Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΝΟΩΝ ΝΟΕΙΤΩ

Όταν, ως παιδί και μάλιστα ιδιαίτερα κατεργάρικο, έκανα ζαβολιές, η μητέρα μου, αν δεν την είχα φέρει σε σημείο που να είναι πλέον εκτός εαυτού, αρκούνταν στο να κουνάει το χέρι της και να μου λέει: "Και ο νοών νοείτω"! Φυσικά εγώ, βλέποντας τη συγκεκριμένη χειρονομία, εννοούσα αμέσως πως το χέρι, που κινούνταν απειλητικά μεν, σε απόσταση ασφαλείας δε, την επόμενη φορά που θα έκανα την ίδια αταξία, θα προσγειώνονταν στην πλάτη μου. Το ότι "εννοούσα", δεν οφείλονταν στο ότι είχα καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας και ούτε με απέτρεπε πάντα από την επανάληψη της απερισκεψίας! Είχε να κάνει κυρίως με την αγριεμένη έκφραση που έβλεπα στο πρόσωπο της μαμάς μου, και με έκανε να συνδέω τη φράση "ο νοών νοείτω" με τιμωρία και ξυλοδαρμό. Κάπως σαν "έγκλημα και τιμωρία", δηλαδή, το είχα καταχωρίσει στο μυαλό μου! Τόσο λάθος! Όπως, για παράδειγμα, την "ανεμόσκαλα", που σε μικρή ηλικία την αντιλαμβανόμουν ως "άνεμος καλά", οπότε όταν τύχαινε να ακούσω το τραγούδι του Νταλάρα, αυτό που λέει "ανεμόσ-καλα θα δέσω, να σε κλέψω από το μπαλκόνι, μια βραδιά που θα 'σαι μόνη...", αναρωτιόμουν πάντα πως μπορεί κανείς να δέσει τον άνεμο και μάλιστα καλά! Κι άλλα τέτοια πολλά μου έρχονται στο μυαλό, που έχουν να κάνουν με τα λάθος νοήματα που απέδιδα, ως παιδί, σε κάποιες λέξεις. Κάτι που είμαι βέβαιη πως συμβαίνει σε όλους. Και δεν είναι καθόλου ασύνηθες και ως μεγάλοι να αντιλαμβανόμαστε κάτι λάθος, μόνο που τώρα που μεγαλώσαμε είμαστε περισσότερο αδιάλλακτοι και με πιο περιορισμένη φαντασία. Και νομίζω πως δεν έχει να κάνει με την αντιληπτική μας ικανότητα, αλλά με την ανθρώπινη φύση γενικότερα. Άλλωστε, το μεταβατικό ρήμα "νοώ" - σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη - είναι συνώνυμο των: σκέπτομαι, στοχάζομαι, συλλογίζομαι, διαλογίζομαι, και σημαίνει: ' συλλαμβάνω με τον νου/ αντιλαμβάνομαι με το μυαλό.'
Με άλλα λόγια "νοώ" σημαίνει πως αποδίδω "νόημα", σε λόγια ή πράξεις (και σε ό,τι άλλο μπορεί και πρέπει να αποδώσει κανείς νόημα), κάνοντας λογικούς συλλογισμούς με βάση τα εκάστοτε δεδομένα. Και αυτό είναι σαφές, σαφέστατο, όσο σαφής είναι και ένας ορισμός στα Μαθηματικά, όπως για παράδειγμα αυτός της φανταστικής μονάδας που λέει:"ονομάζεται φανταστική μονάδα και συμβολίζεται με i ο μοναδικός αριθμός, του οποίου το τετράγωνο ισούται με -1, (και η έμφαση είναι στο πρόσημο "-"), δηλαδή: i^2 = -1 ". Σαφέστατο.
Συχνά, όταν σε ένα μάθημα Μαθηματικών δίνεται ένας ορισμός, ακούγεται από τους μαθητές η ερώτηση "αυτό ισχύει πάντα, κυρία;" ή "έτσι γίνεται πάντα, κυρία;" και εννοείται, πως ως δάσκαλοι των Μαθηματικών έχουμε τη δυνατότητα (και τη βεβαιότητα) να απαντήσουμε: "Μα φυσικά πάντα, παιδί μου! Αφού ισχύει εξ ορισμού!"
Όμως μια τέτοια βεβαιότητα άρεται αμέσως αν φύγουμε από τον - ασφαλή - κόσμο των Μαθηματικών και περάσουμε στον - επισφαλή - κόσμο της Γλώσσας.
Φράσεις όπως "δεν έχει νόημα...", " δε βγάζω νόημα", "τι νόημα έχει;", "εικόνες, χωρίς νόημα κανένα..." αποδεικνύουν πως δεν είναι καθόλου εύκολο να αποδίδονται παντού και πάντα τα νοήματα. Ακόμη πιο σύνηθες δε, είναι να αποδίδονται σε λέξεις ή πράξεις τόσα νοήματα όσοι είναι και αυτοί που τα αποδίδουν. Και τότε σίγουρα τα πράγματα αρχίζουν να μπερδεύονται ακόμη περισσότερο. Το πόσο δύσκολη, ασαφής, υποκειμενική κι ανέφικτη είναι η απόδοση κοινού νοήματος στις "λέξεις", με την ευρύτερη έννοια της λέξης "λέξεις", που πάει να πει και ό,τι οι λέξεις περιγράφουν, απασχόλησε και τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Αυτό φαίνεται και στο κείμενο που ακολουθεί, ένα από τα 43 που υπάρχουν στο βιβλίο "Η σιωπή της καμηλοπάρδαλης" του Κάρλο Φραμπέτι και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις opera, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

"Ρώτησαν κάποτε τον Αριστοτέλη τι θα έκανε αν μπορούσε να κάνει κάτι για το καλό της ανθρωπότητας, κι εκείνος απάντησε ότι θα ενοποιούσε το νόημα των λέξεων, έτσι ώστε όλοι οι άνθρωποι να τις καταλαβαίνουν ακριβώς το ίδιο.
Απ' αυτό συνάγεται ότι ο φιλόσοφος οραματίστηκε να εξοβελίσει τις συνεχείς παρανοήσεις στις οποίες οδηγεί η γλώσσα, την παράδοξη έλλειψη επικοινωνίας που καταδικάζει τους ανθρώπους σε μια ηχήεσσα μοναξιά. Ευτυχώς, όμως, οι θεοί δεν εισάκουσαν την πρότασή του' γιατί, προκειμένου δύο άτομα να καταλάβουν όλες τις λέξεις - με όλες τις αποχρώσεις και τις συμπαραδηλώσεις τους - κατά τον ίδιο τρόπο, θα έπρεπε να είναι κυριολεκτικά το ίδιο πρόσωπο. Είμαστε γλώσσα, ακόμη κι όταν σιωπάμε. Μας διατρέχει διαρκώς ένας ποταμός λέξεων, κι είμαστε οι αναρίθμητοι αντίλαλοι που αυτές οι λέξεις γεννοβολούν στους λαβυρίνθους του μυαλού.
Το όνειρο του Αριστοτέλη, όπως και τόσα άλλα φιλάνθρωπα όνειρα, καταλήγει σε εφιάλτη. Αν οι λέξεις σήμαιναν το ίδιο πράγμα σε όλους, δε θα υπήρχε παρά μόνο ένας άνθρωπος επανειλημμένος εκατομμύρια φορές, και τότε, η μοναξιά του, παγιδευμένη σ' ένα λαβύρινθο κατόπτρων, θα ήταν τρομερή: απόλυτη και ιλιγγιώδης, σαν τη μοναξιά του Θεού."

Δεν ξέρω από ποιο σύγγραμμα του Αριστοτέλη εμπνεύστηκε ο Φραμπέτι την ιστορία αυτή για να διαβάσω το πρωτότυπο, αλλά ο τρόπος που το παρουσιάζει με βρίσκει σύμφωνη, σε σημείο τέτοιο που αναγκάζομαι να παραβλέψω ακόμη και το γεγονός πως πρέπει να αποδεχτώ την ύπαρξη του Θεού, επειδή, απλά, κρίνεται απαραίτητη για να αποδοθεί νόημα στην απόλυτη και ιλιγγιώδη μοναξιά! Πώς αλλιώς να μιλήσει κανείς για ένα τόσο μεγάλο και τόσο άπιαστο; Πώς δηλαδή να αποδοθεί ένα σωστό νόημα, αν δεν υπάρχει το κατάλληλο μέτρο σύγκρισης και το αναμφίβολο σημείο αναφοράς; Εξ ανάγκης, όπως συμβαίνει και στα Μαθηματικά, ωθούμαστε να ορίσουμε έννοιες και προσπαθούμε να τις κάνουμε, επιπλέον, σαφείς, χωρίς να το καταφέρνουμε πάντα. Όπως ακριβώς με τη φανταστική μονάδα i, που το τετράγωνό της ισούται με -1! Απλά κρίνεται αναγκαστική η ύπαρξή της για να ξεπεραστούν κάποια άλυτα προβλήματα. Κι έτσι, τόσο απλά, τη φανταζόμαστε και τη χρησιμοποιούμε.
Θεωρώντας, λοιπόν, αναγκαίο τον ορισμό μιας μοναξιάς απόλυτης που παγιδεύει σε λαβύρινθους κι αντανακλάται σε εντοιχισμένους καθρέφτες, φαντάζεται και ο Φραμπέτι το Θεό, ως τον εναν και μοναδικό που βιώνει την απόλυτη, την ιλλιγιώδη μοναξιά.

Οπότε όλοι εμείς οι υπόλοιποι, οι κοινοί θνητοί, που για καλή μας τύχη, τόσο διαφορετικοί είμαστε μεταξύ μας και τόσο διαφορετικά αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, ας παρηγορηθούμε με μια υπόνοια μοναξιάς που όσο και να το παλεύουμε ούτε απόλυτη θα γίνει ποτέ, ούτε και ιλιγγιώδης. Και να το θέλουμε δε γίνεται, επειδή κάτι τέτοιο προαπαιτεί μια άπειρη διάρκεια και μια άπειρη επανάληψη που δε χωράνε με τίποτε στην απολύτως πεπερασμένη μας φύση.
Ακόμη κι όταν χτίζουμε θεόρατες πυραμίδες! Ή πανύψηλα ζιγκουράτ με αμέτρητα σκαλιά κι ατέλειωτες αναβάσεις, για να φτάσουμε λίγο κοντύτερα στον ουρανό, για να κλέψουμε λίγη από τη μοναξιά του Θεού ή, έστω, να μειώσουμε την απόσταση ανάμεσα στη σχετική μας μοναξιά και σ' αυτήν την απόλυτη, της θεϊκής προέλευσης! Και πάλι δεν καταφέρνουμε τίποτε. Επειδή είμαστε, ευτυχώς, προσκολημένοι στους δικούς μας τόπους. Και οι δικοί μας οι τόποι, οι ανθρώπινοι είναι πολύ παράξενοι, γιατί μέσα τους κατοικούν όλες οι αντινομίες κι όλα τα αντίθετα και γι' αυτό ακριβώς διατηρούνται οι σωτήριες ισορροπίες που μας κρατάνε όρθιους από τα μικράτα μας, από τότε που παρανοούμε την "άνεμος καλά", μέχρι και τα τελευταία μας, όταν πιστεύουμε πως βρήκαμε το νόημα και πως, για να το κατακτήσουμε πλήρως, θα πρέπει, επιπλέον, να πετάξουμε την ανεμόσκαλα μακριά...
Πιο εύστοχα όμως από μένα -και πολύ πιο σύντομα- το λένε οι Χαΐνηδες:
Θε μου πόσο παράξενοι ειν' οι δικοί μας τόποι.
Θλιμμένα τα τραγούδια μας και γελαστοί ανθρώποι
Και, ξανά, ο νοών νοείτω!

4 σχόλια:

  1. Τώρα πως τα κατάφερες να παρομοιάσεις την φανταστική μονάδα i με το θεό ούτε που το κατάλαβα. Αλλά, όταν έμπλεξες τα σχετικά με τη γλώσσα του Βιτγκενστάιν - επηρεασμένη προφανώς από το ρακάδικο - με το θεό, τον Έσερ και τους Χαϊνηδες υποκλίθηκα.
    Ή όπως το έχουν πει οι Χαϊνηδες
    "Αφου το ξέρεις πως δεν υπάρχει δρόμος, τον δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας"
    Συνέχισε να περπατάς στους δύσβατους δρόμους της σκέψης...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλή σου μέρα likan.

    Είναι σαφής η από κοινού προσέγγιση της φανταστικής μονάδας i και του Θεού, επειδή και τα δυο, ως αποκυήματα της φαντασίας, τα αποδεχόμαστε εξ ανάγκης, υπερβαίνοντας, εν γνώσει μας, κάθε λογικό ενδοιασμό, από ανάγκη να κάνουμε το Αδύνατο δυνατό!
    (είμαι σίγουρη πως θα το έχεις σκεφτεί κι εσύ, αν όχι για το Θεό, για το i σίγουρα, κάθε φορά που διδάσκεις τους μιγαδικούς...χχχ)

    Τώρα, σχετικά με το πόσο επηρεασμένη είμαι από το blog "το ρακάδικο", πρέπει να παραδεχτώ πως είμαι πάρα πολύ.
    Είναι από τα πρώτα blog στις προτιμήσεις μου και συχνά οι αναρτήσεις που διαβάζω εκεί με επηρεάζουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιχειρήσω μια δική μου συναφή ανάρτηση. Εξ ου, άλλωστε, και το link για την "ανεμόσκαλα"!
    [Η συγκεκριμένη δε ανάρτηση για τον Ludwig Wittgenstein, έγινε αφορμή να έχω το Tractatus Logico-Philosophicus στο κομοδίνο μου!]

    Δώσε τα φιλιά μου στην πλατεία και
    ΝΑ ΧΑΙΡΕΣΑΙ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σ' ευχαριστώ πολύ!
    Και για μένα ισχύει αυτό, η επιρροή δηλαδή. Όπως και η χαρά της ανακάλυψης.
    Μόνο μια επισήμανση για τους Χαΐνηδες, ο στίχος είναι μεν δικός τους, αλλά η φράση είναι του Antonio Machado, Ισπανού ποιητή (για τον οποίο δεν ξέρω τίποτα περισσότερο, αλλά το έβλεπα κάθε μέρα στην Ασκληπιού έξω από ένα ινστιτούτο καταλανικών -νομίζω- σπουδών, φεύγοντας από τη δουλειά με το λεωφορείο)
    Καλή σας μέρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αγαπητό Ρακάδικο, καλησπέρα!!!

    Έχω κυριολεκτικά σαστίσει με αυτό που συμβαίνει και θα εξηγήσω τώρα αμέσως.
    Διαβάζοντας, ξανά, και ξανά , το βιβλίο του Φραμπέτι "η σιωπή της καμηλοπάρδαλης", που εδώ και λίγες μέρες το έχω συνεχώς στα χέρια μου, είπα να μπω για λίγο στο ίντερνετ να βρω στοιχεία για κάτι που ανέφερε και τότε είδα το σχόλιο σου!!!
    Απίστευτο!
    Αυτό που διάβαζα πριν, και με έκανε να μπω στο ίντερνετ ήταν αυτό που γράφει ο Φραμπέτι στη σελίδα 69, όπου στην τελευταία παράγραφο του κειμένου με τίτλο
    "η αορασία του αόρατου ανθρώπου", γράφει:
    "Περίεργη διαλεκτική του οράν και του οράσθαι, η οποία χωρίς να τον αντικρούει, μας οδηγεί να διαβάσουμε διαφορετικά τον αφορισμό του Machado: "Το μάτι που βλέπει, δεν είναι μάτι επειδή το βλέπεις εσύ, είναι μάτι επειδή σε βλέπει αυτό". κλπκλπ
    Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Machado που αναφέρει,αφού δεν το διευκρινίζει, πιθανότατα να είναι ο ποιητής που λες κι εσύ. Ποιος άλλος άλλωστε θα έγραφε έναν τέτοιον, ποιητικό,εννοώ, αφορισμό για το μάτι?! χχχ...
    Θα ήθελα πολύ να το ψάξω, οι υποχρεώσεις, όμως, με καλούν εκτός οικείας... Ίσως αύριο.

    Είναι πραγματικά απίστευτες οι συμπτώσεις, μερικές φορές.

    Να είσαι πάντα καλά, να μας γράφεις και να μας εμπνέεις.
    Καλό απόγευμα και καλή βδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή