Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ

   "Πώς «χάνεται» ένας άνθρωπος; Μήπως μέσα σε μια γενική χλιαρότητα ή μέσα στην απάθεια, στην απραξία και την αμεθεξία ως προς τους πραγματικούς ανθρώπους κι ως προς τους φανταστικούς ήρωες, χάνεται κανείς με τον ίδιο τρόπο που λέμε ότι «χάθηκε» επειδή «σώθηκαν οι μέρες του»;
  Αλλά και μια απλή μέρα πώς «χάνεται»; Χάνεται μοιραία, αναπόφευκτα, αμέριμνα ή απρόσεκτα, συχνά αδιάφορα και πάντα τόσο εύκολα! Είναι εκεί και μετά δεν είναι, σαν σε αφανή κι ατελεύτητο τζόγο'  στο: «εδώ παπάς, εκεί παπάς» του Πανδαμάτορος.
  Με τον ίδιο τρόπο που κάποιος ατενίζει την κάθε του μέρα σαν πανηγύρι ευκαιριών, όλος αδημονία για επαγγελματικές διακρίσεις ή οικογενειακές χαρές, κάποιος άλλος μπορεί να καταφρονεί τη διαδοχή των ημερών του. Να τα παρατάει όλα και να κάθεται οκνός χωρίς να κοιτάζει –  δένδρα ή  σύννεφα, λεωφορεία ή περαστικούς, βιτρίνες ή τηλεόραση – χωρίς να ακούει – μουσική ή κουβέντες -  χωρίς να δρα με κάποιον τρόπο, χωρίς να αποφασίζει για κάτι ή να σκέφτεται κάτι. Ναι, χωρίς ούτε μία σκέψη. Μπορεί, ίσως, να καπνίζει. Αυτό μπορεί να το κάνει. Κι έπειτα βραδιάζει και όλο ό,τι  πιστοποιεί την παρουσία της μέρας, ή την παρουσία του μέσα στη μέρα, είναι ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα.
  Μα και να διάβαζε κάτι ή να έπαιζε το ρόλο του στοργικού πατέρα, του υπέροχου συζύγου, του φίλεργου μέλους της κοινωνίας και ούτω καθεξής, πόσο αυθυπόστατος ή χαμένος θα ήταν και πάλι; Σε ποιον ανήκουν οι ώρες της αυταρέσκειας μπρος στον καθρέφτη; Στη δεσποινίδα που μακιγιάρεται ή στα ινδάλματα με τα οποία προσπαθεί να εξομοιωθεί; Και σε ποιον ακριβώς ανήκουν οι ώρες της ανάγνωσης; Στον αναγνώστη ή στον συγγραφέα; Τι να απογίνονταν φερ’ ειπείν, ο Έντμουντ Κην, ο Λώρενς Ολίβιε ή ο Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι όταν ενσάρκωναν τον Άμλετ; Τι ο Ζεράρ Φιλίπ ως Λορενζάτσιο; Δεν χάνονταν κάπου; Δεν έπαυαν να υπάρχουν, ώστε να «γίνουν» τα πρόσωπα της θεατρικής δραματουργίας; Αλλά κι αυτά τα πρόσωπα δεν χάνονται, εάν τα έργα δεν παίζονται πουθενά στον κόσμο ή κανείς δεν τα διαβάζει;
  Ωστόσο, μοιάζει πολύ πιο δύσκολο για ένα μυθιστορηματικό ή θεατρικό πρόσωπο να χαθεί οριστικά (πάντα θα βρίσκεται κάποιος παθιασμένος αναγνώστης ή κάποιος καλός ηθοποιός) από όσο για ένα πραγματικό πρόσωπο να χαθεί, ακόμη πιο οριστικά και αμετάκλητα, μέσα στην ακρισία ή την απραγμοσύνη, στο τετριμμένο και το ανώνυμο ή στην αφελή «γκλαμουριά» των καθημερινών συρμών.
  Μήπως κι ένας άνθρωπος χάνεται, όπως χάνεται και μία μέρα;
  Μια χαμένη μέρα μπορεί να είναι, εντέλει, ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα χωρίς καμιάν άλλη εμπειρία, χωρίς καμιά δανεισμένη ή πρωτότυπη σκέψη. Ένας χαμένος άνθρωπος μπορεί να είναι, ανάλογα, μια σειρά από σκέψεις που γίναν καπνός, χωρίς να αφήσουν άλλο τεκμήριο των διαδρομών τους μέσα σε ένα κρανίο, εκτός από χιλιάδες αποτσίγαρα στα διαθέσιμα σταχτοδοχεία"*

  Πώς χάνεται μια μέρα; Όπως χάνονται πολλές μέρες! Και ένας μήνας ή μια ζωή; Πώς χάνονται; Όπως χάνεται ένας δρόμος μπροστά από τα μάτια μας.. Όπως χάνεται ένα όραμα, μια αξία, μια αγάπη,  ένα όνειρο, ένα πρόσχημα, μια λάμψη, ένας διάττων ή ένα άστρο θαμπό του πρωινού..Όπως ακριβώς  χάνονται όλα. 
Ωστόσο  'τίποτα δεν πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή'.. 
Ούτε μια σελίδα από όσες διαβάσαμε δεν χάνεται! Ούτε το πάθος μας για ανάγνωση χάνεται! Μέσα του αναβιώνουν οι ήρωες..Ούτε και η παρεξήγηση που απομακρύνει τους πραγματικούς ανθρώπους χάνεται, ή, αν το προτιμάς, 'λύνεται'. Ούτε τα νοήματα που αναζητούμε χάνονται.. Τα εκ διαμέτρου αντίθετα 'νοήματα' που δίνουμε στις λέξεις, αναζητώντας, ίσως, μια ελάχιστη προσέγγιση, δεν χάνονται. Συμβάλλουν στην εξισορρόπηση.. Αλίμονο!

 Εγώ μακαρίζω την τύχη μου που έχω προ πολλού σταματήσει το κάπνισμα! 
Αυτό βέβαια δε μου διασφαλίζει πως καμιά μέρα μου δεν πάει χαμένη, αλλά τουλάχιστον καμιά 'χαμένη' μέρα μου δεν τελειώνει -έκτοτε - ως ένα δύσοσμο, παραγεμισμένο τασάκι..  
Κυρίως όμως καμιά μέρα που χάνεται δεν μου αφήνει την πικρίλα του τσιγάρου στον ουρανίσκο και τη θολούρα της νικοτίνης στο βλέμμα.

  * Το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ του Πέτρου Μαρτινίδη, που διάβασα στις αρχές του Ιούλη, έμεινε στο -κάθε άλλο παρά θολωμένο από το τσιγάρο :) - μυαλό μου..Κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο μου άρεσαν, όπως και όλο το βιβλίο, δεν λέω, αλλά κυρίως το παραπάνω απόσπασμα, καθώς και η τελευταία σελίδα που μου 'φερε στο μυαλό το "αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης" του Καλβίνο! Αυτοαναφορικότητα! Μπίνγκο!!! Ναι!  Εγώ είμαι ο αναγνώστης, εγώ ο γραφέας, εγώ είμαι και όλοι και ο ένας!!!
Αλλά, πώς χάνεται ένας άνθρωπος; Όπως χάνεται ένας δρόμος;  Ένας προσανατολισμός;
Και, τέλος πάντων, πώς χάνεται μια .. ανάγνωση;
ΔΕΝ έχω καμιάν απολύτως απάντηση! ΔΧ!  Δεν έχω καμία απολύτως ιδέα!
----------------------------------------------------------------------------
 Διαβάστε περίληψη του βιβλίου εδώ και για τον κο Πέτρο Μαρτινίδη εδώ












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου