Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Πιστεύω πως λίγο πολύ, αν το σκεφτούμε βαθύτερα, θα συμφωνήσουμε όλοι πως ο έρωτας είναι μια διαδικασία μετάλλαξης και αναδόμησης του ενδότερου γίγνεσθαι. Πώς προκύπτει και γιατί ή από πού μας έρχεται το "κατακούτελο", δεν πρόκειται να το αναζητήσω εδώ και τώρα, επειδή το έκαναν και το κάνουν, κατά χιλιάδες, άλλοι, ειδικοί και μη, που δεν καταλήγουν και πουθενά από όσο γνωρίζω ή που ο καθένας, κατά το δοκούν, καταλήγει αλλού.

Το θέμα με τον έρωτα, σ' αυτήν την ανάρτηση δεν είναι η διαδικασία του αυτή καθ' αυτή, μήτε τα αποτελέσματά του, μα το αντικείμενό του, εκείνο το κρυφό αντικείμενο του πόθου, που εκδηλώνεται στα εσώψυχα του καθενός και τον κάνει να αναρωτιέται -με την προϋπόθεση πως έχει λίγη ωριμότητα και κάπως στρογγυλή σκέψη - "γιατί τούτο κι όχι το άλλο;". (όπως το "άλλα θέλω κι άλλα κάνω..."). Κάτι τέτοιες σκέψεις, πιθανόν, καταλήγουν σε ενδοσκοπήσεις κι αναζητήσεις αιτίων κρυμμένων στις αμυδρές σκιές παιδικών βιωμάτων (του στυλ: "μου θυμίζεις τη μάνα μου")κλπκλπ.
Μιαν ανάλογη κατάσταση βίωσα λίαν προσφάτως με έναν μεγάλο μου έρωτα, μα τη βίωσα αντίστροφα μέσα στο χρόνο, με την έννοια πως ο έρωτας αυτός είχε συντελεστεί στην παιδική μου ηλικία, την εποχή εκείνη που οι συγγενείς μου μού έπαιρναν ως δώρα για τη γιορτή μου, κυρίως, κούκλες, γιατί έτσι επέβαλε το εθιμοτυπικό. Οι κούκλες βοηθούσαν να μεγαλώνει σωστά ένα κορίτσι. Εγώ όμως, καθόλου δε νοιαζόμουν για τις κούκλες. Αντιθέτως έτρεφα μεγάλον έρωτα για τη στρογγυλή θεά που, φυσικά, ούτε λόγος να αποκτήσω ποτέ δική μου, "κορίτσι πράμα", όπως συνήθιζαν να λένε. Αναγκαζόμουν, λοιπόν, να κάνω κολλητή παρέα με τον Μπουμπούλη, ένα συνομήλικό μου, που είχε μια πολύ όμορφη δερμάτινη μπάλα, δώρο του αδερφού της μάνας του, που δούλευε στη Γερμανία. Η μπάλα αυτή ήταν το μοναδικό πράγμα που έβρισκα γοητευτικό πάνω στον μονίμως βρώμικο και μυξιάρη δεκάχρονο φίλο μου. Κάνοντας παρέα μαζί του όμως, εξασφάλιζα τη συμμετοχή μου στην ομάδα και έπαιζα τα απογεύματα στο κέντρο του αυτοσχέδιου γηπέδου, μαζί με καμιά δεκαριά γειτονόπουλα, όλα γένους αρσενικού! Εκτός από αυτή μου την ενασχόληση και μερικές άλλες συναφείς, θέλω να πιστεύω, πως ήμουν μια χαρά, τυπικό, κορίτσι.
Όταν πήγα στο Γυμνάσιο μου πέρασε ο έρωτας για το σφαιρικό αντικείμενο που μας έκανε να τρέχουμε από πίσω του και άλλοτε να κλωτσάμε αυτό, άλλοτε ο ένας το καλαμίδι του άλλου, βρίζοντας και φτύνοντας, όπως απαιτείται για να είναι κάποιος σωστός ποδοσφαιριστής.

Πριν τρία χρόνια έπεσε στα χέρια μου το καταπληκτικό βιβλίο "Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ" του Robert Osserman, καθηγητή των Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, στη συνέχεια του Μπέρκλεϊ, με εξέχουσες θέσεις σε ερευνητικά κέντρα και αναρίθμητες επιστημονικές εργασίες. Ένα βιβλίο για το οποίο ο Roger Penrose έγραψε: "το βιβλίο αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στην ομορφιά των μαθηματικών και στη σχέση τους με τον φυσικό κόσμο".
Πράγματι ο Osserman "μας οδηγεί σε ένα συναρπαστικό νοητικό ταξίδι, το οποίο αρχίζει από τον κόσμο των αρχαίων Ελλήνων για να καταλήξει στις πλέον πρόσφατες ανακαλύψεις που αφορούν την κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου, επιδεικνύοντας την υπέροχη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μαθηματική θεωρία και την προσπάθειά μας να εισδύσουμε στα μυστικά του Κόσμου."
Στη σελίδα 156 αυτού το βιβλίου διάβασα πως:
"Το 1958 ο Harold Kroto και ο Richard Smalley συνεργάστηκαν για να προσδιορίσουν τη μοριακή δομή μιας μορφής άνθρακα που είχε ανακαλυφθεί πρόσφατα, και στην οποία 60 άτομα άνθρακα συναρμόζονται με κάποιον τρόπο έτσι ώστε να σχηματίσουν ένα. Αρχικά η δομή του μορίου αποτελούσε μεγάλο μυστήριο. Αποδείχθηκε ότι το σχήμα της είχε περιγραφεί από τον Αρχιμήδη τον τρίτο αιώνα π.Χ. και αποτελείται από μια διάταξη πενταγώνων και εξαγώνων που είναι συναρμολογημένα σε ένα μόρφωμα πασίγνωστο στην εποχή μας αφού συμπίπτει με εκείνο της μπάλας του ποδοσφαίρου..."
(Βεβαίως γνωρίζω πως η ΦΙΦΑ αντικατέστησε τη συγκεκριμένη μπάλα, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ιστορία μου)
Διαβάζοντας για το "μπακμινιστερφουλερένιο", γιατί έτσι ονόμασαν το εξηντατομικό μόριο του άνθρακα, προς τιμήν του Backminister Fuller, θυμήθηκα τον Μπουμπούλη και τα ματωμένα μας γόνατα, που ωστόσο δεν τους δίναμε σημασία, τρέχοντας, γοητευμένοι, πίσω από το "μπάκυμπωλ" (που είναι η συντομογραφία του μπακμινιστερφουλερένιου).
Σαφώς την εποχή εκείνη δεν ήταν δυνατόν να συνδέσω αυτή την απίθανη και μυστηριακή δομή του συγκεκριμένου μορίου άνθρακα ή του ημικανονικού 32-εδρου β' τύπου του Αρχιμήδη, με τα απογευματινά παιχνίδια στις αλάνες της γειτονιάς μου. Όμως η σύνδεση έγινε αντίστροφα, μέσα στο χρόνο. Κατάλαβα τι με έλκυε τόσο πολύ στο κυνήγι της μπάλας, που τότε ήταν σχεδόν απαγορευτικό για το φύλο μου, ανακαλύπτοντας τη "δομή" της και την "ιστορία" της μέσα στο βιβλίο του Osserman. Ή, έστω, θέλω να νομίζω πως κατάλαβα, προσπαθώντας εκ των υστέρων να δώσω μιαν καθόλου τετριμμένη κι ιδιαιτέρως εξέχουσα ερμηνεία σε μη κοινά αποδεκτές συμπεριφορές μου στη διάρκεια του Δημοτικού, όπου, αντί να "φροντίζω" τις κούκλες μου, ροβολούσα στις γειτονιές πίσω από τη μπάλα...
Το θέμα είναι πως μέσα από αυτήν την ετεροχρονισμένη ερμηνευτική διάθεση, αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι ανάγκη να ψάχνουμε μόνο προς τα πίσω για απαρχαιωμένους λόγους και σκιώδη αίτια που μπορεί να ξυπνάνε μέσα μας συναισθήματα τέτοια που συνάδουν μερικώς με ερωτική παραφορά η οποία σαφώς ενέχει και το ανεξήγητο τόσο των επιλογών όσο και των συμπεριφορών. Πιθανόν, για να καταλάβουμε "γιατί τούτο κι όχι το άλλο" να χρειάζεται, σε μερικές περιπτώσεις, να περιμένουμε μελλοντικές αποκαλύψεις.
(άλλωστε με όλες αυτές τις θεωρίες περί της φύσης του χρόνου, πώς να ξέρει κανείς πότε είναι στο παρόν και πότε βρίσκεται στο μέλλον?! Σ' αυτό το συγκεκριμένο θέμα των παράλληλων χωροχρονικών κόσμων πρωτομάστορας στη "μαθηματική λογοτεχνία", νομίζω, είναι ο Andrew Crumey).

Τώρα πώς μου ήρθε και γράφω για την Ποίηση του Σύμπαντος, τρία χρόνια αφότου διάβασα το βιβλίο, και για την ποδοσφαιρική μου καριέρα "ν" χρόνια μετά, είναι ένα άλλο θέμα.
Νομίζω πως οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Λίγο, έως και πολύ. στην προηγούμενη ανάρτηση μου με τίτλο "ποιο είναι το νόημα της ζωής;", που μάλλον, όπως φάνηκε από τα σχόλια που μου έκαναν, θα έπρεπε να έχει τον τίτλο "πίτσα - μπίρα", οπότε συνειρμικά πια, το προσφιλές δίδυμο για να συμπληρωθεί απαιτεί κι έναν καλό αγώνα ποδοσφαίρου σε απευθείας μετάδοση από την τηλεόραση. Κυρίως όμως τα θυμήθηκα όλα αυτά επειδή διαβάζω, ξανά, το βιβλίο του Μάρκες "Εκατό χρόνια μοναξιά", το οποίο το είχα διαβάσει εικοσιτόσα χρόνια πριν, αλλά ακόμη θυμόμουν έντονα χωρικές και ονειρικές περιγραφές. Εκείνο που δε θυμόμουν όμως, και καθώς το ξαναδιαβάζω ομολογώ πανικοβλήθηκα, είναι η αρρώστια της αϋπνίας που με τη μορφή επιδημίας πλήττει όλους τους κατοίκους του Μακόντο και σταδιακά τους οδηγεί στα μαύρα αμπάρια της λήθης. Ένα πανδημικό αλτσχάιμερ, που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την υπόστασή τους και να γίνονται σκιές μέσα στα όνειρα που βλέπουν από κοινού, αφού έχει χαθεί κάθε ίχνος ατομικότητας. Η μόνη λύση, μέχρι εκεί που διάβασα, είναι να γράφουν σε χαρτάκια, που κολλάνε παντού, σημειώσεις με τα ονόματα των αντικειμένων και με τη χρήση τους. Με τον τρόπο αυτό οι κάτοικοι του Μακόντο κατάφεραν να δεθούν με τη μνήμη τους και να δώσουν μια μικρή παράταση, πριν τον πλήρη αφανισμό τους μέσα στη λησμονιά. Έκαναν κάτι σαν "ασκήσεις μνήμης", που, έτσι κι αλλιώς, είτε μας αρέσουν είτε όχι, ακόμη και υποσυνείδητα όλοι κάνουμε, αφού είναι πρακτικά αδύνατο να εφαρμόσουμε τη λειτουργία "del" και "άδειασμα κάδου" στο μυαλό μας με την ίδια ευκολία που το κάνουμε στις προηγμένες τεχνολογίες μας. Σβήνουμε, όπως ακριβώς γράφουμε, κομμάτι κομμάτι, λέξη λέξη, τμηματικά. Αρκεί να μην έχουμε χάσει τελείως τις μνήμες μας και να τις ανακαλούμε πότε πότε. Αλλά , μου φαίνεται, προς τα΄κει οδεύουμε, προς την ολική απώλεια. Προς την εκατόχρονη μοναξιά. Είναι θέμα χρόνου. Ίσως κερδίσουμε κάποια παράταση. Ίσως πάλι να καταφέρουμε και μερικά πέναλτι...

Το σκορ, ωστόσο, ανεξάρτητα από τις προσωπικές μας επιδόσεις, παραμένει καλά κρυμμένο στις μυστηριώδεις δομές της ποίησης του Σύμπαντος.
Ή, πάλι, μπορεί να κρύβεται σε κάποια από τις μαγικές συνταγές που είναι γραμμένες στο Βιβλίο του Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, του ανθρώπου που ίδρυσε το Μακόντο.
[... πιθανόν, όμως, όλο το παιχνίδι να βρίσκεται μόνο μέσα στο κεφάλι μας και το σκορ, τελικά, να εξαρτάται από το πώς και το πόσο έχουμε δεθεί...]

4 σχόλια:

  1. Μα στο καλύτερο μέχρι τώρα κείμενο,
    να μην υπάρχει ένα σχόλιο;
    ας αφήσω ένα offside ημιόλιο :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "..στο καλύτερο μέχρι τώρα κείμενο"!?
    Δηλαδή πόσα κείμενα έχεις διαβάσει;

    Όπως και να 'χει, ευχαριστώ για το
    "offside ημιόλιο"! :)
    Το μισό είναι πιο πολύ απ' το κανένα.. :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το ημιόλιο είναι αρχαίος μουσικός όρος
    για διαστήματα, σημαίνει μιάμιση φορά
    3/2 ημιόλιος λόγος.

    Και θέλω να πω
    1. και ολόκληρο (εποπτεία)
    2. και μισό (αμφιβολία)
    3. και offside μας σφυράει με κάτι τέτοια
    η άμουσος κενωνία χαχα

    Τώρα που τελείωσα την ανάγνωση της
    ψηφιακής σου ζωής, για μένα είναι
    το καλύτερο.

    1.Αυτοβιογραφικό
    2.Πληροφορία για αγοροκόριτσο
    3.Ποδο-σφαιρικό
    4.Και έχει στον τίτλο Ποίηση
    αντί Λογοτεχνία. :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ααα, έτσι!?
    Από το ημιόλιο πήρα μονάχα το μισό κι αγνόησα το όλο; Από έλλειψη γνώσης! Ή από έλλειψη βεβαιότητας;
    Χωρίς αμφιβολία, στη γνώση πορευόμαστε μέσ' απ' την εποπτεία...
    Και όχι μόνο

    Σ' ευχαριστώ για τα σχόλια, ό,τι κι αν σημαίνουν :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή