα, «Ο θάνατος είναι ζόρικη δουλειά», που είχα αγοράσει μια μέρα πριν φύγω απ’ τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να το διαβάσω στο ταξίδι. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Χαλίφα, αν και θα έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα, καθώς η σύντομη, αλλά ουσιαστική, φιλία μου με τον K., το νεαρό Σύριο μαθητή μου, μου είχε κινήσει ένα γνήσιο ενδιαφέρον για τις εμπειρίες που είχε πριν εγκαταλείψει τη χώρα του, για να περάσει στην Τουρκία κι από κει με βάρκα, ακολουθώντας ένα αστέρι πάνω από το Αιγαίο που δεν ήξερε ούτε το όνομά του, να καταλήξει στην Ελλάδα. Ο Κ., ένας ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, άφησε πίσω του οικογένεια, όνειρα, όνομα, απόγνωση κι ήρθε σε μια νέα, άγνωστη, ήπειρο να στήσει μια ζωή απ’ την αρχή, να βρει στον ήλιο τη δική του μοίρα… Το βιβλίο του Χαλίφα, αν και μυθιστόρημα, ένιωσα ότι βοήθησε να καταλάβω κάπως την ιδιαίτερη συμπεριφορά και την εσωστρέφεια του, καθόλα ευγενικού και αξιαγάπητου, Σύριου φίλου μου Κ.. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα και σύντομα θα γράψω γι’ αυτό. Αλλά σήμερα το θέμα μου δεν είναι το βιβλίο του Χαλίφα, ούτε ο Κ., αλλά η υπόσχεση που έδωσα στην αγαπημένη Κ. να της γράψω ένα γράμμα και να της εξηγήσω... Μια υπόσχεση που, μάλλον απουσία θάρρους, τώρα δεν θα την τηρήσω! 

Αλλά, ποιος ξέρει; Ίσως στο μέλλον, σ’ ένα καράβι ιδανικό με πιο ξεκάθαρο μυαλό, να ξαναπροσπαθήσω!

 

        Μέχρι τότε εύχομαι να είμαστε καλά, απαλλαγμένοι από … ιό!