Οι ερωτήσεις που μου θέτει ο καλός μου φίλος ΔΧ τον τελευταίο καιρό αποτελούν ένα είδος "every day dialectic" που έχει γίνει ένα γοητευτικό νοητικό παιχνίδι, επηρεασμένο κι από τα διάφορα αναγνώσματα. Μάλλον, για να είμαι πιο ειλικρινής, θα πρέπει να το διατυπώσω αντιστρόφως: η αναζήτηση απαντήσεων στις ερωτήσεις που θέτει ο καλός μου φίλος ΔΧ είναι που επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την επιλογή των αναγνωσμάτων, αλλά συνήθως είναι η τύχη που αποφασίζει πότε και πού θα βρεθεί μια ικανοποιητική απάντηση από το σύνολο όλων των απαντήσεων που θα μπορούσαν αξιοπρεπώς να σταθούν απέναντι σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Μερικές φορές δεν υπάρχει καν απάντηση, υπάρχουν μόνο διάφορα άλλα τερτίπια που μοιάζουν με απαντήσεις κι εμφανίζονται μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου φαινομενικά άσχετου και ίσως ίσως κι αδιάφορου. Όπως ας πούμε για την ερώτηση: "να περιμένουμε πότε θα πέσει το μήλο ή να κάνουμε κάτι κι εμείς;" η απάντηση εμφανίστηκε στη σελίδα 16 του βιβλίου "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟ", του Antonio Tabucchi, που δεν είναι ακριβώς βιβλίο, επειδή είναι μια μόνο διάλεξη που έδωσε ο συγγραφέας στο ΙΤΑΛΙΚΟ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΘΗΝΩΝ, πέρυσι τον Μάη, και δεν είναι ακριβώς εγκώμιο, αφού στο πρώτο μέρος τουλάχιστον είναι ένας λίβελος που απευθύνεται στους εχθρούς της μοντέρνας λογοτεχνίας και μόνο από τη μέση και μετά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εγκώμιο. Άρα είναι ημιεγκώμιο ή ημιλίβελος, εξαρτάται από το πως βλέπει κανείς τα πράγματα. Αλλά θα γράψω το απόσπασμα που κολλάει πολύ με το μήλο της ερώτησης που έχω να απαντήσω και θα αφήσω τα σχόλια για σας.
Η λογοτεχνία όπως και η επιστήμη, είναι προφανώς δημιουργική, με την έννοια ότι παράγει κάτι που πριν δεν υπήρχε, δηλαδή επινοεί. Αλλά, όπως και η επιστήμη, δεν περιορίζεται σε αυτό, που είναι ήδη εξαιρετικό: η λογοτεχνία ανακαλύπτει. Με την έννοια ότι ανακαλύπτει κάτι που υπήρχε ήδη αλλά εμείς δεν το γνωρίζαμε. Για παράδειγμα, ο Νεύτων δεν "επινόησε" το νόμο της βαρύτητας: απλώς τον ανακάλυψε. Και , με έναν μαθηματικό τύπο, τον μετέτρεψε σε λογική γνώση. Η περίφημη ιστοριούλα του μήλου που πέφτει στο κεφάλι του, δεν ήταν παρά το ανέκδοτο με το οποίο απεικονίστηκε η σημασία της διαίσθησης, δηλαδή της προ-λογικής γνώσης. Είναι φανερό ότι το μήλο θα συνέχιζε να πέφτει αιωνίως και χωρίς τον Νεύτωνα, μόνο που εκείνος διαισθάνθηκε το γιατί της πτώσης και το εξήγησε με έναν επιστημονικό τύπο. Έτσι όπως είναι φανερό ότι εκείνα τα άτομα που δεν ερωτεύονται ένα άλλο άτομο αλλά μόνο την ιδέα του έρωτα, αποτελούν μια ανθρώπινη κατηγορία που υπάρχει από πάντα. Σήμερα όμως αυτή την υπόγεια "σύγχιση" ανάμεσα στο αντικείμενο και στην ιδέα του, την ονομάζουμε μποβαρισμό. Ο μποβαρισμός υπήρχε πριν από την Έμμα Μποβαρύ: η μεγαλοφυΐα του Flaubert συνίσταται στο ότι τη μετέτρεψε σε λογοτεχνία. Ο Flaubert δεν επινόησε τον μποβαρισμό, απλώς τον ανακάλυψε. Η λογοτεχνία είναι χρήσιμη και σε αυτό.
Επιγραμματικά κι ανακεφαλαιώνοντας να πω πως τόσο η βαρύτητα όσο και ο μποβαρισμός ανακαλύφτηκαν (και δεν επινοήθηκαν) η πρώτη μέσω της επιστήμης ο δεύτερος μέσω της λογοτεχνίας.
Τώρα για το αν θα περιμένουμε πότε θα πέσει το μήλο ή αν θα βάλλουμε το κεφάλι μας από κάτω κουνώντας συνάμα τα κλαδιά ... νομίζω ότι έχει να κάνει με το πόσο μποβαριστές είμαστε!!! Άσχετο και προφανώς αστειεύομαι, αλλά υπάρχουν ερωτήσεις που δεν έχουν απάντηση ή που και το ΝΑΙ και το ΟΧΙ μπορούν αν αποδειχτούν εξίσου σωστά...
Εν πάση περιπτώσει, ευτυχώς τελικά που υπάρχει και η λογοτεχνία για να συμπληρώνει τα κενά και τα ελλείμματα, αφού όπως λέει κάπου στη διάλεξή του και ο Tabucchi: " λογοτεχνία ουσιαστικά είναι μια οπτική του κόσμου διαφορετική από αυτήν που επιβάλλει η κυρίαρχη σκέψη [ ... ] και ένα χρέος της λογοτεχνίας είναι κι αυτό: να χώνει τη μύτη της εκεί που αρχίζουν οι αποσιωπήσεις..."