Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

"ΟΛΟΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΛΑΜΟΓΙΑ" κι άλλες post hoc επισφάλειες που επισύρει η ατελής επαγωγή! !!

Το κλίμα των ημερών, εν όψει των Πανελλαδικών Εξετάσεων που αφορούν μια μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, απαιτεί  - τουλάχιστον όσοι από εμάς εμπλεκόμαστε ενεργά στην εκπαίδευση - να στρατευθούμε στη διατήρηση της λογικής αντιμετώπισης των γενικότερων προβλημάτων, που ξεβράζονται από κάθε μεριά, από κάθε γωνιά και από τα χείλη (ή το πληκτρολόγιο) του κάθε πικραμένου...
Μέσα στη γενική αυτή απαίτηση, στρατεύομαι κι εγώ με σκοπό να μιλήσω για μια κατάσταση που θεωρούσα και θεωρώ άκρως επικίνδυνη για το μέλλον των παιδιών μας και της κοινωνίας γενικότερα. Αλλά δεν πρόκειται να εκθέσω εδώ τη θέση μου σχετικά με την προτεινόμενη από την ΟΛΜΕ απεργία, στην περίοδο των εξετάσεων, ούτε να αναλύσω το πώς τα πολιτικά μέτρα  οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευση της δημόσιας παιδείας, επειδή για αυτά μιλούν οι ειδικοί και επειδή, δυστυχώς, θεωρώ ότι σε μια κοινωνία που καταρρέει εξ ολοκλήρου η παιδεία δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Πολύ δε περισσότερο επειδή η παιδεία είναι ο τομέας που βάλλεται από όλους - μα όλους - ανεξαιρέτως, είτε είναι άμεσα σχετιζόμενοι με την εκπαίδευση, πολιτικοί, συνδικαλιστές, εκπαιδευτικοί, γονείς, μαθητές, είτε δεν έχουν καμιά άλλη σχέση πέρα από την προσωπική εμπειρία της μαθητικής τους θητείας, που - δυστυχώς και πάλι - για τους περισσότερους η σχολική ανάμνηση φαίνεται πως συμπεριλαμβάνει ποικίλα θλιβερά και τραυματικά γεγονότα, κάποια από τα οποία κόστισαν ακόμη και την παραίτηση από όνειρα ζωής.. Αλλά, δεν θα χρονοτριβήσω αναφέροντας σχετικά παραδείγματα, επειδή εύκολα μπορεί ο καθένας να τα εντοπίσει στα δικά του σχολικά βιώματα. 
Θα περάσω κατ' ευθείαν σε αυτό που με θλίβει και με προβληματίζει καθώς  - όχι αποκλειστικά τώρα, αλλά ειδικά τώρα που είναι το φλέγον θέμα της επικαιρότητας -  διαβάζω όλα αυτά τα σχόλια σε βάρος των εκπαιδευτικών που ο κάθε - για προσωπικούς του λόγους - πικραμένος, χωρίς πολλή σκέψη αναγορεύει ή δημοσιεύει όπου μπορεί. Εδώ θεωρώ πως η χρήση παραδείγματος είναι αναγκαία. Να ένα τυχαίο παράδειγμα.
Θα μπορούσε κάποιος να υπερασπιστεί τον υπογράφοντα του παραπάνω σχολίου, λέγοντας πως εκφέρει την προσωπική του άποψη και, μάλλον, θα είχε δίκαιο. Όμως αν το κέντρο βάρους δεν πέσει στον υπογράφοντα, και στον κάθε υπογράφοντα, και πέσει στα ίδια τα παιδιά, που σε μια υγιή κοινωνία τουλάχιστον πρέπει αυτά να αποτελούν το κέντρο βάρους της, τότε η παραπάνω υποκειμενική κρίση δεν θα πρέπει να μείνει ασχολίαστη.  
Γι' αυτό κι εγώ τη σχολίασα λέγοντας πως τη λαμογιά, την τεμπελιά και την απουσία ηθικών φραγμών τα παιδιά τα διδάσκονται από την κοινωνία, και πως το Λύκειο υστερεί, μπροστά σε μια κοινωνία που δεν αναχαιτίζεται.. 

Το ένα σχόλιο φέρνει το άλλο με αποτέλεσμα η διαδικτυακή στιχομυθία να αποκτήσει μάκρος, αλλά εγώ θα προβώ σε ... περικοπές και από την όλη μάλλον εποικοδομητική συζήτηση θα αναφέρω ένα δυο σχόλια, όσα απαιτούνται για να γίνει κατανοητή η μέθοδος της ...ατελούς επαγωγής και η επικινδυνότητα της κακής της χρήσης, που από άλλους -όρα πολιτικούς- γίνεται σκοπίμως και από άλλους λόγω ευκολίας ή και ... από έλλειψη στοιχειώδους παιδείας, δηλαδή Παιδείας!

Εν ολίγοις:  "Ξέρω έναν καθηγητή λαμόγιο. Άρα όλοι οι καθηγητές είναι λαμόγια" !

Αν ένας φιλόλογος αξιολογούσε τον παραπάνω συλλογισμό, νομίζω, θα τον χαρακτήριζε ως "γενίκευση επισφαλή και βεβιασμένη, που οδηγεί σε ατελή επαγωγή, επειδή στηρίζεται σε ανεπαρκή στοιχεία και χαρακτηρίζεται από στερεότυπα και προκαταλήψεις", [για περισσότερα φιλολογικά στοιχεία και άλλα σχετικά παραδείγματα, μπορεί κανείς να ανατρέξει στο ιστολόγιο του φίλου συναδέλφου Βασίλη Πρασσά, όπου το θέμα παρουσιάζεται εμπεριστατωμένα και διεξοδικά], αλλά αφού εγώ δεν είμαι φιλόλογος,  ως μαθηματικός θα περιοριστώ μόνο στις επισφάλειες που επισύρει ένας συλλογισμός που παραβλέπει τους στοιχειώδεις κανόνες της Λογικής, όταν ... λαϊκίζει και καταντά πιπίλα στα χείλη των πολλών, με αποτέλεσμα να διαμορφώνει σταδιακά και την αντίληψη των περισσότερων μαθητών.
Όχι τόσο των μικρών, που δεν έχουν ακόμη υποστεί τις κοινωνικές παρεμβάσεις στην προσωπικότητά τους, κι επομένως μπορούν να θαυμάζουν και να αγαπούν τον δάσκαλό τους, αλλά των άλλων, των μεγαλύτερων παιδιών και ειδικά όσων - έχοντας πρόωρα υποστεί  πλύση εγκεφάλου από τον περιβάλλοντα οικογενειακό χώρο, αλλά και τα ΜΜΕ για την ανεπάρκεια, την οκνηρία και τη λαμογιά των εκπαιδευτικών - διακατέχονται στο σχολείο τους από μια αίσθηση προκατασκευασμένης ναυτίας, έντονης καχυποψίας και - ενίοτε - έκδηλης αηδίας, με αποτέλεσμα να συμβάλουν άθελά τους στην... αυτο-εκπλήρωση της προφητείας!
Για να μην περιπέσω στην εμπαθώς εσφαλμένη λογική του υπογράφοντος τα παραπάνω σχόλια και εφαρμόσω τη δική του μέθοδο επισφαλούς γενίκευσης, λέγοντας: 
 "έχω γνωρίσει  μαθητές που υποφέρουν στο σχολείο,  άρα όλοι οι μαθητές υποφέρουν στο σχολείο", να ξεκαθαρίσω ότι, ως μαθηματικός, δεν μπορώ να αναγνωρίσω ως "τέλεια επαγωγή" καμία άλλην εκτός από αυτήν που στηρίζεται στην αρχή της καλής διάταξης και βρίσκει εφαρμογή στο σύνολο των φυσικών αριθμών. Όλες οι άλλες επαγωγές, που συνάγουν γενικευμένα συμπεράσματα από έναν πεπερασμένο αριθμό παρατήρησεων και δεδομένων, είναι ατελείς και κατά συνέπεια ανά πάσα στιγμή διαψεύσιμες. 
Επομένως, ενώ δεν δέχομαι ως έγκυρο τον συλλογισμό:
"Ξέρω έναν καθηγητή λαμόγιο. Άρα όλοι οι καθηγητές είναι λαμόγια"
θεωρώ απολύτως αληθή, έγκυρο και ... ωφέλιμο το συλλογισμό:
"Γνωρίζω τουλάχιστον έναν καθηγητή που ασκεί με πολλή αγάπη το λειτούργημά του. 
Άρα υπάρχουν καθηγητές που μπορούν να συμβάλουν θετικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού μου και να με βοηθήσουν να το μεγαλώσω σωστά".
 (το "σωστά" επιδέχεται κρίσεων και επικρίσεων, αλλά για οικονομία χρόνου τις παραβλέπω).

Η ερώτησή μου τώρα που απευθύνεται σε κάθε γονιό και σε κάθε εν δυνάμει γονιό είναι η εξής:
Ποιος από τους δύο παραπάνω συλλογισμούς πιστεύετε ότι είναι πιο χρήσιμος για σας και πιο αποτελεσματικός για τα παιδιά σας;

[Τα παιδιά σας... Πού είναι; Κάπου εδώ γύρω... Ώρα έχουν να φανούν... 
Μήπως είναι καρφωμένα μπροστά στην κονσόλα...για ρίξτε μια ματιά...]

Αναμφιβόλως κάποιος που νοιάζεται πραγματικά για τα παιδιά θα επιλέξει τον δεύτερο συλλογισμό επειδή θέλει να τα προφυλάξει, να τα υποστηρίξει και να τα διδάξει να έχουν εμπιστοσύνη πρώτα στον εαυτό τους και μετά στα λοιπά όντα του είδους τους, δηλαδή στους ανθρώπους (η επεξήγηση κρίνεται αναγκαία, επειδή δεν είναι δεδομένο ότι όλοι θυμούνται σε ποιο είδος έμβιων όντων ανήκουν).
Και επειδή πιθανόν θα υπάρξουν και γονείς που δεν θα ικανοποιηθούν ούτε με τον πρώτο ούτε με τον δεύτερο συλλογισμό, θεωρώ υποχρέωσή μου να αναφέρω και έναν τρίτο:
"Το παιδί μου απέτυχε παταγωδώς! Αλλά τι περιμένεις; Με τέτοιους αχρείους καθηγητές που είχε!"
Στον τρίτο αυτό συλλογισμό, όπου η σχέση αιτίου ( 'αχρείοι' καθηγητές) αποτελέσματος (παταγώδης αποτυχία μαθητή) δεν είναι λογική, αλλά χρονολογική, έχουμε ένα παράδειγμα "λογικού σφάλματος post hoc" πολύ χρήσιμο για όσους γονείς αποποιούνται τις δικές τους ευθύνες για τα παιδιά τους και αναζητούν άλλους υπαίτιους.
Και μια και αναφέρθηκε ήδη η "χρονολογική σχέση", να υπενθυμίσουμε ότι τα θεμέλια του χαρακτήρα μας μπαίνουν στην προσχολική μας ηλικία και τα χτίζουν οι γονείς, οι παππούδες και το στενό οικογενειακό μας περιβάλλον.
Είναι η κρίσιμη περίοδος που μαθαίνουμε να  εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας! Αλλά για να το πετύχει ένα παιδί αυτό, δηλαδή για να μάθει να εμπιστεύεται τον εαυτό του, οφείλει - ως ον κοινωνικό και αλληλεπιδραστικό -  να σέβεται και να εμπιστεύεται  τους άλλους.
Όλους τους άλλους; Έ, όχι και όλους!
Καλόν είναι να αποφεύγουμε τις επισφαλείς και βεβιασμένες ... γενικεύσεις.
Αποδεικνύεται ότι βλάπτουν σοβαρά τη μαθητική υγεία των παιδιών μας.



Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

ΛΟΓ (ΟΤΕΧΝ) ΙΚEΣ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ


"Το πνεύμα αναρχίας που διαποτίζει όλες τις πλευρές του έργου του Αλμπέρτο Γκάλι και που μπορεί να είναι τόσο χαριτωμένο όταν δεν είναι εκνευριστικό ήταν εκείνο που πρώτο με τράβηξε όταν στα νιάτα μου ανακάλυψα τα απολαυστικά Racconti Impossibili - μια σειρά από "απίθανες ιστορίες", όπου η περιγραφή μιας καρέκλας, για παράδειγμα, μπορεί σιγά σιγά να εξελιχθεί σε μια απογραφή όλων των ανθρώπων που κάθισαν πάνω της και όλων των άλλων καρεκλών πάνω στις οποίες κάθισαν, και ούτω καθεξής, σε μια ατέρμονη διαδικασία πολλαπλασιασμού, την οποία ο Γκάλι σταματάει απότομα με ένα σχόλιο του τύπου "τα υπόλοιπα είναι προφανή". 
Αυτό που μας προσφέρει ο Γκάλι στη γραφή του είναι μία απόδραση από την τυραννία της λογικής. Στη λογοτεχνία τα πάντα είναι τυχαία· τα πάντα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. [...]
Κατέληξα να καταλάβω την απλή αλήθεια ότι στον κόσμο, επίσης, όλα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς, και ότι ο τρόπος που είναι τα πράγματα είναι μια τόσο ειδική περίπτωση που μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν άσχετη, αν τη συγκρίνει κανείς με την πλήρη γκάμα των πιθανών εξελίξεων των πραγμάτων. Γιατί λοιπόν η ιστορία επιλέγει μια πορεία αντί για κάποια άλλη;"

Ο Αλμπέρτο Γκάλι, είναι ένας επινοημένος συγγραφέας και τα βιβλία του, αυτά που αναλύονται από τον Άντριου Κρούμι στο πρώτο του μυθιστόρημα, με τον εύηχο τίτλο "Μουσική σε ξένη γλώσσα", -από όπου είναι το παραπάνω απόσπασμα- είναι επίσης επινοημένα! Η δεύτερη επεξήγηση, πως δηλαδή τα έργα ενός επινοημένου συγγραφέα είναι κι αυτά επινοημένα, σίγουρα  περιττεύει. Νομίζω όμως πως δεν θα πρέπει είμαστε φειδωλοί στις κουβέντες και να κάνουμε οικονομία στις επεξηγήσεις και στις αποσαφηνίσεις, αν θέλουμε να αποφύγουμε τη δυνατότητα πολλαπλών ερμηνειών, οι οποίες αποτελούν τη βασική πηγή παρερμηνειών και παρανοήσεων. Ειδικά δε στην εποχή μας - που η ιθύνουσα τάξη, επειδή πλέον δεν πείθει,  καταφεύγει συστηματικά σε παρανοήσεις, ακολουθώντας δοκιμασμένες πρακτικές του τύπου "if you cannot convince them confuse them" - αν κάποιος δεν ανήκει στην τάξη αυτή και δεν διαθέτει ο ίδιος ή κάποιος συγγενής του 'καρέκλα', τότε συντρέχει ένας λόγος παραπάνω να αποφεύγει τις σκόπιμες ασάφειες που οδηγούν σε παρερμηνείες και κάνουν το σαθρό έδαφος της κοινωνίας να τρίζει κάτω από τα πόδια μας... 
Βέβαια η παραπάνω σκέψη δεν είναι παρά μία μόνο εκδοχή που αν την ανέλυα λίγο περισσότερο θα μπορούσε ίσως να εξελιχτεί στην ιστορία ενός καθόλα νομοταγούς πολίτη που μετεωρίζεται μεταξύ του αξιακού του συστήματος και αυτού που τον καλεί η συντεταγμένη πολιτεία να πράξει. Όπως, για παράδειγμα, η περίπτωση ενός εκπαιδευτικού που θέλει να γαλουχήσει τους μαθητές του με τους ένδοξους στίχους του Ανδρέα Κάλβου, και διατείνεται πως  θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, αλλά ο ίδιος ο διδάσκων δεν τολμά να αντιδράσει, αν όχι σε οτιδήποτε άλλο τουλάχιστον να αντιδράσει στη σαρδελοποίηση των μαθητών του... Και τελικά διάγει βίον ανελεύθερον  σκύβοντας το κεφάλι,  αλλά έτσι διδάσκει με τα λόγια το αντίθετο από αυτό που διδάσκει με τις πράξεις...
Τώρα βέβαια αν σκεφτούμε περισσότερο σίγουρα θα βρούμε μια πλειάδα παραλλαγών της παραπάνω ιστορίας, συναφών ή αντικρουόμενων, αλλά κατά πάσα πιθανότητα όχι πρωτότυπων, επειδή σύμφωνα με τα γραφόμενα του επινοημένου από τον Κρούμι Αλμπέρτο Γκάλι:

"Η επαναγραφή της ιστορίας δεν είναι μια καθαρά σύγχρονη ενασχόληση. Και μάλιστα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ίδια η ιστορία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια συσσώρευση εναλλαγών και τροποποιήσεων· η ατέλειωτη ανάπλαση του παρελθόντος. Δεν έχουμε  παρά να παρατηρήσουμε τη λεπτότητα του άμεσου παρόντος και την άπειρη πλαστικότητα των δικών μας αντιλήψεων για να συνειδητοποιήσουμε ότι το παρελθόν είναι κάτι χωρίς ουσία, δίχως νόημα αν δεν ερμηνευτεί. Και ερμηνεία σημαίνει επαναγραφή". 

Νομίζω πως η έλλειψη ουσίας του ανερμήνευτου παρελθόντος που περιγράφει ο Γκάλι, διαθέτει μια εγγενή συμπαγότητα σε σχήμα κοφτερής λεπίδας, που γλιστρά ανεπαίσθητα πάνω στην ευαίσθητη λεπτότητα του παρόντος και διαρρηγνύει τη σκέψη μας, προκαλώντας τραύματα στη λογική μας.
Σε μια τόσο δύσκολη περίσταση, όπου η λογική αιμοραγεί, έρχεται η λογοτεχνική επικουρία να προσφέρει ανεξάντλητες δυνατότητες και προοπτικές. 
Επινοημένοι συγγραφείς, επινοημένα συγγράμματα, επινοημένοι φίλοι, (γιατί όχι και επινοημένοι εραστές;), απλώνουν τα χέρια από τα ράφια της βιβλιοθήκης, προσφέροντας καταφυγή... Από αυτήν την άποψη, είμαστε τυχεροί Ηλία! Είμαστε τυχεροί επειδή είμαστε ... φίλοι του Θαλή! :) και επειδή έχουμε τις παρέες και τα βιβλία!

Και ανάμεσα στα πολλά και διάφορα βιβλία που διαβάζουνται από τις παρέες,  είναι και αυτό του Άντριου Κρούμι, με τίτλο "Μουσική σε ξένη γλώσσα", το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο ξαναδιαβάζω αυτές τις μέρες, με αφορμή την επίσκεψη του συγγραφέα στην πόλη μας στις 18 Μαΐου, όπου θα συμμετάσχει στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης και θα συνομιλήσει με τον Τεύκρο Μιχαηλίδη!  Δεν είναι τέλειο το νέο αυτό;  

Εδώ θα πρέπει να πω πως στη βιβλιοθήκη μου, για κάποιον λόγο που τώρα δεν μπορώ να εξηγήσω με σιγουριά,  μερικά χρόνια πριν είχα τοποθετήσει στο ίδιο ράφι τα βιβλία του Κρούμι στα αριστερά των βιβλίων του Τεύκρου, ενώ θα μπορούσα κάλλιστα να είχα βάλει τον Κρούμι σε άλλο ράφι, δίπλα ας πούμε στον Καλβίνο, και να είχα βάλει τον Τεύκρο πλάι πλάι με τον Ντενί Γκετζ, ακολουθώντας ένα περισσότερο φιλολογικό κριτήριο, αυτό της διακειμενικότητας, επειδή διαβάζοντας Κρούμι αναπολείς τον Καλβίνο, ενώ διαβάζοντας Τεύκρο Μιχαηλίδη σκέφτεσαι συχνά τον Ντενί Γκέτζ. Αλλά πάλι, αυτό μπορεί να συμβαίνει αποκλειστικά και μόνο, όπως θα έλεγε ο Γκάλι, λόγω της άπειρης πλαστικότητας των δικών μου αντιλήψεων και κάποιος άλλος όταν διαβάζει Κρούμι να σκέφτεται Μπόρχες ή Κάφκα ή να σκέφτεται απλά και μόνο τον Κρούμι. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση, που διαβάζοντας έναν συγγραφέα δεν σκέφτεσαι παρά μόνο τον συγκεκριμένο συγγραφέα, η διακειμενικότητα είναι παντελώς ανενεργή και ως αναγνώστης χάνεις την ομορφιά της λογοτεχνικότητας του κειμένου, ακολουθώντας ίσως, εφόσον έχεις τη δεξιότητα :), την τυπική ερμηνεία συμβόλων και κανόνων στα πρότυπα της πρωτοβάθμιας λογικής!
Τι νόημα έχει όμως να διαβάζει κανείς τη λογοχεχνία έτσι, ακολουθώντας τα στερεότυπα βήματα και τους αυστηρούς κανόνες της λογικής; Και αν ακόμη είχε κάποιο νόημα μια τέτοια διαδικασία, το βέβαιο είναι πως θα καθιστούσε ανελέητη και οδυνηρή την ανάγνωση, όπως ακριβώς και η προσέγγιση με όρους και κανόνες αυστηρής, τελεολογικής, λογικής, καθιστά ανελέητη και οδυνηρή την πραγματική ζωή...
Αλλά ευτυχώς που εμείς διαθέτουμε τη λογοτεχνική διαφυγή...
Και "Στη λογοτεχνία τα πάντα είναι τυχαία· τα πάντα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς [...]"
Οι επινοημένοι συγγραφείς, τα επινοημένα συγγράμματα, χαράζουν δρόμους που βαδίζουμε εμείς σε μιαν ατέρμονη διαδικασία πολλαπλασιασμού, που προσθέτει στη ζωή ... άπειρες δυνατότητες σαν ανοιχτά παράθυρα, από όπου  εμείς -δηλαδή οι επινοημένοι εμείς- ξεφεύγουμε από την τυραννία της λογικής.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η ΑΦΟΣΙΩΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΠΤΟΥ Χ


Δεν έχει πάνω από μισή ώρα που διάβασα την τελευταία σελίδα του βιβλίου του Keigo Higashino, (东野圭吾), "Η αφοσίωση του ύποπτου Χ"! Από χθες που το έπιασα στα χέρια μου, όποια δουλειά με ανάγκασε να διακόψω το διάβασμα, μου φάνηκε ... αγγαρεία! Προφανώς επειδή είναι από εκείνα τα βιβλία που όταν αρχίζεις να τα διαβάζεις σε καθηλώνουν από την πρώτη κιόλας σελίδα και δεν μπορείς να το αφήσεις παρά μόνο όταν διαβάσεις και την τελευταία. Δεν έχω σκοπό όμως να γράψω  για την πλοκή και για το κλίμα του βιβλίου, ούτε για την ευρηματικότητα του Higashino και την πρωτοτυπία του να βάζει ένα μαθηματικό, ένα φυσικό κι έναν αστυνομικό να υφαίνουν το γαϊτανάκι της ιστορίας με ευφυείς μαθηματικο-λογικές επαγωγές, πολλές από τις οποίες διατυπώνονται, αντιπαρατίθενται και ελέγχονται δίπλα στο ποτάμι, καθώς οι ήρωες περπατούν περνώντας ξανά και ξανά από τα παραπήγματα των αστέγων. Οι άστεγοι, των οποίων η ρεαλιστική περιοδική περιγραφή  δημιουργεί την ασφυκτική αίσθηση της φτώχειας που κρέμεται σήμερα πάνω από το κεφάλι μας,  παίζουν το  ρόλο τους τόσο στη λήψη αποφάσεων των ηρώων, όσο και στην κατοπινή τους εκτέλεση. Δεν θα μπω όμως στις λεπτομέρειες του βιβλίου, έτσι κι αλλιώς έχουν ήδη  γραφτεί πολλά και διάφορα. Ενδεικτικά δείτε εδώ και εδώ ή όπου αλλού θέλετε, αλλά νομίζω πως όπου και να δείτε θα λείπει αυτό που εγώ πρόκειται να σχολιάσω παρακάτω και αφορά στις συνθήκες που επικρατούν στο μάθημα των μαθηματικών που διδάσκει ο ήρωας. Ο Ισιγκάμι, ο μαθηματικός της υπόθεσης, παρόλο που θα μπορούσε να είναι ακαδημαϊκός, για δικούς του λόγους, που περιγράφονται διεξοδικά στο βιβλίο, διδάσκει σε Δημόσιο Λύκειο, όπου εκτυλίσσονται αρκετές σκηνές της ιστορίας. Αλλά το σχολείο, δεν εμφανίζεται στο βιβλίο μόνο ως σκηνικό που παρέχει συγκεκριμένες δυνατότητες, αποτελεί το ίδιο μια δυνατότητα, αυτήν της κριτικής που ασκεί ο συγγραφέας στους μαθητές που παρακολουθούν, αναγκαστικά, τα μαθηματικά. Στη σελίδα 136, για παράδειγμα, o Higashino γράφει:

"Οι επιδόσεις του δεύτερου τμήματος της Β΄ Λυκείου στις εξετάσεις των μαθηματικών στο τέλος της χρονιάς ήταν οικτρές. Και το συγκεκριμένο τμήμα δεν αποτελούσε τη θλιβερή εξαίρεση, όλα τα τμήματα της τάξης τα είχαν πάει χάλια. Ο Ισιγκάμι πίστευε ότι κάθε χρόνο οι μαθητές γίνονταν όλο και πιο βλάκες."Συνεχίζοντας ο Higashino περιγράφει τις διαδικασίες των εξετάσεων στις οποίες υποβάλλονται οι μαθητές. Για την ακρίβεια περιγράφει τις δεύτερες και τρίτες επαναληπτικές εξετάσεις, για όσους έμειναν και ξαναέμειναν. Επίσης περιγράφει τη στάση και τη δυσφορία των μαθητών απέναντι στις διαδικασίες. Ιδιαίτερα την αγανάκτησή τους, όταν ο καθηγητής τους δίνει τη βαθμολογία που πέτυχαν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαμαρτυρία ενός μαθητή με το όνομα Μαριόκα, που με αρκετή αυθάδεια, όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα, λέει στον καθηγητή: 

"Κύριε, δεν υπάρχουν τα πανεπιστήμια που δεν χρειάζεσαι τα μαθηματικά για να περάσεις; Γιατί όσοι θέλουμε να πάμε σ' αυτές τις σχολές πρέπει να περάσουμε τα μαθηματικά; [...] Να θέλω να πω...αν πάω πανεπιστήμιο, σίγουρα θα διαλέξω κάποιο χωρίς εξετάσεις στα μαθηματικά. Όχι ότι σκέφτομαι να πάω. Άλλωστε, του χρόνου δεν πρόκειται να επιλέξω τα μαθηματικά, άρα τι σημασία έχει ο φετινός μου βαθμός; Για να μην παρεξηγηθώ, σκέφτομαι κι εσάς, κύριε. Σίγουρα δεν έχει πλάκα να διδάσκετε βλάκες σαν κι εμάς. Γι' αυτό λοιπόν, σκεφτόμουν μήπως να δείχνατε κάποια κατανόηση. Να καταλήγαμε σε κάποια συμφωνία μεταξύ ενηλίκων, ας πούμε."

 Έχουν πολύ ενδιαφέρον όσα ο Higashino μεταφέρει από τις συνθήκες του σχολείου. Πέρα από τη δυσφορία των μαθητών στο μάθημα, περιγράφεται η πίεση που ασκεί ο διευθυντής του σχολείου στον καθηγητή των μαθηματικών, προκειμένου να βάλει εύκολα θέματα στις εξετάσεις για να περάσουν όλοι οι μαθητές την τάξη. Από την άλλη, περιγράφεται η αμηχανία του καθηγητή που βάζει "τετριμμένα" θέματα, επιλέγοντας ασκήσεις που έχει διδάξει, αλλά και πάλι οι μαθητές του δεν...ανταποκρίνονται, καθώς μένουν άπραγοι μπροστά σε μια αδιέξοδη κατάσταση, αυτήν της αναγκαστικής εκμάθησης του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού.
Όσα περιγράφει ο Higashino έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για κάποιον που διδάσκει μαθηματικά. Και σίγουρα θα μπορούσε να έχει γράψει λιγότερα, αν ήθελε απλά και μόνο να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες που απαιτούνταν στην πλοκή του μύθου του. Οι λεπτομέρειες όμως που δίνει μαρτυρούν πως αξιοποιεί την ευκαιρία να ασκήσει κριτική σε σχολικές καταστάσεις που  προβληματίζουν τον ήρωά του, τον Ισιγκάμι, όπως προβληματίζουν και τον καθένα που τυχαίνει να διδάσκει μαθηματικά σε  αδιάφορους και αδιάλλακτους μαθητές και σταδιακά νιώθει να χάνεται το νόημα, ακριβώς όπως ένιωσε και ο Ισιγκάμι όταν:

"Διόρθωνε τα γραπτά των επαναληπτικών εξετάσεων. Σκέτη φρίκη. Είχε φροντίσει να βάλει ασκήσεις αρκετά εύκολες για όλους - πολύ ευκολότερες συγκριτικά με τις κανονικές εξετάσεις, ώστε να περάσουν όσοι είχαν κοπεί. Παρ' όλ' αυτά δυσκολεύόταν να βρει έστω και ένα αξιοπρεπές γραπτό. Αποφάσισε ότι οι μαθητές δεν διάβαζαν. Γνώριζαν ότι άσχετα με το πόσο άσχημα έγραφαν, το σχολείο θα τους προβίβαζε έτσι κι αλλιώς. Στο κάτω-κάτω, το συμβούλιο σπάνια άφηνε κάποιον στην ίδια τάξη. Ακόμη κι αν ένας - δύο μαθητές δεν έπιαναν τη βαθμολογία, η διεύθυνση έβρισκε κάποια δικαιολογία προκειμένου να προβιβάσει ολόκληρη την τάξη. 
Γιατί λοιπόν δεν αφαιρούν τα μαθηματικά από τη λίστα των υποχρεωτικών μαθημάτων; αναρωτήθηκε ο Ισιγκάμι. Έτσι κι αλλιώς μόνο μια χούφτα μαθητές τα καταλαβαίνουν. Δεν υπάρχει καν νόημα να διδάσκονται τα μαθηματικά σε τόσο χαμηλό επίπεδο. Θα μπορούσαν απλώς να τους πληροφορούν ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει ένα ακατονόητο πράγμα που ονομάζεται μαθηματικά και να αρκεστούν σ' αυτό." 

 Ο Keigo Higashino, όπως ήδη είπα, θα μπορούσε, πιστεύω, να ξετυλίξει το κουβάρι, χωρίς όλες αυτές τις λεπτομέρειες από τη σχολική τάξη των μαθηματικών. Ούτως ή άλλως ο καταθλιπτικός χαρακτήρας του ευφυούς Ισιγκάμι, είχε ήδη εξασφαλίσει την πειστικότητά του, λόγω της αποτυχίας του να σταδιοδρομήσει στο Πανεπιστήμιο, λόγω της υποχρέωσής του να φροντίσει τους ηλικιωμένους γονείς του, λόγω της κακόσχημης μορφής του, λόγω της απαράμιλλης λογικής του, λόγω της μοναχικής του ρουτίνας... Επομένως όλες αυτές οι λεπτομέρειες από τη σχολική τάξη δεν φαίνεται να εξυπηρετούν άμεσα τον  μύθο. Ή, εν πάση περιπτώσει ο μύθος θα μπορούσε να υπάρξει και χωρίς αυτές, εκτός από τον τρόπο που ο Ισιγκάμι επέλεγε τα θέματα των εξετάσεων! Ναι, αυτό για την ιστορία ήταν ιδιαίτερα σημαντικό.
Από την άλλη όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, αν ο Ισιγκάμι είχε την τύχη να συναναστρέφεται με παιδιά που δείχνουν ενδιαφέρον για μάθηση και ζητούν από τον δάσκαλο περισσότερα, τότε σίγουρα θα αντλούσε δύναμη από τη δουλειά του, τότε θα έχαιρε αυτό το εσωτερικό φως που βιώνει ο δάσκαλος μετά από ένα πετυχημένο μάθημα, δηλαδή ένα μάθημα που τελειώνει με γελαστά πρόσωπα και λαμπερά μάτια και αφήνει την αίσθηση της απόλυτης κατάκτησης του νοήματος της ίδιας της ζωής... Σωστά! Αν ο Ισιγκάμι είχε τέτοια τύχη στις τάξεις του, θα ξεχείλιζαν οι ζωογόνες ορμές μέσα του και δεν θα αφοσιώνονταν στην όμορφη γειτόνισά του. Αλλά πού τέτοια τύχη; Ο καθηγητής βρισκόταν καθημερινά αντιμέτωπος με μαθητές που ο τυπικός τους εκπρόσωπος ήταν  ο Μαριόκα!
Η έλλειψη ενδιαφέροντος στην τάξη έκανε περισσότερο ευάλωτη την αλλοπαρμένη  ευφυΐα του καθηγητή, που πίσω από τη στωικότητα του Βούδα έκρυβε μια τραγική μορφή! Πράγματι ο Ισιγκάμι έκρυβε την τραγικότητά του επί 340 ολόκληρες σελίδες ή - αν το προτιμάτε - για 55 ολόκληρα χρόνια ζωής! Την έκρυβε καλά, μέσα στις λευκές σελίδες που γέμιζε προσπαθώντας να αποδείξει την υπόθεση Ρίμαν, και έτσι, ξαγρυπνώντας με τα θεωρήματα και τις αποδείξεις, έκρυβε τις δικές του προσωπικές υποθέσεις, καλυμένος  με ένα προσωπείο απαράμιλλης ψυχραιμίας και -φαινομενικά τουλάχιστον- ψυχρής μαθηματικής λογικής!
Είπα πως δεν θα γράψω για το βιβλίο, αλλά παρασύρθηκα..
Δεν πρέπει να γράψω για το βιβλίο.
Αξίζει να το διαβάσει κανείς, χωρίς να γνωρίζει την ιστορία από πριν.
Αυτό που ήθελα από την αρχή να γράψω ήταν η αίσθηση που αποκόμισα, διαβάζοντας τις σκέψεις που έκανε ο Ισιγκάμι για τη διδασκαλία των μαθηματικών στο Λύκειο. Μου ήταν οικείες οι σκέψεις του. Και οι εικόνες επίσης. Τα άθλια γραπτά, τα τετριμμένα θέματα, οι ερωτήσεις: γιατί να διαβάσω μαθηματικά, αφού είμαι θεωρητική... Όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην τάξη του ο Ισιγκάμι, εκεί στη μακρινή Ιαπωνία, σε μια χώρα με τόσο διαφορετική κουλτούρα από τη δική μας, εμένα, όπως κι εσένα που διδάσκεις  στο Λύκειο μαθηματικά, αναμφιβόλως μας είναι γνωστά!
Είναι τόσο διαδεδομένα και τόσο γνωστά πλέον τα προβλήματα με τα μαθηματικά,  που σκύβουν οι συγγραφείς πάνω τους και τα κάνουν λογοτεχνικό καμβά!
Φοβάμαι πως πολύ σύντομα θα διαβάσουμε λογοτεχνία που θα έχει αποκλειστικό θέμα της τα προβλήματα αυτά...